Του Γιάννη Σχίζα
Θυμάμαι το Λεωνίδα Χρηστάκη,
εκδότη του περιοδικού ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ,
με το πορνικό αλλά και το εξτρεμιστικό/ αντιιεραρχικό περιεχόμενό του, που είχε ταχθεί κάποτε
εναντίον των επετείων- με την γραπτή απόφανση : « Οι επέτειοι; Στ@ρχίδι@ μας»….Τελικά
αυτό δεν πέρασε, μείναμε εμείς να γιορτάζουμε και να θυμόμαστε τις επετείους, για την Κύπρο, για
την πτώση της δικτατορίας, για την 28η Οκτωβρίου, κλπ κλπ.. Να
θυμόμαστε αλλά και να ξεχνούμε τον Κωνσταντίνο Καβάφη, αυτόν που έγραφε το
ποίημα « Che fece .... il gran rifiuto»
με μια ανορθόδοξη στράτευση, που είναι αυτές τις μέρες πολύ της μόδας :
«Σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους
ἔρχεται μιὰ μέρα
ποῦ πρέπει τὸ μεγάλο Ναὶ ἢ τὸ μεγάλο τὸ Ὄχι
νὰ ποῦνε. Φανερώνεται ἀμέσως ὅποιος τὤχει
ἕτοιμο μέσα του τὸ Ναί, καὶ λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στὴν τιμὴ καὶ στὴν πεποίθησί του.
Ὁ ἀρνηθεὶς δὲν μετανοιώνει. Ἄν ρωτιοῦνταν πάλι,
ὄχι θὰ ξαναέλεγε. Κι’ ὅμως τὸν καταβάλλει
ἐκεῖνο τ’ ὄχι — τὸ σωστὸ — εἰς ὅλην τὴν ζωή του»
Το μεγάλο Ναι
και το μεγάλο Όχι ειπώθηκε, και μάλιστα
σε χρόνο dt. Υπερέχοντας κιόλας σε ταχύτητα από την απόφανση του Ανδρέα Παπανδρέου, που
στα 1981 τολμούσε να λέει «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» .…


ΚΟΡΠΟΥΣΕ
τὸν φόβο καὶ τὸν τρόμο καὶ μόνο μὲ τὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός του.
Ἦταν ἕνα ἱπτάμενο τετράγωνο τομάρι δυὸ μέτρων, μὲ κοντὴ
σκουρόχρωμη τρίχα, πάντα τεντωμένο καὶ οἱ τέσσερις ἄκρες του
ποὺ εἶχαν ἐπιμηκυνθεῖ καὶ στρογγυλοποιηθεῖ,
ἀνεβοκατέβαιναν γρήγορα σὰν φτεροῦγες. Δὲν εἶχε κεφάλι,
ἀλλὰ ὅταν περνοῦσε μὲ μεγάλη ταχύτητα, φαινόταν σὰν νὰ τὸ
εἶχε χτυπήσει ἀκριβῶς στὴ μέση μιὰ μπάλα ποδοσφαίρου, ποὺ
ἔχοντας μεγαλύτερη ταχύτητα, τὸ παράσερνε μαζί της στὴν
πορεία της. Συνήθως παρουσιαζόταν τὸ βράδυ, μέσα στὸ βαθὺ
σκοτάδι καὶ ἡ παρουσία του γινόταν ἀντιληπτή, ἀπὸ τὸν θόρυβο
ποὺ ἔκαναν οἱ ἄκρες του καθὼς χτυποῦσαν τὸν ἀέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μιὰ
περίεργη κίτρινη φωτεινὴ αὔρα ποὺ εἶχε γύρω του. Ἔκανε ὅμως,
τὴν ἐμφάνισή του καὶ πιὸ νωρίς, μόλις σουρούπωνε ἢ πολὺ
σπάνια, ἐμφανιζόταν καὶ τὴν ἡμέρα.











ΑΘΟΤΑΝ
ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ μὲ τὸν ἄνδρα καὶ τὰ παιδιά. Ἀπαστράπτουσα.
Φινετσάτη, κι ἂς ἦταν κάπως παλιὰ τὰ ροῦχα. Παρέπεμπε σὲ ντίβα
ἐποχῆς. Ὁ ἄνδρας δίπλα, ἀσήμαντος. Τὰ παιδιά, ὀμορφούλικα καὶ
ζωηρά, πηγαινοέρχονταν ἕνα τσοῦρμο. Ἀπέναντι ἡ μάνα
χαμογελαστὴ μὲ ἤρεμο βλέμμα. Σχεδὸν ἀθώου παιδιοῦ. Ἀπὸ δίπλα ἡ
γιαγιά. Περνοῦσε συνεχῶς ὅλους μὲ τὸ βλέμμα της σὰν ραντάρ,
ἰδιαίτερα τὴν Ἀνδρονίκη. Λὲς καὶ ἤθελε νὰ βεβαιωθεῖ ὅτι ὅλα ἦταν
ἐντάξει. Πότε-πότε ἔριχνε κλεφτὲς ματιὲς στοὺς χωριανοὺς στὰ
γύρω τραπέζια. Δὲν ἦταν συνηθισμένη σὲ οἰκογενειακὲς
ἐξόδους. Φοβόταν μὴν τοὺς μποῦν στὸ μάτι. Μὴν τοὺς προσβάλει
κάποιος μὲ καμιὰ μπηχτή, μὲ κανένα ὑπονοούμενο. Λίγο πιὸ πέρα
καθόταν ἡ γηραιὰ κυρία. Ἐκείνη ἡ σκυλόγρια. Ἡ Ἀνδρονίκη δὲν
ἄντεχε νὰ τὴ βλέπει μπροστά της· πάθαινε μόλις τὴν ἀντίκριζε.

