Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2022

Βα­σί­λης Αἰ­κα­τε­ρί­νης : Πα­ρεν­θέ­σεις

 




ΕΝΑ-ΔΥΟ-ΤΡΙΑ-ΤΕΣΣΕΡΑ, τὰ δι­α­χω­ρι­στι­κὰ στὰ πλα­κά­κια τῶν πε­ζο­δρο­μί­ων σὲ βο­η­θοῦν νὰ σκέ­φτε­σαι ὅ­σο προ­χω­ρᾶς, ἢ τὸ ἀν­τί­θε­το. Κά­πο­τε τὰ ἐ­ξογ­κώ­μα­τα τῶν σπα­σμέ­νων κρά­σπε­δων σὲ κά­νουν νὰ χά­σεις τὸ μέ­τρη­μα ἢ ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα τὸν ρυθ­μό, κά­πο­τε ἕ­να φύλ­λο ριγ­μέ­νο, πα­τι­κω­μέ­νο χι­λιά­δες φο­ρὲς ἀ­πὸ χι­λιά­δες πε­ρα­στι­κὲς σό­λες σὲ λυ­πεῖ ἔ­τσι ἄρ­ρω­στο, βρώ­μι­κο ὅ­πως δεί­χνει, κά­πο­τε ἐ­πι­λέ­γεις τὶς εὐ­θεῖ­ες ρί­γες τῶν τυ­φλῶν νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σουν, μὲ τὶς κί­τρι­νες ξε­φτι­σμέ­νες φου­σκά­λες νὰ σὲ προ­ει­δο­ποι­οῦν κά­θε τό­σο πὼς πρέ­πει νὰ δια­βεῖς τὸ δρό­μο μό­νος, κά­πο­τε ἁ­πλὰ προ­χω­ρᾶς με­τρών­τας ἀ­τά­ρα­χος, μέ­χρι τὸ ἑ­πό­με­νο ἐμ­πό­διο ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σεις. Κα­μιὰ φο­ρά, δει­λά, κοι­τᾶς πρὸς τὶς σκο­τει­νὲς τζα­μα­ρί­ες τῶν κα­τα­στη­μά­των καὶ τὸ μά­τι σου συλ­λαμ­βά­νει μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη, φευ­γα­λέ­α σι­λου­έ­τα, εἶ­ναι σκο­τει­νή.

Καὶ ἐ­σὺ τα­χύ­νεις τὸ βῆ­μα, ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ, καὶ πιὸ πο­λύ, μέ­χρι ποὺ στὴν ἑ­πό­με­νη βι­τρί­να κα­τα­λα­βαί­νεις πὼς ἤ­σουν ἐ­σὺ μο­νά­χα, κα­νεὶς δὲν σὲ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε. Σει­ρῆ­νες ἀ­κού­γον­ται σὰν βυ­θι­σμέ­νες. Ὑ­πο­λο­γί­ζεις στὰ πό­σα τε­τρά­γω­να μα­κριὰ οὐρ­λιά­ζουν. Δέ­κα-ἕν­τε­κα; ἀ­φή­νεις τὸ ἕ­να μέ­τρη­μα γιὰ νὰ πιά­σεις τὸ ἄλ­λο καὶ πρὶν προ­λά­βεις νὰ ὑ­πο­λο­γί­σεις αὐ­τές σὲ πλη­σιά­ζουν ἀ­πει­λη­τι­κά. Νο­μί­ζεις ὅ­τι ἔρ­χον­ται γιὰ ἐ­σέ­να, μὰ αὐ­τὲς ἀ­πα­θέ­στα­τα ἀ­δι­ά­φο­ρες σὲ προ­σπερ­νοῦν σὰν νὰ μὴν ὑ­πάρ­χεις· σκέ­φτε­σαι πὼς ἂν στε­κό­σουν στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου πο­λὺ εὔ­κο­λα θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ σὲ πα­τή­σουν ἢ νὰ σὲ προ­σπε­ρά­σουν θε­ω­ρών­τας σε ἕ­να τρε­λό. Στὰ ἑ­πό­με­να τρί­α λε­πτὰ θὰ πε­ρά­σει ἡ γραμ­μὴ 202 γιὰ μιὰ πε­ρι­ο­χὴ ποὺ εἴ­τε δὲν ἐ­πι­σκέ­φτη­κες πο­τέ, εἴ­τε ἂν κα­μιὰ φο­ρὰ βρέ­θη­κες ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ εἶ­χες χα­θεῖ. Σὲ δύ­ο, ἐ­νη­με­ρώ­νει τώ­ρα ἡ φω­τει­νὴ ταμ­πέ­λα καὶ ἀ­π’ τὴ γει­το­νι­κὴ μου­ριὰ τοῦ πάρ­κου μιὰ κλά­ρα φρά­ζει τὴν ὑ­πό­λοι­πη ἄ­γρα­φη ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ πι­να­κί­δα. Σὲ ἕ­να φτά­νει τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι στὴ στά­ση γιὰ νὰ τὸ πα­ρα­λά­βει. Τὸ βλέ­πω πὼς φεύ­γει μὲ τὸν κου­ρα­σμέ­νο ὁ­δη­γό, ἄ­δει­ο, στρί­βον­τας σὲ μιὰ κα­τη­φό­ρα. Προ­χω­ρᾶς ὡ­στό­σο, ἀ­πο­τρα­βᾶς τὸ βλέμ­μα καὶ συ­νε­χί­ζεις. Συλ­λαμ­βά­νεις κα­τὰ τό­πους με­ρι­κὰ σύν­νε­φα ποὺ κα­λύ­πτουν ὁ­ρι­σμέ­να κομ­μά­τια τοῦ νυ­χτε­ρι­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Τὸ φεγ­γά­ρι ἄ­φαν­το. Δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε μιὰ ἀ­δι­ά­λυ­τη ἀ­κτί­να γιὰ νὰ τὸ προ­δώ­σει. Καὶ ὅ­ταν τὸ κά­νει βλέ­πεις πὼς δὲν εἶ­ναι οὔ­τε τὸ μι­σὸ ἐ­κεῖ πά­νω, ἔ­χει φα­γω­θεῖ, μέ­νον­τας μό­νο μιὰ ἰ­σχνὴ βλε­φα­ρί­δα. Μέ­χρι ποὺ χά­νε­ται κι αὐ­τὴ πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να νέ­ο στρῶ­μα πα­γω­μέ­νων σύν­νε­φων. Τὴ σκε­πά­ζουν, σκέ­φτε­σαι καὶ συ­νε­χί­ζεις μ’ ἕ­να χα­μό­γε­λο. Στὸ δρό­μο συ­ναν­τᾶς δυ­ὸ μι­κρὰ βρα­χι­ό­λια μὲ μιὰ γα­λά­ζια πε­ρα­σμέ­νη πέ­τρα στὸ ἕ­να καὶ μιὰ κόκ­κι­νη στὸ ἄλ­λο. Ἔ­τσι πὼς εἶ­χαν πέ­σει στὴν ἄ­σφαλ­το, σὲ ἀ­πό­στα­ση χι­λι­ο­στοῦ ἀ­π’ τὸ στε­νὸ ρεῖ­θρο, σὰν νὰ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται, σχη­μα­τί­ζουν μιὰ πα­ρέν­θε­ση. Δύ­ο πα­ρεν­θέ­σεις μά­λι­στα. Τέσ­σε­ρα ἡ­μι­κύ­κλια ποὺ μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ὑ­φέρ­πον­τος φω­τὸς τῶν ὁ­δι­κῶν λαμ­πτή­ρων τὰ μπερ­δεύ­εις γιὰ πα­ρεν­θέ­σεις, ποὺ ὅ­μως οὔ­τε ἀ­νοί­γουν οὔ­τε κλεί­νουν ἀ­πὸ που­θε­νά, ἁ­πλὰ βά­ζεις λί­γο τὴ φαν­τα­σί­α σου καὶ τὶς βλέ­πεις κα­θα­ρά. Ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἀ­πὸ πιὰ χέ­ρια μπο­ρεῖ νὰ ἔ­πε­σαν. Ἂν τὰ συ­νάν­τη­σες πο­τὲ τυ­χαῖ­α στὸ δρό­μο κι ἂν φο­ροῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ βρα­χι­ό­λια. Ἴ­σως ἂν ἔ­κα­νες πιὸ γρή­γο­ρα, ἂν ὁ φό­βος γι’ αὐ­τὴ τὴ σκιὰ στὶς βι­τρί­νες προ­η­γου­μέ­νως κρα­τοῦ­σε λί­γο πα­ρα­πά­νω, νὰ τοὺς προ­λά­βαι­νες νὰ τὰ πε­τοῦν ἢ νὰ τοὺς πέ­φτουν. Θὰ ἔ­τρε­χες ἴ­σως, «συγ­γνώ­μη, σᾶς ἔ­πε­σαν αὐ­τά», θὰ τὰ μά­ζευ­ες ἀ­πὸ κά­τω καὶ θὰ τὰ ἔ­δι­νες πί­σω.

            Ἕ­να-δύ­ο-τρί­α-τέσ­σε­ρα, πιά­νεις τὸν ἑ­αυ­τό σου νὰ με­τρᾶ ξα­νά. Κά­ποι­α στιγ­μὴ στα­μα­τᾶς νὰ με­τρᾶς ὄ­χι για­τί πα­ρου­σι­ά­στη­κε κά­ποι­ο ἐμ­πό­διο πά­λι ἢ βρῆ­κες κά­τι τὸ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο γιὰ νὰ χα­ζέ­ψεις, οὔ­τε για­τί οἱ κο­λῶ­νες ποὺ ἔρ­χον­ται κα­τα­πά­νω σου σὲ πα­ρα­κάμ­πτουν, ἀλ­λὰ για­τί ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζεις, τὰ βή­μα­τά σου κά­ποι­α στιγ­μὴ σὲ φτά­νουν στὸ σπί­τι. Στὴ γνω­στή σου ἐ­ξώ­πορ­τα ποὺ πε­ρι­μέ­νει κά­θε βρά­δυ τὸ κα­τάλ­λη­λο κλει­δὶ ποὺ κρύ­βεις στὴ πα­λά­μη σου γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Βα­σί­λης Αἰ­κα­τε­ρί­νης (Λου­τρά­κι Κο­ριν­θί­ας, 1999). Σπουδάζει στὸ τμῆ­μα Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρών. Ἀ­σχο­λεῖται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ γρά­φει ἀ­πὸ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α. Πα­ρα­δί­δει φι­λο­λο­γι­κὰ μα­θή­μα­τα σὲ παι­διὰ Γυ­μνα­σί­ου καὶ Λυ­κεί­ου.

Κα­τη­γο­ρί­ες: Αἰ­κα­τε­ρί­νης Βα­σί­λης, Ἑλ­λη­νι­κά, Μοναξιά, Πόλη-Χώροι, Καθημερινά, Μονόλογος, Περιγραφή, Ψυχογραφία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου