|
|

ΉΤΑΝ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ τοῦ 1948, σὲ μιὰ ἐπαρχιακὴ πόλη τῆς
Ἑλλάδας, ὅταν ἕνα μικρὸ ἀγόρι πρωτοπῆγε σχολεῖο μὲ πλάκα καὶ κοντύλι.
Κάθε μεσημέρι, γυρνώντας σπίτι, περνοῦσε ἀπὸ τὸ καφενεῖο τῆς γειτονιᾶς.
Ἡ μητέρα του εἶχε παρακαλέσει τὸν καφετζῆ νὰ τοῦ δίνει τὴν ἄχρηστη ἐφημερίδα
τῆς περασμένης μέρας, «γιὰ νὰ ἐξασκεῖται τὸ παιδὶ στὴν ἀνάγνωση».
Ἀπὸ
τὸν καιρὸ ποὺ ὁ πατέρας εἶχε ὁδηγηθεῖ στὴ φυλακή, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς
ἄλλος στὸ σπίτι ποὺ νὰ γνωρίζει γράμματα. Μὰ τὸ μικρὸ ἀγόρι, χάρη στὴν
ἐφημερίδα τῆς περασμένης μέρας, ἔμαθε μέχρι τὰ Χριστούγεννα νὰ διαβάζει
νεράκι.
Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς μητέρας του, πρώτη δουλειὰ μόλις ἔφτανε
σπίτι, ἦταν νὰ τὴν ἀνοίξει στὴ δεύτερη σελίδα καὶ νὰ διαβάσει μεγαλόφωνα
τὸν κατάλογο μὲ τὰ ὀνόματα τῶν ἐκτελεσμένων. Ὅταν τελείωνε, ἡ μητέρα
καὶ ἡ γιαγιὰ ἔκαναν τὸν σταυρό τους. Τὰ μικρὰ ἀδέρφια του συνέχιζαν νὰ
παίζουν.



















