Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Σημείωμα για μια όψιμη κοινωνικοοικονομική ατζέντα της παρέμβασης στην Πανεπιστημίου(10




Του Νίκου Σουλιώτη*

Γράφει ο Σουλιώτης :

«……η κοινωνική και οικονομική ατζέντα των παρεμβάσεων στο κέντρο θα πρέπει να συμπεριλάβει μια θαρραλέα επιλογή ενός περιορισμένου αριθμού προτεραιοτήτων σχετικά με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή των οποίων το κύριο χαρακτηριστικό θα είναι η στήριξη των ήδη υφιστάμενων προσπαθειών που κάνουν οι άνθρωποι της πόλης εν μέσω κρίσης. Παρά και ενάντια στις τεράστιες δυσκολίες της ύφεσης και των περιοριστικών πολιτικών, οι κάτοικοι και οι επιχειρηματίες της πόλης αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης,δημιουργούν τοπικές κινήσεις, προωθούν μορφές αλληλεγγύης, πειραματίζονται με μορφές νεανικής, συνεργατικής και κοινωνικής επιχειρηματικότητας. Όλες αυτές οι δραστηριότητες δεν έχουν το ίδιο ιδεολογικό πρόσημο, ούτε τις ίδιες προοπτικές επιβίωσης και αποτελεσματικότητας. Όμως θα είναι ένδειξη πραγματικού –και ρεαλιστικού– φιλολαϊκού πολιτικού προσανατολισμού για μια δημοτική ή περιφερειακή αρχή να τις αντιμετωπίσει ως το κύριο δυναμικό που διαθέτει αυτή τη στιγμή η πόλη, σε αντίθεση με τις όποιες δογματικές φαντασιώσεις για μια "ανταγωνιστική" Αθήνα που θα λειτουργήσει ως επίκεντρο μιας ριζικά "εξωστρεφούς" εθνικής οικονομίας βασισμένη στις ξένες επενδύσεις….»

Σχετικά δες , Γ.Σχ. : «Η  πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και άλλα ηχηρά παρόμοια» http://oikologein.blogspot.gr/2013/04/h.html


ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΩΤΗ

1. Η παρέμβαση στην Πανεπιστημίου εμφανίζεται ως ο άξονας μιας ευρύτερης "ανασυγκρότησης" του κέντρου της Αθήνας με στόχο την αντιστροφή της σημερινής του
υποβάθμισης. Το περιεχόμενο και η λογική του έργου αποτυπώνονται στη μελέτη της ομάδας Τουρνικιώτη του ΕΜΠ (βλ. κυρίως Τουρνικιώτης, 2012), στις ανακοινώ-
σεις της κυβέρνησης και στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού που οργάνωσε και χρηματοδότησε το ίδρυμα Ωνάση11. Η παρέμβαση στην Πανεπιστημίου είναι φιλόδοξη, η υλοποίηση της αναμένεται να έχει θεαματικά
αποτελέσματα και ιδωμένη καθαυτή δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς τις ευεργετικές της συνέπειες στο αστικό περιβάλλον. Στο σημείωμα αυτό θα επιχειρήσω μια σύντομη αποτίμησή της με τρία κριτήρια: την κοινωνικο-οικονομική της ατζέντα ειδικά σε σχέση με τις σημερινές ανάγκες της πόλης, τη γεωγραφική της
στόχευση και τη συσχέτισή της με την υπάρχουσα εμπειρία παρόμοιων έργων στο
ιστορικό κέντρο.
2. Διαβάζοντας τις εκθέσεις του ερευνητικού προγράμματος της ομάδας Τουρνικιώτη
διαπιστώνει κανείς ότι συνδέουν την ανασυγκρότηση του κέντρου της Αθήνας –η
οποία θα υλοποιηθεί μεταξύ άλλων μέσω της παρέμβασης στην Πανεπιστημίου– με ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών, οικονομικών και θεσμικών προτάσεων και στόχων.
Οι στόχοι περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη διατήρηση της πολυλειτουργικότητας του κέντρου, την προσέλκυση δραστηριοτήτων αιχμής, την ενίσχυση των παραγωγι-
κών δραστηριοτήτων, τη διατήρηση της κοινωνικής και εθνοτικής ποικιλομορφίας,την αναζωογόνηση των δημόσιων χώρων κ.λπ. Οι θεσμικές προτάσεις περιλαμβά-
νουν φορολογικές απαλλαγές για μετασκευές ακινήτων, την ένταξη των μικροϊδιοκτησιών σε ευρύτερα σχήματα διαχείρισης, τρόπους αναδιανομής των υπεραξιών
και συγκράτησης της κερδοσκοπίας κ.λπ. Από αυτή την άποψη το ερευνητικό πρόγραμμα αποτελεί μια πολύ χρήσιμη δεξαμενή ιδεών, οι οποίες είναι γενικά ρεαλιστικές και αντλούν γόνιμα από τη σύγχρονη τοπική και διεθνή εμπειρία.
Το κυριότερο όμως πρόβλημα είναι ότι αυτή η κοινωνικο-οικονομική και θεσμική ατζέντα δεν λειτουργεί παρά παράλληλα, ως συμπλήρωμα των πολεοδομικών
παρεμβάσεων.
 Για να επικεντρωθούμε στο έργο της Πανεπιστημίου, τα μέσα και οι άμεσες στοχεύσεις του είναι περιβαλλοντικού, συγκοινωνιακού και αρχιτεκτονικού χαρακτήρα12. Όπως ειπώθηκε στην παρουσίαση της νικήτριας πρότασης του
αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, ο στόχος είναι η δημιουργία μιας περιοχής προσβάσιμης, βιώσιμης και δραστήριας (accessible, resilient, vibrant), με τους τελευταίους
δύο όρους να αναφέρονται, αντίστοιχα, στη βελτίωση του αστικού περιβάλλοντος και κλίματος και στις καθημερινές και εφήμερες πολιτιστικές χρήσεις του δημοσίου
χώρου. Ο σχεδιασμός του έργου δεν εμπλέκει άμεσα κάποιες οικονομικές δραστηριότητες και κοινωνικές ομάδες και δεν αποσκοπεί σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις
στον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό της πόλης. Όπως θα δούμε το χαρακτηριστικό
αυτό έχει ορισμένες σημαντικές συνέπειες.
Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το ζήτημα, είναι χρήσιμο να ανατρέξουμε στο
πρόσφατο παρελθόν και στις προηγούμενες παρεμβάσεις στο κέντρο της Αθήνας,τις οποίες κυρίως έφερε σε πέρας η ΕΑΧΑ. Οι παρεμβάσεις αυτές έδιναν επίσης
έμφαση στον φυσικό σχεδιασμό και στην ανάδειξη της μνημειακότητας της πόλης,με εξαιρετικά αποτελέσματα στην ποιότητα του αστικού τοπίου και περιβάλλοντος.
