Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021

Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans) : Σού­ρου­πο στὴ Σχο­λὴ Χο­ροῦ (Dawn at Dance School)

 




ΠΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΧΕΙΣ νὰ χο­ρέ­ψεις ταν­γκό;» ρώ­τη­σε ὁ Ρέ­ι τὴν Πι­λὰρ στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ἐ­πί­σκε­ψη στὸν θά­λα­μο ὅ­που νο­ση­λευ­ό­ταν. Κά­θε μέ­ρα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε μὲ μιὰ συμ­παν­τι­κὴ σύμ­πτω­ση πὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε εἰ­σα­χθεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο πρὶν τρεῖς μῆ­νες, ἐ­κεῖ­νος περ­νοῦ­σε πρὶν ἢ με­τὰ τὴ δου­λειὰ καὶ κα­θό­ταν κά­να μι­σά­ω­ρο νὰ τῆς κά­νει πα­ρέ­α. Τὸ ἤ­θε­λε, τὸ θε­ω­ροῦ­σε χρέ­ος του ἀ­κό­μα, κα­θὼς ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­χε δώ­σει τό­σα πολ­λὰ κι ἄς μὴ βρέ­θη­καν μα­ζὶ πο­τέ. Ἡ Κά­θριν δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τὸ μά­θει. Θὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­νε χω­ρὶς λό­γο, ἔ­λε­γε στὸν ἑ­αυ­τό του. Εἶ­χαν ζή­σει μιὰ ζω­ὴ μα­ζὶ καὶ τώ­ρα πιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­χαν νό­η­μα, δὲν θὰ ἄλ­λα­ζαν τί­πο­τα. Ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο νό­η­μα ἀ­πέ­με­νε στὸ νὰ εἶ­ναι στὸ πλευ­ρὸ τῆς Πι­λάρ, ἔ­τσι ξα­πλω­μέ­νη καὶ σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη ποὺ ἦ­ταν στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Ἐ­κεί­νη ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν. Εἶ­χε ρω­τή­σει ὁ Ρέ­ι, ἀλ­λὰ τοῦ εἶ­παν οἱ νο­σο­κό­μες πὼς δὲν εἶ­χε φα­νεῖ πο­τὲ κα­νείς. Ἔ­τσι, ἦ­ταν ὁ μό­νος.

        «Πό­τε στα­μά­τη­σες νὰ χο­ρεύ­εις ταν­γκό; Σί­γου­ρα, γι’ αὐ­τὸ εἶ­σαι ἐ­δῶ. Θὰ χό­ρευ­ες μέ­χρι πρὶν τρεῖς μῆ­νες καὶ θὰ ἔ­πε­σες μα­θαί­νον­τας σὲ κά­ποι­ον ἀ­νε­πί­δε­κτο Ρέ­ι τὰ μυ­στι­κά σου.» Ἐ­κεί­νη δὲν ἀ­πάν­τη­σε καὶ δὲν ἄ­νοι­ξε κὰν τὰ μά­τια της, ὁ Ρέ­ι ὅ­μως δὲν πτο­ή­θη­κε. «Κα­λά, ξε­κου­ρά­σου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ μοῦ πεῖς τὴν ἱ­στο­ρί­α σου καὶ θὰ σοῦ πῶ κι ἐ­γὼ τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω ἀ­κόμ...

Ποι­ὸς μὲ παίρ­νει τώ­ρα, ρὲ γα­μῶ­το; Πα­ρα­κα­λῶ; Ναί, Κά­θριν, εἶ­μαι στὴ δου­λειά, ἔ­γι­νε κά­τι; Ἄ, ναί, θυ­μᾶ­μαι. Στὶς ἑπτά, ναί; Ἐν­τά­ξει, ἔ­γι­νε, σὲ κλεί­νω τώ­ρα για­τί ἔ­χω μιὰ συ­νάν­τη­ση.» Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο σι­γου­ρεύ­τη­κε πὼς δὲν εἶ­χε μεί­νει ἀ­νοι­χτὸ κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν Πι­λάρ, ἔ­τσι γα­λή­νια ποὺ ἦ­ταν μὲ κλει­στὰ τὰ ὄ­μορ­φά της μά­τια. Κά­θι­σε πά­λι στὴν κα­ρέ­κλα, κα­θὼς τὸ μι­σά­ω­ρό του δὲν εἶ­χε τε­λει­ώ­σει ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ψα­ξε στὸ τη­λέ­φω­νό του ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε κρύ­ψει τὴ φω­το­γρα­φί­α της ποὺ εἶ­χε βρεῖ σὲ μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Χό­ρευ­ε ταν­γκὸ μὲ κά­ποι­ον ἄλ­λο καὶ ὁ Ρέ­ι τὴν εἶ­χε ἀ­πο­θη­κεύ­σει καὶ τῆς εἶ­χε βά­λει κω­δι­κό, προ­στα­τεύ­ον­τάς τὴν ἀ­πὸ τὰ μά­τια ποὺ δὲν θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πο­τέ.

        Τε­λει­ώ­νον­τας τὸ ὀ­νει­ρο­πό­λο τα­ξί­δι του στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες ὅ­που τὴν εἶ­χε πρω­το­δεῖ κι ἀρ­γό­τε­ρα στὸ πιά­νο μπὰρ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», ὅ­που τὴν εἶ­χε μᾶλ­λον προ­βάλ­λει τὸ μυα­λό του τό­σο ζων­τα­νὰ ποὺ ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­νι­ω­σε, ὁ Ρέ­ι ση­κώ­θη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω στὸν δι­ά­δρο­μο. Κον­το­στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιά. «Δὲν θὰ μοῦ πεῖς πο­τὲ για­τί ἐ­μέ­να, ἔ­τσι;» μουρ­μού­ρι­σε καὶ ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ σπί­τι καὶ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση στὶς ἑπτά, ὅ­πως τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Κά­θριν.

        Κοι­τών­τας προ­σε­κτι­κά, γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι ὁ Ρέ­ι εἶ­χε πιὰ φύ­γει, ἡ Ντέ­στι­νι, ἡ νο­σο­κό­μα τῆς βάρ­διας, μπῆ­κε στὸν θά­λα­μο τῆς Πι­λὰρ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της. Νὰ τὴν ἀλ­λά­ζει, νὰ τὴν κα­θα­ρί­ζει, ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ χτε­νί­ζει, ὅ­πως τῆς ἄ­ρε­σε νὰ κά­νει. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι για­τί ἔρ­χε­ται, ἀ­φοῦ ἐ­κεί­νη δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­κού­σει, σκέ­φτη­κε ἡ Ντέ­στι­νι καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ δεῖ τὸν Ρέ­ι μὲ καρ­φω­μέ­να τὰ μά­τια ἐ­κεῖ ποὺ βρι­σκό­ταν ἡ ἴ­δια, ὅ­πως ἔ­κα­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ λί­γα λε­πτά. Κι ἔ­πει­τα, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τὸν πυ­ρο­σβε­στι­κὸ κρου­νὸ μὲ μιὰ χο­ρευ­τι­κὴ κί­νη­ση, χά­θη­κε μέ­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα.

        Ἡ Ντέ­στι­νι κοί­τα­ξε τὴν Πι­λὰρ κι ἔ­πει­τα ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Σου­ρού­πω­νε. Ἡ φω­τει­νὴ πι­να­κί­δα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου Ὅ­ρος Σι­νᾶ στὸ Μαν­­χά­ταν ἄ­να­βε. Ἡ ταμ­πέ­λα τῆς σχο­λῆς χο­ροῦ δι­α­γώ­νια ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­να­βε κι αὐ­τή.


Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002. ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου