
Ζήσης Σαρίκας
(Ἀφιέρωμα 14/22)
Ἡ ἐκδρομή
Ο
ΒΟΥΝΟ ὑψωνόταν σὰν ἀρχαῖο τεῖχος πάνω τους. Ἡ πυκνότατη
βλάστηση κατηφόριζε ὣς τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ ποὺ ἦταν φτιαγμένα
ἀπ' τὴ δική του πέτρα. Καθὼς σκαρφάλωνε μαζὶ μὲ δυὸ φίλους,
πουλιὰ κελαηδοῦσαν καὶ μικρὰ ξέφωτα ξανοίγονταν
ἀπροσδόκητα, ἡ ἀνηφοριὰ γινόταν ὁλοένα πιὸ ἀπότομη, τὰ
χαλίκια ξεκολλοῦσαν καὶ κατρακυλοῦσαν κάτω ἀπ' τὰ πόδια τους,
τὰ φυτὰ κόνταιναν καὶ σκούραιναν. Τέλος, μετὰ κάμποσες ὧρες,
ἔφτασαν στὴν κορυφή, ἀπ' ὅπου ἔβλεπες γκρίζες καμποῦρες τὶς
κορυφὲς τῶν βουνῶν ὣς τὴν ἄκρη τοῦ ὁρίζοντα. Ἦταν σὰν νὰ ἀτένιζες
μιὰ ἀλλόκοτη θάλασσα μὲ ἀπολιθωμένα κύματα.
Στὸ ὀρεινὸ καταφύγιο εἶχαν ἀνάψει πρὸ πολλοῦ τὶς λάμπες
καὶ τὰ τζάκια. Ἄγνωστοι μεταξύ τους ἄνθρωποι εἶχαν μαζευτεῖ
ἐκεῖ μέσα ἀπὸ νωρίς. Μύριζε κρύο, ἀνθρωπίλα καὶ μαγειρεμένο
φάΐ.