Ἡ λέξη βουνός (= βουνό, ὕψωμα), μαρτυρούμενη ἤδη ἀπὸ τὸν 5ο αἰ. π.Χ. στὸν Ἡρόδοτο (4, 199: «… τούτων τε δὴ συγκεκομισμένων τὰ ὑπὲρ τῶν θαλασσιδίων χώρων [τὰ μέσα] ὀργᾷ συγκομίζεσθαι, τὰ βουνοὺς καλέουσι …»), πρβλ. καὶ βοῦνις (= βουνώδης) στὸν Αἰσχύλο (Ἱκέτιδες,117: «Ἀπίαν βοῦνιν» | 776: «ἰὼ γᾶ βοῦνι, πάνδικον σέβας…»),θεωρεῖται «προελληνικὴ» ἀπὸ τὸν Edzard Furnée, ὁ ὁποῖος ἐντοπίζει μιὰ ἐναλλαγὴ β/μ στὰ βουνιάς / μουνιάς, μουνιαδικόν, καὶ προσκομίζει περαιτέρω τὸ βασκικὸ muno,muño(= λόφος), τὰ ἱσπανικά (: «βασκικά – προρρωμανικά») τοπωνύμια Muñero,Buñero(= ὄνομα τοῦ, 6 χιλιόμετρα ἀπέχοντος ἀπὸ τὸ πρῶτο, βουνοῦ)κ.ἄ.[βλ. Die wichtigsten konsonantischen Erscheinungen des Vorgriechischen (Τὰ κυριώτερα συμφωνικὰ φαινόμενα τῆς προελληνικῆς), σ. 208, 213].
Προτοῦ περάσουμε στὴν ἐτυμολογικὴ διερεύνηση τῆς λέξης βουνός, γιὰ τὴν πάγκοινη χρήση τῆς ὁποίας στὴν σημερινὴ «νεο»ελληνικὴ οἱ ξένοι μελετητὲς δείχνουν μιὰ χαρακτηριστική -καὶ ἀπαράδεκτη ἀπὸ ἐπιστημονικὴ ἄποψη- ἀδιαφορία, καλὸ εἶναι νὰ ἐξετάσουμε τί νοεῖται μὲ τὸν ὅρο «προελληνικὴ» γλῶσσα.

Ἡ λεγόμενη «προελληνική»
Στὶς μέρες μας εἶναι κοινῶς ἀποδεκτὴ ἡ ἄποψη ὅτι πολλὲς ἀρχαιοελληνικὲς λέξεις ἀνήκουν σὲ ἕνα πρὸ τοῦ 2000 π.Χ. διαδεδομένο στὸν ἑλλαδικὸ καὶ μικρασιατικὸ χῶρο «προελληνικὸ» γλωσσικὸ ὑπόστρωμα, θεωρούμενο μὴ ἑλληνικὸ καὶ μὴ ἰνδοευρωπαϊκό.
Τὰ κριτήρια βάσει τῶν ὁποίων οἱ λέξεις αὐτὲς χαρακτηρίζονται «προελληνικὲς» εἶναι ἐν συντομίᾳ τὰ ἑξῆς: α) Ἡ ἀνυπαρξία, κατὰ τὴν γνώμη τῶν μελετητῶν, ἰνδοευρωπαϊκῆς ἐτυμολογίας β) Ἡ εὐρεῖα «φωνητικὴ ποικιλία» τὴν ὁποία παρουσιάζουν οἱ λέξεις αὐτές, ἡ ὁποία δὲν ἑρμηνεύεται μὲ βάση «ἰνδοευρωπαϊκοὺς» ὅρους γ) Ἡ παρουσία «μὴ ἰνδοευρωπαϊκῶν» ἐπιθημάτων.
Κοντὰ σ’ αὐτά, ἐπὶ πλέον ἐπιχειρήματα ἀντλοῦνται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ λέξεις αὐτὲς εἶναι ἀντιπροσωπευτικὲς τοῦ ἰδιάζοντος φυσικοῦ καὶ πολιτισμικοῦ περιβάλλοντος τοῦ μεσογειακοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ, δηλ. ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὀνόματα φυτῶν, δένδρων, καρπῶν, ζώων, πτηνῶν, ἐντόμων, ψαριῶν, ἐργαλείων, σκευῶν, ὅροι τῆς ἀγροτικῆς οἰκονομίας, τῆς μεταλλουργίας, τῆς ὑφαντουργίας, τῆς ἀμπελοκομίας, τῆς ἁλιείας κ.λπ.


.jpg)