Είχαν, επίσης, μια ρητή οικονομική ατζέντα (τουρισμός) και μια άρρητη (άνοδος
των αξιών των ακινήτων και ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία προωθούνταν εν μέρει υπό τον όρο της "ποιότητας ζωής"). Ένα, ασφαλώς, ερώτημα είναι
το κατά πόσο αυτό το μείγμα οικονομικών δραστηριοτήτων ήταν βιώσιμο, κάτι που
στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι δεν ήταν. Ένα δεύτερο ερώτημα είναι ο τρόπος με τον
οποίο προωθήθηκε η προαναφερόμενη οικονομική ατζέντα: η ΕΑΧΑ, σαν φορέας
εφαρμογής της δημόσιας πολιτικής, υλοποίησε πολεοδομικές παρεμβάσεις οι οποίες
θα ωφελούσαν ένα πλέγμα οικονομικών δραστηριοτήτων μέσα από τις δευτερογενείς τους συνέπειες. Ο ίδιος ο σχεδιασμός δεν ενέπλεκε με κανέναν άμεσο τρόπο
οικονομικές δραστηριότητες και κοινωνικές ομάδες. Αυτή η λογική αστικής παρέμβασης περιόρισε τη δημόσια πολιτική σε ένα λίγο-πολύ διαχειρίσιμο "πρακτικό"
αντικείμενο (πεζοδρομήσεις, αναπλάσεις πλατειών κ.λπ.), ενώ τα υπόλοιπα ανέλαβε,
σε ένα ιδιότυπο laissez-faire, μια ιδιωτική οικονομία σε μεγέθυνση φέρνοντας μεγαλύτερες και μικρότερες επενδύσεις στο ιστορικό κέντρο. Η βελτίωση των περιοχών ήταν σε αρκετές περιπτώσεις περιορισμένη (ειδικά σε περιοχές όπως η Ομόνοια και
η Κουμουνδούρου) και η διαδικασία είχε συχνά κερδοσκοπικό χαρακτήρα (οι φήμες
για παρέμβαση σε μια περιοχή ωθούσαν σε αγορές ακινήτων εν όψει της ανόδου
των τιμών, τις πεζοδρομήσεις ακολουθούσε επέκταση των τραπεζοκαθισμάτων των
καταστημάτων αναψυχής κ.λπ.13). Γενικά, όμως, σε μια χώρα που η κρατική ικανό-
τητα για εφαρμογή δημόσιων πολιτικών είναι πολύ περιορισμένη14, μπορούμε να
πούμε ότι οι παρεμβάσεις στο ιστορικό κέντρο λειτούργησαν.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι πρέπει να κλείσουμε στα μάτια μπροστά σε μια
πραγματικότητα. Η σημερινή κατάσταση του κέντρου της Αθήνας δεν οφείλεταιμόνο στην κρίση (αν και αυτή είναι το κύριο αίτιο), αλλά μπορεί να υποθέσει κανείς
βάσιμα ότι είναι ταυτόχρονα το αποτέλεσμα της αδυναμίας των παλαιότερων πολιτικών να αντιμετωπίσουν την "καρδιά" των προβλημάτων. Έχει ιδιαίτερη σημασία να
αναρωτηθούμε πάνω σε αυτό το ζήτημα, διότι σήμερα μιλάμε για ραγδαία υποβάθμιση του ιστορικού κέντρου ενώ έχουν προηγηθεί, ειδικά από τα τέλη της δεκαετίας
του 90 και ως τα πρώτα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, σημαντικότατεςπαρεμβάσεις στο ιστορικό κέντρο (πρόγραμμα ενοποίησης αρχαιολογικών χώρων,
ανάπλαση ιστορικών γειτονιών, κατασκευή του νέου Μουσείου της Ακρόπολης). Η
χρήση λοιπόν των ίδιων εργαλείων αστικής παρέμβασης δεν μπορεί να συνεχιστεί
αβίαστα σαν να είναι αυταπόδεικτη η αποτελεσματικότητά τους, το αντίθετο.
3. Οι καιροί άλλαξαν και η παλαιότερη οικονομική και κοινωνική ατζέντα των αστικών
παρεμβάσεων στο κέντρο της Αθήνας εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να μείνει η ίδια.
Ο τουρισμός παραμένει σημαντικότατος κλάδος, αλλά η ιδιωτική κατανάλωση και
η αγορά ακινήτων έχουν καταρρεύσει και οι εντάσεις γύρω από την παρουσία των
μεταναστών έχουν αυξηθεί. Λογικά οι κοινωνικοοικονομικές στοχεύσεις θα έπρεπε
να αλλάξουν.
Αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει. Στο επίκεντρο εξακολουθούν να είναι ο τουρισμός,
το εμπόριο και η αναψυχή. Αν όμως λάβουμε υπόψη την ύφεση, την ανεργία και
τις κοινωνικές εντάσεις, μια μείζων παρέμβαση στην Αθήνα θα έπρεπε, εκτός από
τη βελτίωση του αστικού χώρου, να συμβάλλει ταυτόχρονα στην παραγωγική και
κοινωνική ανασυγκρότηση της πόλης, στοχεύοντας σε συγκεκριμένους οικονομικούς κλάδους και κοινωνικές κατηγορίες. Αυτό θα σήμαινε επίσης αλλαγή της γεω-
γραφικής στόχευσης της παρέμβασης, με στροφή, πιθανότατα, στο δυτικό μέρος
του Δήμου Αθηναίων των ευρύτατων ζωνών υποβάθμισης, όπου θα μπορούσε σχεδιαστεί η χωροθέτηση σύγχρονων παραγωγικών, πολιτιστικών και τεχνολογικών
δραστηριοτήτων. Οπωσδήποτε η υλοποίηση της μείζονος αστικής παρέμβασης των επόμενων ετών στην Πανεπιστημίου σημαίνει ότι, εφόσον τουλάχιστον προχωρήσειτο έργο, οι όποιοι διαθέσιμοι πόροι θα κατευθυνθούν κατά κύριο λόγο στο προνομιούχο και όχι το "πάσχον" κομμάτι της πόλης.
Η επικέντρωση όμως σε εργαλεία φυσικού σχεδιασμού έχει και μια ακόμη, λιγότερο φανερή συνέπεια: παρά τις προφανείς αντίθετες προθέσεις της μελετητικής
ομάδας του ΕΜΠ, είναι εύκολο, κατά την πολιτική και κοινωνική του πρόσληψη,
το έργο να αποσυνδεθεί πλήρως από τον κοινωνικό και οικονομικό σχεδιασμό. Αν
οι κοινωνικοί, οικονομικοί και θεσμικοί στόχοι είναι απλώς συμπληρωματικοί στην
πολεοδομική παρέμβαση τι πιο απλό από το να υλοποιηθεί μόνο η τελευταία και
οι πρώτοι (και δυσκολότεροι) να παραπεμφθούν στις καλένδες; Αποσυνδεμένη από
κοινωνικο-οικονομικούς στόχους, η παρέμβαση στην Πανεπιστημίου διατηρεί την
ισχύ και τη θελκτικότητά της χάρη σε μια απλή ιδέα που δύσκολα μπορεί να αρνηθείκανείς: οι πεζοί και το πράσινο είναι καλύτεροι από τα αυτοκίνητα και το τσιμέντο.
4. Τα πράγματα όμως έχουν πάρει ήδη την τροπή τους: οι αστικές παρεμβάσεις στην
Αθήνα έχουν μια μορφή τα τελευταία 15-20 χρόνια η οποία έχει τη σχετική της απο-
τελεσματικότητά, είναι γενικά αποδεκτή και, παρά την κατάρρευση των συμφραζομένων που τη δημιούργησαν, έχει ακόμη τη δύναμη της αδράνειάς της. Αν πρόκειται
να γίνει μια μείζων παρέμβαση στο κέντρο της Αθήνας τα επόμενα χρόνια, αυτή θα
έχει να κάνει με το έργο της Πανεπιστημίου.
Από αυτή την άποψη, είναι ευτύχημα ότι ο σχεδιασμός του έργου είναι σε εξέλιξηκαι, θεωρητικά, οι τροποποιήσεις είναι ακόμη δυνατές. Την περίοδο αυτή το ίδρυμα
Ωνάση έχει αναθέσει σε ομάδα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας μελέτη για το θεσμικό
πλαίσιο και σε ομάδα από το Πολυτεχνείο της Ζυρίχης μελέτη για τις κοινωνικές
όψεις του έργου15.
Ποια θα μπορούσε όμως να είναι η κοινωνική και οικονομική ατζέντα με την οποία
θα συνδέονταν, έστω όψιμα, η "ανασυγκρότηση του κέντρου της Αθήνας με άξονα
την Πανεπιστημίου"; Η απάντηση είναι επί της αρχής πολιτική. Αν κάποια κοινω-νικο-οικονομική αναπλαισίωση του έργου δεν συμβεί, τότε οι στοχεύσεις θα περιο-
ριστούν στην ενίσχυση του τουρισμού και στην αναζωογόνηση του δημόσιου χώρου
μέσα από εφήμερες πολιτιστικές δράσεις. Ακόμη χειρότερα, από την πλευρά της κυβέρνησης (και όχι των μελετητών), οι στοχεύσεις αυτές θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως η άλλη όψη των αστυνομικών επιχειρήσεων εκδίωξης των μεταναστών από
το κέντρο σε μια προσπάθεια γενικού εξωραϊσμού.
Κατά την προσωπική μου άποψη, οι αστικές παρεμβάσεις στο κέντρο της πόλης θα πρέπει να αναλάβουν ενεργητικά τον ρόλο τους, στο μέτρο που τους αναλογεί,
ως εργαλείων κοινωνικής και οικονομικής ανασυγκρότησης. Η θέση αυτή έχει ορισμένες προφανείς συνέπειες. Πρώτα-πρώτα, η παρέμβαση στην Πανεπιστημίου δεν μπορεί να είναι μονάχα μια υπόθεση της κεντρικής κυβέρνησης. Οπωσδήποτε
πρέπει να συνδεθεί με τον στρατηγικό αναπτυξιακό σχεδιασμό του Δήμου, ο οποίος περιλαμβάνει την ενίσχυση της νέων τεχνολογιών και των λεγόμενων "δημιουργικών" δραστηριοτήτων, καθώς και την ίδρυση αντίστοιχων θερμοκοιτίδων. Οι δύο
σχεδιασμοί πρέπει να συνδεθούν, ώστε μέρος της υπεραξίας που θα δημιουργήσει η
ανασυγκρότηση του κέντρου με άξονα την Πανεπιστημίου να κατευθυνθεί σε δραστηριότητες που θεωρούμε σημαντικές για το μέλλον της κοινωνίας και της οικονο-
μίας της Αθήνας.
Ακόμη παραπέρα όμως η κοινωνική και οικονομική ατζέντα των παρεμβάσεων στο
κέντρο θα πρέπει να συμπεριλάβει μια θαρραλέα επιλογή ενός περιορισμένου αριθμού προτεραιοτήτων σχετικά με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή
των οποίων το κύριο χαρακτηριστικό θα είναι η στήριξη των ήδη υφιστάμενων προσπαθειών που κάνουν οι άνθρωποι της πόλης εν μέσω κρίσης. Παρά και ενάντια
στις τεράστιες δυσκολίες της ύφεσης και των περιοριστικών πολιτικών, οι κάτοικοι και οι επιχειρηματίες της πόλης αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης,δημιουργούν τοπικές κινήσεις, προωθούν μορφές αλληλεγγύης, πειραματίζονται με
μορφές νεανικής, συνεργατικής και κοινωνικής επιχειρηματικότητας. Όλες αυτές
οι δραστηριότητες δεν έχουν το ίδιο ιδεολογικό πρόσημο, ούτε τις ίδιες προοπτικές επιβίωσης και αποτελεσματικότητας. Όμως θα είναι ένδειξη πραγματικού –και ρεαλιστικού– φιλολαϊκού πολιτικού προσανατολισμού για μια δημοτική ή περιφερειακή αρχή να τις αντιμετωπίσει ως το κύριο δυναμικό που διαθέτει αυτή τη στιγμή η πόλη, σε αντίθεση με τις όποιες δογματικές φαντασιώσεις για μια "ανταγωνιστική"
Αθήνα που θα λειτουργήσει ως επίκεντρο μιας ριζικά "εξωστρεφούς" εθνικής οικονομίας βασισμένη στις ξένες επενδύσεις. Στην κατεύθυνση αυτή οι δημοτικές και
περιφερειακές αρχές και, γιατί όχι, η κεντρική κυβέρνηση θα επιχειρούσαν να συνδέσουν τα διάφορα ζητήματα που άπτονται των παρεμβάσεων στο κέντρο με την
"από τα κάτω" δραστηριότητα των κατοίκων και των επιχειρηματιών της πόλης: η
επανάχρηση των κενών κτηρίων, η αναδιανομή των αξιών, η χρήση των δημόσιωνχώρων, τα φορολογικά κίνητρα για μετασκευές κ.λπ. θα μπορούσαν να προωθηθούν
στοχευμένα στην ενίσχυση υπαρχουσών πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων. Ταυτόχρονα, όμως, κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι οι φορείς αυτοί θα αναγνωρίζονταν
ως ακηδεμόνευτοι συνομιλητές της τοπικής και κεντρικής εξουσίας, πιθανώς μέσα
από σχήματα δικτύωσής τους που θα τους έδιναν το απαραίτητο πολιτικό βάρος. Θα προϋπέθετε όμως, ακόμη περισσότερο, την ανάκτηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης
μεταξύ της πολιτικής τάξης και των πολιτών.

* Δρ. Αστικός Κοινωνιολόγος, Ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών




10 Το σημείωμα αυτό έχει αντλήσει ιδέες από παλιότερες συζητήσεις μου με τον Δημήτρη Εμμανουήλ, τον οποίο
ευχαριστώ θερμά.
11 Η παρουσίαση των αποτελεσμάτων είναι διαθέσιμη στο http://www.rethinkathenscompetition.
org/#HomeBanner (τελευταία πρόσβαση στις 18/11/2013).
12 Για μια –ανελέητη– κριτική του υπερτονισμού της αρχιτεκτονικής και αισθητικής διάστασης στην παρέμβα-
ση στην Πανεπιστημίου βλ. Χατζημιχάλης, 2013: 339-342.
13 Σε ό,τι αφορά στην κερδοσκοπία στις δραστηριότητες αναψυχής, βλ. Σουλιώτης, 2013.
14 Για την χαμηλή κρατική ικανότητα χάραξης και εφαρμογής αστικών πολιτικών βλ. Souliotis κ.ά.., (υπό έκδοση).
15 Η δεύτερη αυτή μελέτη, η οποία ανατέθηκε με τον τίτλο "Reactivate Athens" στην ομάδα του Alfredo
Billembourg από το Πολυτεχνείο της Ζυρίχης, παρουσιάστηκε δημόσια στις 18/11/2013 (Τράτσα, 2013).

Aναφορές
Σουλιώτης Ν. (2013) "Συμβολική οικονομία στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας: αποτίμησηκαι προοπτικές για μια νέα αστική πολιτική", στο: Μαλούτας Θ., Κανδύλης Γ.,
Πέτρου Μ., Σουλιώτης Ν. (επ.), Το κέντρο της Αθήνας ως πολιτικό διακύβευμα,
Αθήνα: ΕΚΚΕ και τμήμα Γεωγραφίας Χαροκόπειου Πανεπιστήμιου, 91-117.
Τουρνικιώτης Π. (επιστ. υπευθ.) (2012) "Μεταλλασσόμενοι χαρακτήρες και πολιτικές στα κέντρα πόλης Αθήνας και Πειραιά", Ερευνητικό πρόγραμμα, Γ` Φάση, Αθήνα:
Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Τράτσα Μ. (2013) "Αναζητούνται ιδέες για το "φρεσκάρισμα" της Αθήνας", Το Βήμα,18/11/2013. (Διαθέσιμο στο: http://www.tovima.gr/society/article/?aid=540384.
Τελευταία πρόσβαση: 19/11/2013).
Χατζημιχάλης Κ. (2013) "Ο διεθνής ρόλος της Αθήνας, το έλλειμμα σχεδιασμού για το
δημόσιο συμφέρον και στο κέντρο της πόλης", στο Μαλούτας Θ., Κανδύλης Γ.,Πέτρου Μ., Σουλιώτης Ν. (επ.), Το κέντρο της Αθήνας ως πολιτικό διακύβευμα,
Αθήνα: ΕΚΚΕ και τμήμα Γεωγραφίας Χαροκόπειου Πανεπιστήμιου, 329-346.
Souliotis N., Sayas I., Maloutas Th. (υπό έκδοση) "Mega-projects, neoliberalization and
state capacities: assessing the medium-term impact of the 2004 Olympic Games on
Athenian urban policies", Environment and Planning C.__

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου