Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Χρίστος Δάλκος: Τὸ φλησκούνι καὶ τὸ πλεμόνι: Τὸ πανόραμα μιᾶς πρωτοελληνικῆς καὶ πρωτοϊνδοευρωπαϊκῆς (ἢ μᾶλλον πρωτοευρωινδικῆς) πολυδιάσπασης

 


·      Post author:Χρίστος Δάλκος

·      Post published:10 Οκτωβρίου 2026

·      Post category:Ολίγα τινά / ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Στὸ ἄρθρο μας «Ἡ ἐτυμολόγηση τοῦ ἀ.ἑ. βλήχων, γλήχων (= φλησκούνι) βάσει τῆς “νέας” ἑλληνικῆς» (περιοδικὸ νέα εὐθύνη,τ. 36-37, Ἰανουάριος – Ἰούνιος 2017, σ. 155-158), σημειώναμε τὰ ἑξῆς:

«Στὴν περίπτωση τοῦ φυτοῦ βληχώνι τό, (= ἡδύοσμος ὁ γλήχων, menthapulegium, συνών. βρωμοδυόσμος) τὸ Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς (ΙΛΝΕ) περιορίζεται στὴν παράθεση τῶν τύπων βληχούνι, βληχούν΄᾿, βλεχούνι, βλοχών᾿, βλουχούν΄᾿, γληφώνιν, γληφώνι, γληχούν΄᾿, γλεχούνι, καὶ στὴν παρατήρηση ὅτι αὐτὸ προέρχεται «Ἐκ τοῦ μεταγν. οὐσ. βλήχων, παρ᾿ ὃ καὶ γλήχων.»

Τὸ ἐρώτημα εἶναι γιατί τὸ ΙΛΝΕ ὄχι μόνο ἀποφεύγει νὰ παραθέσῃ στὸ λῆμμα βληχώνι τοὺς ποικίλους τύπους τοῦ πάγκοινου φλησκούνι, ἀλλὰ δὲν τολμᾷ οὔτε κἂν νὰ ἀναφέρῃ τὴν λέξη φλησκούνι, εἴτε στὸ ἑρμήνευμα [ὅπως τὸ κάνει π.χ. τὸ Λεξικὸ Liddell – Scott – Κωνσταντινίδου, πρβλ. «βλήχων [..] βληχώ [..] γλήχων, -ώ [..] γλάχων, -ώ: εἶδος φυτοῦ (“φλησκοῦνι”)»], εἴτε -ἔστω- στὰ συνώνυμα.

Καὶ τὰ ἐρωτήματα πληθαίνουν ὅταν διαπιστώνῃ κανεὶς ὅτι στοὺς τύπους ποὺ καταχωρίζονται στὸ λῆμμα φλησκούνι τοῦ ἀρχείου τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ περιλαμβάνονται καὶ τὰ βλησκούνι, βελησκούνι,βλουσκούνι, βηλσκούν΄᾿, βλητσούνι, γλησκούνι, κουλουσκούν΄᾿, λησκούν΄᾿, λουσκούνι, λιουσκούνι, λιουσκούν΄᾿,ποὺ παρουσιάζουν, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὴν ἐναλλαγὴ β ~ γ (πρβλ. ἀ.ἑ. βλήχων ~ γλήχων), ὁπότε θὰ εἶχαν λόγο νὰ καταχωρισθοῦν στὸ λῆμμα βληχώνι τό. Φαίνεται ὅτι ἡ ἐναλλαγὴ β~φ,κι ἀκόμα περισσότερο ἡ «ἀδικαιολόγητη», ἐπίμονη  παρουσία τοῦ -σ- στὰ βλησκούνι, φλησκούνι κ.λπ. ὡδήγησε τοὺς νεογραμματικοὺς συντάκτες τοῦ ΙΛΝΕ σὲ πλήρη καὶ συνειδητὴ ἀποσύνδεση τῶν βληχώνι, γληφώνι, γληχούν΄᾿ ἀπὸ τὸ φλησκούνι. Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγει κανεὶς ὅταν διαπιστώνῃ ὅτι τὰ*βληχωνόλαδο τό, γληφωνόλαδο, γληφωνόλαο (= ἔλαιον ἀπεσταγμένον ἀπὸ τὸ φυτὸν βληχώνι) | *βληχωνόρρακο τό, βληχουνόρρακο (= ρακὶ ἀπεσταγμένον ἀπὸ τὸ βληχώνι) ἔχουν διαχωρισθῆ ἀπὸ τὰ ἀπολύτως ἀντιστοιχοῦντα φλασκόλαδο(= λάδι ἀπὸ φλησκούνι), φλουσκουνόλαδου, φλεσκουνόλαδο (= λάδι μὲ ζουμὶ ἀπὸ βρασμένο φλησκούνι) | φλησκουνόρρακη (= ἡ μέντα).

Ὁπότε εὔλογα προκύπτει τὸ συμπέρασμα ὅτι, σὲ πεῖσμα τῶν νεογραμματικῆς ἔμπνευσης διευθετήσεων, θὰ πρέπῃ στὸ λῆμμα βληχώνι νά συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ τύποι τοῦ «φλησκούνι» φλησκούν΄᾿, φιλησκούνι, φλησκίνι, φλεσκούνι, φλουσκούνι, φλουσκούν΄᾿, φρουσκούνι, φλασκούνι, φλασκούν΄᾿, φησκούνι, φουσκούνι, φουσκούν΄᾿,φ᾿σκούν΄᾿, φ᾿κούν᾿, φουσκίν΄᾿ κ.ἄ.

Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς κάνει ἐντύπωση μὲ τὸ φλησκούνι καὶ τοὺς ποικίλους ἐναλλακτικούς του τύπους, καθὼς καὶ τὰ παράγωγα ἢ σύνθετά του στὴν νέα ἑλληνική, εἶναι ὅτι κανένας ἀπ’ αὐτοὺς ἢ κάποιος παραπλήσιος δὲν κάνει τὴν ἐμφάνισή του στὴν ἀρχαία, ἡ ὁποία γνωρίζει μόνο τὰ γλήχων, βλήχων καὶ τὰ παράγωγά τους. Ἐκ πρώτης ὄψεως τὸ πρᾶγμα φαίνεται νὰ δικαιώνῃ ἐκείνους ποὺ προσγράφουν τὰ γλήχων, βλήχων στὴν λεγόμενη «προελληνική», στὴν ὁποία ἀποδίδεται ἡ συμπαρομαρτοῦσα ἰδιάζουσα φωνολογικὴ ποικιλία ποὺ θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀντιπροσωπεύεται σὲ εὐρύτερη ἔκταση καὶ ἀπὸ τοὺς ποικίλους νεοελληνικοὺς τύπους τῆς λέξης φλησκούνι.

Στὸ ζήτημα τῆς ἀπόδοσης τοῦ φαινομένου σὲ μιὰ μὴ ἑλληνικὴ καὶ μὴ ἰνδοευρωπαϊκὴ «προελληνικὴ» γλῶσσα φαίνεται νὰ συμφωνοῦν ὅλοι οἱ νεογραμματικοί, παλαιᾶς καὶ νέας ἐσοδείας. Ὁ Γ. Χατζιδάκις, γιὰ παράδειγμα, ἀναφερόμενος στὴν πολυτυπία τῆς λέξης ἄνηθος (ἄνηθον, ἄννηθον, ἄνησον, ἄννησον, ἄνητον, ἄννηττον, ἄνισον) στὴν ἀρχαία ἑλληνική, γράφει (Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά, 2, 605): «… καὶ ἐπειδὴ ἡ ποικιλία αὕτη εἶναι παντελῶς ἀδιανόητος ἐν γνησίᾳ ἑλληνικῇ λέξει, εἰκάζω ὅτι πάντως ἡ λέξις ἢ αἱ λέξεις αὗται ἦσαν τὸ κατ’ ἀρχὰς ξέναι, ἐξ Ἀσίας ἢ Αἰγύπτου μετὰ τῶν φυτῶν κομισθεῖσαι εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὡς ξέναι καὶ δὴ οὐκ αἰσθηταί, ἴσως δὲ καὶ δυσεκφώνητοι, ὑπέκυψαν πολλαῖς φωνητικαῖς ἀλλοιώσεσιν…».

Ἀπὸ τὴν ἴδια πάντα νεογραμματικὴ σκοπιά, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς περισσότερο ἐπεξεργασμένες θέσεις τῆς συγκροτημένης πλέον «προελληνικῆς» θεωρίας, καταλήγει σὲ παρόμοια συμπεράσματα ὁ R. Beekes, ὁ ὁποῖος, στὸ Etymological Dictionary of Greek,λ. βλήχων, παρατηρεῖ: «Ἡ ἐναλλαγὴ β- ~ γ- θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδοθῇ σὲ ἀνομοίωση [..] πρβλ. β-/ γλέπω. Ἀπ’ τὴν στιγμὴ ὅμως ποὺ δὲν ὑπάρχει κάποια ἐτυμολογία γιὰ τὴν λέξη καὶ ἡ διαμόρφωση τοῦ θέματος εἶναι περίεργη, ἔχουμε μᾶλλον νὰ κάνουμε μὲ προελληνικὴ λέξη.»

Τὸ πιὸ περίεργο ἀπ’ ὅλα, ἐν τούτοις, εἶναι ὅτι τὸ νεοελληνικὸ βληχώνι, βληχούνι, γληφώνι, γληχούν΄᾿, γλεχούνι, φλησκούνι, φλουσκούνι, φουσκούνι κ.λπ. ὄχι μόνο παρουσιάζει διάφορα παράγωγα καὶ σύνθετα ποὺ ὑποβάλλουν τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ λέξη δὲν εἶναι ἐπείσακτη, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον ὡρισμένοι τύποι του παραπέμπουν σὲ λέξεις βάσει τῶν ὁποίων μοιάζει νὰ ἐτυμολογῆται τόσο τὸ νεοελληνικὸ ὅσο καὶ τὸ ἀρχαιοελληνικὸ ὄνομα τοῦ φυτοῦ.

Πρόκειται γιὰ τοὺς τύπους φλίσκουνας, φλίγγουνας, φλήγγ᾿νας, φλιγγούνι (= πνεύμων ζώου), φλιγγούνης (= ὁ πάσχων ἐκ πνευμονικοῦ νοσήματος), φλησκούνης, φλησκουνιάρης (= φθισικός), φλουσκούνι, φλουσκούν΄᾿ (= ὁ πνεύμων), φλουσκουνιασμένος (= ὀλίγον πρησμένος εἰς τὸ πρόσωπον καὶ ὠχρός), φλασκ᾿ν΄ιάρ᾿ς, φλασκ᾿νιασμένους (= φουσκωμένος, ὄχι ἀπὸ πάχος, καὶ κίτρινος), φλασκιάζω, βλασκιάζω,βλαστσ΄άζω, βλασ΄σ΄ιάζω (= γίνομαι ὠχρὸς μετά τινος φαινομενικοῦ πάχους), φλασκιάρης, φλασκιασμένος (= ὁ φιλάσθενος, ὁ μὴ ἔχων ζωηρὸν χρῶμα), φουζκόνι, φουσκούνι, φυσγόνι, φυσγόν᾿, β᾿ζγγούν΄᾿ (= ὁ πνεύμων), φουσκούν΄ι (= φούσκωμα, πρήξιμο), β᾿ζκούν᾿ (= τὸ «ἄσπρο συκώτι»), φυσούνα (= ἀρρώστια τῶν γιδοπροβάτων, λόγῳ τῆς ὁποίας δὲν μποροῦν νὰ ἀναπνεύσουν), φ᾿σούνα (= τὸ συνάχωμα), φ᾿σουνιάζου (= συναχώνομαι) κ.λπ.

Ἀκόμα κι ἂν γιὰ ὡρισμένους ἀπὸ τοὺς παραπάνω τύπους προταθῇ μιὰ ἄλλη ἐτυμολογία (π.χ. τοῦ φλασκιάζω ἐκ τοῦ φλάσκα, φλασκί, πρβλ. ἐν τούτοις τύπους μὲ a ὅπως φλασκ᾿νιασμένους, φλασκούνι, φλασκόλαδο, γλάχων, -ώ), εἶναι νομίζω προφανὲς ὅτι τὰ φλησκούνι, φλουσκούνι, φουσκούνι (= ὁ ἄγριος ἡδύοσμος) σχετίζονται μὲ τὰ φλίσκουνας, φλουσκούνι, φουσκούνι (= ὁ πνεύμονας).

Μάλιστα, μὲ μετάθεση τοῦ -σ- στὴν ρίζα ποὺ ὑπόκειται τῶν φλίσκουνας, φλουσκούνι (= πνεύμονας) προκύπτουν τὰ σφλούγγουνας, σφιλιγγούνι,σλιγγούν᾿,σφλοῦγγους (= πνεύμων), σφιλιγγουνιάρης(= πνευμονοπαθής), σφλουγγουνιάζω (= εἶμαι χλομός), σφούγγλινας, σφυλίγγουνας, σπιλήγγονας (= πολὺ ἀδύνατος) κ.λπ.

Ἀλλὰ καὶ ἡ πτώση τοῦ ὑγροῦ στὰ φλουσκούνι / φουσκούνι (= φλησκούνι) | φλουσκούνι / φουσκούνι (= πνεύμων), ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν σχέση τοῦ ὀνόματος τοῦ φυτοῦ μὲ τὴν λέξη γιὰ τὸν πνεύμονα, λαμβάνει χώραν καὶ στοὺς κατόπιν μεταθέσεως τοῦ -σ- προκύψαντες τύπους σφογγούνα (= ὁ πνεύμων τῶν ζώων), σφουγγούν΄᾿, σβουγγούν΄᾿ (= τὸ πλεμόνι τοῦ σφαχτοῦ), σφιγγούνι (= τὸ συκώτι), σφουγγούνια (= οἱ πνεύμονες τῶν πτηνῶν), σφουγγουνιάζω (= πρήσκομαι), σφοῦγγους (= ὁ πνεύμων), σφουγόπ᾿ττα (= πίττα κατασκευαζομένη ἀπὸ πλεμόνια καὶ ρύζι) κ.ἄ.

Ἡ ρίζα τοῦ συνειρμοῦ ποὺ ἐπέτρεψε τὴν μετάβαση ἀπὸ τὴν ἔννοια «πνεύμονας» στὴν ἔννοια «φλησκούνι, ἡδύοσμος», εἶναι προφανῶς ἡ πρωτόγονη πρακτικὴ τῆς χρήσης τοῦ ἡδύοσμου ἢ καὶ ἄλλων παρεμφερῶν φυτῶν (πρβλ. πλεμονόχορτο) γιὰ θεραπεία τῆς πνευμονοπάθειας, τῆς ὁποίας σῆμα κατατεθὲν λογιζόταν κατ’ ἐξοχὴν τὸ κίτρινο χρῶμα τοῦ προσώπου τοῦ ἀσθενοῦς (πρβλ. ν.ἑ. πλεμονιάρης, φλεμονιάρης, χλεμπονιάρης κ.ἄ.). Τὸ Νεώτερον Ἐγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν «Ἡλίου» ἐπισημαίνει γιὰ τὰ φυτὰ τοῦ γένους ἡδύοσμος: «Ὅλα αὐτὰ τὰ φυτὰ ἔχουν τονωτικὰς καὶ ἀνασπαστικὰς ἰδιότητας, χάρις δὲ εἰς τὴν βαλσαμώδη ὀσμήν των ἐξουδετεροῦνται πολλάκις αἱ νοσογόνοι ἰδιότητες τῶν ἑλωδῶν τόπων εἰς τοὺς ὁποίους φύονται.»

Τὴν σχέση τοῦ φλησκουνιοῦ μὲ τὴν πρωτόγονη ἀσφαλῶς πρακτικὴ θεραπείας τῆς πνευμονοπάθειας ἀποδεικνύει καὶ ἡ παρακάτω μαρτυρία ἀπὸ τὴν Μπόβα τῆς Κάτω Ἰταλίας: «Τὸ φλουσκούνι γιουβέg–gει νὰ τοῦ κάμη τὸν gαν-νὸ τοῦ γαδάρου, σὰν ἔναι συναχωμένο = τὸ φλησκούνι χρησιμεύει γιὰ νὰ καπνίσης τὸ γάϊδαρο, ὅταν εἶναι συναχωμένος» (βλ. Ἀ. Καραναστάση, Ἱστορικὸν λεξικὸν τῶν ἑλληνικῶν ἰδιωμάτων τῆς Κάτω Ἰταλίας, σ. λ. φλουσκούνι).

 

Ἡ τεράστια σημασία τῆς ἀντιπαραβολῆς «νέας» καὶ ἀρχαίας ἑλληνικῆς γιὰ τὴν ἰχνηλάτηση τῶν ἀπαρχῶν τῆς ἑλληνικῆς καὶ πανανθρώπινης γλώσσας

 

Ἀναμενόμενη εἶναι ἡ εὔλογη ἀντίρρηση ὅτι στὴν ἀρχαία δὲν μαρτυροῦνται τύποι ποὺ νὰ παρουσιάζουν μιὰ κάποια ἐγγύτητα πρὸς τὶς δηλοῦσες τὸν πνεύμονα λέξεις φλίσκουνας, φλουσκούνι, σφλούγγουνας, σφιλιγγούνι,σφλοῦγγους κ.τ.τ., βάσει τῶν ὁποίων ἐπιχειρεῖται ἐδῶ ἡ ἐτυμολόγηση τῶν βλήχων, γλήχων κ.λπ.

Αὐτὸ κατὰ τὴν γνώμη μας συμβαίνει διότι οἱ παραπάνω λέξεις δὲν εἶναι ἀρχαιοελληνικῆς ἀλλὰ πρωτοελληνικῆς ἀρχῆς, ἀνήκουν δηλαδὴ σ’ ἕνα πολυδιασπασμένο ὑπόστρωμα μιᾶς ἑλληνικῆς γλώσσας ποὺ ὡμιλοῦνταν σ’ αὐτὸν τὸν τόπο πολὺ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῶν ἀρχαιοελληνικῶν φύλων περὶ τὸ 2.000 π.Χ. Ἡ συγγένεια τῶν τύπων αὐτῶν πρὸς ἀντίστοιχους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἀναδεικνύεται στὶς περιπτώσεις ὅπου λαμβάνει χώραν πτώση τοῦ ὑγροῦ, ὅπως συμβαίνει στὰ φουσκούνι, φυσγόνι, β᾿ζγγούν΄᾿, β᾿ζκούν᾿, φυσούνα, φ᾿σουνιάζου κ.λπ., τὰ ὁποῖα παραπέμπουν εὐθέως στὴν ρίζα ποὺ ὑπόκειται τῶν ἀ.ἑ. φύσκη, φυσᾶν,ἤτοι λέξεων συναρτημένων εὐθέως μὲ βασικὲς ἰδιότητες τοῦ πνεύμονος (πρβλ. ν.ἑ. φουσκώνω, φυσάω κ.τ.τ.). Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ἄλλωστε πὼς τὰ νεοελληνικὰ φουσκάλα, φουσκαλίδα διεκδικοῦν τὴν προτεραιότητα ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο φυσαλλίς, ἀφοῦ σχετίζονται ἐτυμολογικὰ πρὸς τὸ ἀρχαῖο φύσκη (= φούσκα).

Μάλιστα, γιὰ νὰ ἀναδειχθῇ ἡ ἰδιάζουσα ἱκανότητα τῆς νέας ἑλληνικῆς νὰ παραπέμπῃ στὰ παλαιότερα καὶ βαθύτερα στρώματα τῆς γλωσσογενετικῆς διαδικασίας, ἂς σημειωθῇ ἐδῶ ὅτι ἡ «προελληνικὴ» θεωρούμενη λέξη σφόγγος, σπόγγος (= σφουγγάρι), βάσει τῶν «ἀπολιθωματικῶν» δεδομένων ποὺ διασώζει ἡ νέα ἑλληνική, μοιάζει νὰ προῆλθε ἐκ τοῦ σφλοῦγγος >  σφοῦγγος (= πνεύμων, πρβλ. σφογγούνα, σφουγγούν΄᾿, σβουγγούν΄᾿), λόγῳ τῆς ὁμοιότητας τοῦ σπόγγου πρὸς τὸν πνεύμονα. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν χιώτικη λέξη σφουγγουνότυρο (= «τυρὶ μὲ τρύπες ποὺ μοιάζει μὲ σφουγγάρι») ποὺ κακῶς συσχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὸ σφουγγάρι, διότι ὁ ποιμενικὸς πληθυσμὸς ποὺ δημιούργησε τὴν λέξη ἦταν σὲ θέση νὰ ἐπισημάνῃ τὴν ὁμοιότητα τοῦ τυριοῦ πρὸς τὸ σφουγγούνι, ἤτοι τὸν πνεύμονα τῶν ζώων, γι’ αὐτὸ ἄλλωστε τὸ εἶπε σφουγγουνότυρο καὶ ὄχι *σφουγγότυρο. Τὴν ὀρθότητα τῆς ἐτυμολόγησης ἐπιβεβαιώνει καὶ τὸ κρητικὸ ρῆμα φλεμονιάζω,πρβλ. ἐφλεμόνιασε τὸ γάλα καὶ σκᾷ τὸ τυρί,ποὺ συνάπτει καὶ πάλι τὴν ἔννοια τοῦ χιλιοτρύπητου τυριοῦ μὲ τὸ χιλιοτρύπητο φλεμόνι ἢ πλεμόνι, δηλ. τὸν πνεύμονα.»

Αὐτὰ λέγαμε τότε. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπορούσαμε νὰ φαντασθοῦμε, καὶ ποὺ τελικὰ μόνο ἡ ἐνδοσυγκριτικὴ μελέτη τῆς «νεο»ελληνικῆς μπορεῖ νὰ δείξῃ, εἶναι ὅτι τὸ φλησκούνι καὶ τὸ φλεμόνι, πλεμόνι (καὶ συνακόλουθα τὰ βλήχων, γλήχων | πλεύμων, πνεύμων) εἶναι ἐναλλακτικὲς μορφὲς τῆς ἴδιας ρίζας. Εἶναι ἀναγκαῖο, γιὰ νὰ σχηματίσουμε μιὰ πρώτη εἰκόνα τῶν ποικίλων ὑπόγειων φωνητικῶν καὶ σημασιολογικῶν μετασχηματισμῶν ποὺ χάνονται στὰ βάθη τοῦ χρόνου, νὰ προβοῦμε σὲ μιὰ συνόψιση τῶν ὅσων ἔχουμε παλαιότερα ὑποστηρίξει γιὰ τὴν ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ φυτοῦ φλόμος.

 

Ἡ πρωτοελληνική – πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (ἢ μᾶλλον πρωτοευρωινδική) πολυδιάσπαση: πλεύμων / φλόμος

 

Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ ἀ.ἑ. λέξη πνεύμων ἐμφανίζει ἐναλλακτικὸ τύπο πλεύμων, καὶ ὅτι ἡ ἴδια ἐναλλαγὴ ν/λ ἐντοπίζεται στὰ ν.ἑ. πνεμόνι / πλεμόνι / φλεμόνι κ.λπ. Ἔχει ὑποστηριχθῆ ὅτι ἡ ὑποτιθέμενη τροπὴ ν > λ ὀφείλεται σὲ ἀνομοίωση (οἱονεί: ν – ν >λ – ν), ὅμως, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἔτσι -πρᾶγμα ἀμφισβητήσιμο- τὰ ἴχνη τῆς ὑποτιθέμενης ἀνομοίωσης κάνουν τὴν ἐμφάνισή τους καὶ στὰ λατ. pulmō(= ὁ πνεύμονας), σανσκρ. klomán(= ὁ δεξιὸς πνεύμονας).

Ὁ Beekes, Etymological Dictionary of Greek, σ.λ. πλεύμων (καὶ ὄχι πνεύμων),προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἐναλλαγὴ k/p στὰ πλεύμων, λατινικὸ pulmō / σανσκριτικὸ klomán, καταφεύγει στὴν λύση τῆς ὑποθετικῆς ἀναγωγῆς σὲ ἕναν «χειλοϋπερωικὸ» φθόγγο: <*k(w)leu–mon–, ὅμως οἱ ν.ἑ. τύποι πλεμονιάρης /πλεμπονιάρης / φλεμονιάρης/ χλεμπονιάρης /σουχλουμπουνιάρ᾿ς (= χλεμπονιάρης, ἀρρωστιάρης, φιλάσθενος) Στερελλ. (Αἰτωλ.) / σκλιμπουνιάρ᾿ς (= ὠχρός, ἰσχνός) Λέσβ. (Μυτιλήν.) / σκλημπόνα (= μεγάλη κολοκύνθη ὠχρά || ἄνθρωπος πάσχων ἑλογενῆ καχεξίαν) Λέσβ. (Μυτιλήν.) / σκλεμπονιασμένος (= ὁ ἔχων κιτρίνην ὄψιν) Κέρκ. / σκλεμπόνα (= τὸ κιτρινιασμένο καὶ σποργιάρικο ἀγγούρι) Κέρκ. (Ρόδ.) ὑποβάλλουν τὴν ἐντύπωση ὅτι τῆς ἐναλλαγῆς κ/π ὑπόκειται σειρὰ μεσολαβησασῶν φωνητικῶν διολισθήσεων (π > φ > χ > κ ἢ κ > χ >φ > π)[1].

Ἴδιες ἢ παρόμοιες φωνητικὲς ἐναλλαγὲς παρουσιάζει τὸ ὄνομα τοῦ φυτοῦ φλόμος, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν Beekes «προελληνικό», πρβλ. ἀ.ἑ. φλόμος, φλόνος, πλόμος, πλομίζω (= δηλητηριάζω τὰ ψάρια μὲ φλόμο). Ἐνδεικτικοὶ τῆς σύμπτωσης «προελληνικῶν» καὶ νεοελληνικῶν φωνολογικῶν / φωνητικῶν ἐναλλαγῶν εἶναι οἱ ν.ἑ. τύποι φλόμος, φλόνος, σπλόϊμους, σπλόνος κ.λπ. Προβαίνοντας σὲ συσχέτιση τοῦ «προελληνικοῦ» ὀνόματος φλόμος μὲ τὸ ἀ.ἑ. πλομίζω,ν.ἑ. φλομίζω καὶ φλομώνω (= «προκαλῶ ἀσφυξία» στὰ ψάρια μὲ φλόμο[2], ἀλλὰ καὶ γενικῶς δημιουργῶ ἀποπνικτικὴ ἀτμόσφαιρα, δύσπνοια, κ.τ.τ.), ἀναγόμαστε στὴν ρίζα ποὺ ὑπόκειται καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ φλόμου, δηλ. σ’ αὐτὴν τῶν ν.ἑ. φλεμόνι, πλεμόνι, πνεμόνι. Τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν Σύμη φλόμος σημαίνει καὶ «πνεύμονας ζώου»[3] ἐπιβεβαιώνει τὴν ὀρθότητα τῆς ἐτυμολογικῆς σύνδεσης τῶν φλόμος – φλεμόνι, πλεμόνι, πλεύμων,καὶ ὑποβάλλει τὴν ἐντύπωση ὅτι στὸ ἀπώτατο παρελθὸν τῆς ἑλληνικῆς καὶ ἰνδοευρωπαϊκῆς ἀνάγονται οἱ ἐναλλαγὲς π/φ/χ/κ ποὺ παρατηροῦνται ὄχι μόνο στὰ πλεμονιάρης / φλεμονιάρης / χλεμπονιάρης/σκλιμπουνιάρ’ς ἀλλὰ καὶ στὰ χλαμπούνης (= κίτρινος), χλεμπόνα, χλιμπόνα, σκλεμπόνα (= τὸ κιτρινισμένο ἀγγούρι), φλομός, χλομός (= κίτρινος), σκλόμους (= ὁ φλόμος || ἡ ἀσφυξία ποὺ προκαλεῖ ὁ καπνός), σκλοῦμους (= φλόμος), σκλουμώνου (= φλομώνω τὰ ψάρια), σκλουμώνου (= φλομώνω, «πήζω», γιὰ ἀποπνικτικὴ ἀτμόσφαιρα) κ.ἄ.[4].

Ἐπὶ πλέον οἱ ἐναλλαγὲς κ/χ/φ/π δείχνουν πὼς κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ περιώνυμη «προελληνικὴ» φωνητικὴ ρευστότητα ὑπῆρξε πρώιμο χαρακτηριστικὸ τόσο τῆς πρωτοελληνικῆς ὅσο καὶ τῆς πρωτοϊνδοευρωπαϊκῆς (ποὺ δικαιούμαστε, λόγῳ τοῦ ἐντοπισμοῦ τῆς φωνητικῆς πολυδιάσπασης σὲ εὐρωπαϊκὸ ἔδαφος, νὰ τὴν ὀνομάσουμε «πρωτοευρωινδική»).

 

Ἡ σχέση τῶν πλεύμων, πνεύμων μὲ τὸ φλησκούνι (= τὸ φυτό || ὁ πνεύμων)

Ἕνας παράγοντας, ἀστάθμητος καὶ μὴ ἐμπίπτων στὸ πλαίσιο τῆς αὐστηρῆς νεογραμματικῆς «νομολογίας», ὁ ὁποῖος ἐπέτεινε τὴν φωνητικὴ ρευστότητα τῆς πρωτοελληνικῆς καὶ «πρωτοευρωινδικῆς», εἶναι ἀσφαλῶς οἱ μεταθέσεις καὶ ἀντιμεταθέσεις φθόγγων, ποὺ στὴν περίπτωση τῶν φλίσκουνας, φλουσκούνι (: σφλούγγουνας,σφούγγλινας,σφιλιγγούνικ.λπ.), φλησκουνιάρης(: σφιλιγγουνιάρης κ.ἄ.) ἔχουν τὴν τιμητική τους. Μιὰ ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέρουσα περίπτωση ἀντιμετάθεσης φθόγγων εἶναι αὐτὴ τοῦ σκληφούνι (= ἀδύναμο καὶ καχεκτικὸ ζῶο) Εὔβ. (Κάρυστ.), ποὺ φανερὰ προέκυψε ἐκ τοῦ φλησκούνι, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ἁπλῶς τοῦ πνεύμονα ἀλλὰ τοῦ πάσχοντος ἀπὸ πνευμονοπάθεια καὶ κατὰ συνέπειαν καχεκτικοῦ, πρβλ. φλησκούνης, φλικούνης (= καχεκτικός) Κρήτ. φλιγκούνης (= καχεκτικός) Ἄνδρ. Ἡ ἀντιμετάθεση ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ ρῆμα σκληφουνιάζω(= ἀδυνατίζω, γίνομαι καχεκτικός) Εὔβ. (Κάρυστ.), ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ φλησκουνιάζω (= χλομιάζω Πελοπν. λαχανιάζω Εὔβ.), δηλαδὴ παρουσιάζω πρόβλημα στὴν πνευμονικὴ λειτουργία.

Καὶ εἶναι λίαν ἐνδιαφέρουσα ἡ ἀντιμετάθεση αὐτή, γιατὶ μᾶς ἐπιτρέπει ἐκ τοῦ φλησκουνιάρης (= πνευμονοπαθής) νὰ ἀναχθοῦμε σὲ ἀμάρτυρο μὲν *σκληφουνιάρης ἀλλὰ μαρτυρούμενο σκλιμπουνιάρ’ς(= πνευμονοπαθής, ἐναλλαγὴ φ/b), καὶ μέσῳ αὐτοῦ στὰ σημαίνοντα ἐπίσης τὸν πνευμονοπαθῆχλεμπονιάρης, φλεμονιάρης, πλεμονιάρης(πρβλ. καὶ τὴν σχέση τῶν σκλουμώνου / σφλομώνω /φλομώνω| σφλόμος / σπλόνος /σκλόμους / σκλοΐμι / φλόμος | σπλουμίζου/ σπλονίζω/ σφλομίζω / φλομίζω). Νά λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ φλησκούνι νὰ φθάσουμε  στὸ πλεμόνι / πνεμόνι, μέσα ἀπὸ δρόμους ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φαντασθῇ κανείς, ἂν δὲν εἶχαν μνημειωθῆ σ’ αὐτὴν τὴν πολυδιασπασμένη καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ ἑνιαία, θαυμάσια καὶ θαυμαστὴ γλῶσσα ποὺ γέννησε καὶ ἔθρεψε αὐτὸς ὁ τόπος ὁ μικρός, ὁ μέγας!

Καὶ κάθομαι τώρα κι ἐγὼ καὶ σκέφτομαι: Εἶναι ποτὲ δυνατόν, ἕνας ξένος μελετητὴς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, ὅσο εὐρυμαθὴς κι ἂν εἶναι, νὰ συναγάγῃ τὴν σχέση τοῦ πνευμονιοῦ καὶ τοῦ φλησκουνιοῦ, τοῦ φουσκουνιοῦ καὶ τῆς φούσκας,τοῦ φλόμου καὶ τοῦ σπόγγου, ἔχοντας στὴν διάθεσή του μόνο τὰ βλήχων, γλήχων, πλεύμων, πνεύμων, pulmō, klomán, φύσκη,σπόγγος, σφόγγος; Ὄχι, δὲν εἶναι δυνατόν, ἂν δὲν ξέρῃ καὶ δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψη του αὐτὴν τὴν σωρεία τῶν τύπων, διάσπαρτων σὲ κάθε γωνιὰ τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς ἐπικράτειας, τόσο πολλῶν καὶ τόσο ποικίλων, ἔτσι ὥστε νὰ σκέφτεται κανεὶς ὅτι ἐνδεχομένως ἐδῶ ἀρθρώθηκαν τὰ πρῶτα ψελλίσματα τῆς ἀνθρωπότητας.

Θά ᾿λεγε κανείς -καὶ θά ᾿χε δίκιο- ἀπὸ ποῦ νὰ πληροφορηθῇ ὁ ξένος ἢ ὁ ἕλληνας ἐπιστήμονας γι’ αὐτὴν τὴν πανσπερμία τῶν ἐναλλακτικῶν τύπων τῆς «νέας» ἑλληνικῆς, ἀπ’ τὴν στιγμὴ ποὺ τὸ Κέντρο Ἐρεύνης Νεοελληνικῶν Διαλέκτων καὶ Ἰδιωμάτων τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἁρμόδιο γιὰ τὴν ἔκδοση τῶν λοιπῶν τόμων τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς,κρατάει, σχεδὸν «ζηλότυπα» θὰ ᾿λεγα μὲ μιὰ ὑπερβολή, γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸν πολύτιμο θησαυρὸ τοῦ ἀρχείου του; Γνωρίζω, βέβαια, ὡς θητεύσας ἐπὶ ἀρκετὰ χρόνια στὸ ΚΕΝΔΙ – ΙΛΝΕ, τὶς δυσκολίες ποὺ ἔχει ἡ συνολικὴ ἔκδοση τοῦ Λεξικοῦ (ποὺ μὲ τοὺς σημερινοὺς ρυθμοὺς θὰ ὁλοκληρωθῇ τὸν ἑπόμενο αἰῶνα), γνωρίζω ὅμως ἐπίσης ὅτι ἔχουν ψηφιοποιηθῆ τὰ δελτία τοῦ ἀρχείου, πρᾶγμα ποὺ ἐπιτρέπει τὴν ἀνάθεση τῆς σύνταξης σημαντικοῦ μέρους τοῦ ἀρχείου καὶ σὲ ἄλλους, πλὴν τῶν μονίμων συντακτῶν τοῦ ΙΛΝΕ, ἔμπειρους γλωσσολόγους καὶ φιλολόγους ποὺ ἡ διεύθυνση τοῦ ΚΕΝΔΙ θὰ ἐπιλέξῃ.

Ἂς διδαχθοῦμε ἀπὸ τὴν πρακτικὴ τοῦ βασιλέως Πτολεμαίου Β΄ τοῦ Φιλαδέλφου ποὺ παρέδωσε στὴν ἀνθρωπότητα ὡς κτῆμα ἐς ἀεὶ τὴν μετάφραση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα. Κάποιοι νέοι Ἑβδομήκοντα χρειάζονται σήμερα στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, ἔτσι ὥστε νὰ παραδώσῃ στὴν ἀκαδημαϊκὴ κοινότητα ἕνα ἔργο ποὺ μέλλει νὰ ἀποτελέσῃ βασικὸ κινητήριο μοχλὸ στὴν νέα πολιτισμικὴ ἐξόρμηση τοῦ ἑλληνισμοῦ.

 

 

Χρίστος Δάλκος

[1]Ὁ Φ. Κουκουλές, ἀναφερόμενος στὸ ρῆμα χλεμπονιάζω («Ἐτυμολογικὰ καὶ σημασιολογικά», Ἀθηνᾶ, τ. 59, 1955, σ. 196-197), παρατηρεῖ: «Τὸ ρῆμα εἶναι καὶ Βυζαντινόν, τὸ δ’ ἐπίθετον καὶ αἱ μετ’ αὐτοῦ συνδεόμεναι λέξεις, καθ’ ἡμᾶς, συνδέονται μὲ τὸ πλεμόνι – φλεμόνι. Ἡ σειρὰ ἔχει ὡς ἑξῆς: πλεμονιάρης – φλεμονιάρις, εἶτα, ἀναπτύξει ἐρρίνου, πλεμπονιάρις μὲν ἐν Σαλαμῖνι, καὶ συνηθέστερον χλεμπονιάρις,τροπῇ τοῦ φ εἰς χ. […] Εἶναι δὲ χλεμπονιάρις ὁ πάσχων ἀπὸ τὴν νόσον πλεμονάραν, διάτασιν τῶν πνευμόνων, ἥτις προκαλεῖ χλομότητα καὶ καχεξίαν.»

[2]Πρβλ. «Τὸ χνοῦδι (τοῦ φλόμου) ἐπιφέρει ἀπόφραξιν τῆς ἀναπνοῆς εἰς τὰ βράγχια καὶ ἀναισθητοποιεῖ τοὺς ἰχθῦς» Πελοπν. (Ἀχαΐα).

[3] Πρβλ. Μ. Μιχαλαριᾶ – Βογιατζῆ,Ἐγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν διαλέκτου Σύμης Δωδεκανήσου, τ. Δ΄, σ. 75:«φλῶμος (ὁ) = ὁ πνεύμονας τῶν ζώων […] β) φλῶμος (ὁ) = χόρτον τοῦ ἀγροῦ…».

[4] Γιὰ ἐκτενέστερη ἀναφορὰ στὴν ἐτυμολόγηση τοῦ «προελληνικοῦ» φλόμος, βλ. X. Δάλκος,«Τὸ “προ”ελληνικὸ τοπωνύμιο “Κύθνος”», Ονόματα, τ. 19, Πρακτικά Δ΄ Ονοματολογικού Συνεδρίου, 2007, σ. 297-332.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου