Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης : Δω­μά­τιο 111



  

 


 


Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ τῆς πτέ­ρυ­γας μὲ ἐ­νη­μέ­ρω­σε, ὅ­τι θὰ με­τα­φερ­θῶ. Ρω­τών­τας «για­τί;» ἀ­πάν­τη­σε «ἔ­χου­με δύ­ο εὐ­ά­λω­τους σὲ μι­κρό­βια κι εἶ­στε ὁ μό­νος μὲ νό­ση­μα μὴ με­τα­δι­δό­με­νο».

       Σὲ λί­γο μὲ πῆ­γαν στὸ δω­μά­τιο 111. Το­πο­θε­τή­θη­κα ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκο­μέ­νους. Μὲ λευ­χαι­μί­α. Δε­ξιά, πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἕ­νας με­σή­λι­κας. Ἔ­δι­νε δια­ρκῶς ὁ­δη­γί­ες στὴ σύ­ζυ­γο, ποὺ πλάν­τα­ζε βου­βά, γιὰ τὴ δι­α­χεί­ρι­ση ἑ­νὸς πα­νω­ση­κώ­μα­τος, στὸ Το­λό, καὶ γιὰ τὸ πῶς θὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να δω­μά­τια. «Πρό­σε­ξε», τό­νι­ζε, «μὴν ἔ­χει ὁ ἀ­δερ­φός μου τί­πο­τε ἀ­παι­τή­σεις στὸ σπί­τι, θὰ κα­τέ­βω καὶ θὰ τὸν πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος!» Πρὶν τὰ χα­ρά­μα­τα κα­τέ­λη­ξε.

       Ἀ­ρι­στε­ρά μου ἕ­νας ἄν­τρας, γύ­ρω στὰ 50. Σὲ λή­θαρ­γο, λές. Μὲ ὄ­ψη ἄ­σπρη σὰν γλειμ­μέ­νο κό­κα­λο. Τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἡ μί­α, γε­ρα­σμέ­νη πρό­ω­ρα. Μα­ζὶ μιὰ ἔ­φη­βη. Θυ­γα­τέ­ρα της ἀ­πὸ γά­μο μὲ τὸν ἀ­σθε­νῆ. Τώ­ρα σὲ δι­ά­στα­ση. Ἡ δεύ­τε­ρη, ξαν­θιὰ Οὐ­κρα­νή. Συ­ζοῦ­σε μὲ τὸν δι­πλα­νό.

       Ὅ­ταν ὁ ἐν λό­γῳ ξυ­πνοῦ­σε καὶ ἦ­ταν πα­ροῦ­σα ἡ πρώ­ην, τὸν πα­ρό­τρυ­νε, μὲ σβη­σμέ­νη φω­νή, «πᾶ­με σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, στὴν Τῆ­νο, νὰ βο­η­θή­σει ἡ Πα­να­γί­α!». Ἔ­βα­ζε φι­τι­λι­ὲς γιὰ τὴν και­νούρ­για, «δὲν ἦρ­θε σή­με­ρα, ὅ­πως καὶ προ­χθές, εἶ­δες; Ἐ­νῶ ἐ­γὼ μέ­ρα νύ­χτα ἐ­δῶ μὲ τὸ κο­ρί­τσι μας». Ἐ­κεῖ­νος ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴ ξαν­θιά, «ἔ­χει τὸ μα­γα­ζὶ στὴν πα­ρα­λια­κή, μω­ρὴ μα­λά­κω, πῶς νά ‘ρθεῖ;»

       Ὅ­σες νύ­χτες πα­ρέ­μει­νε ζων­τα­νός, κα­τὰ τὶς 4 τὸ πρω­ΐ, τη­λε­φω­νοῦ­σε σὲ κά­ποι­ον. Ρω­τοῦ­σε, ἂν τὰ κο­ρί­τσια εἶ­ναι στὴ γύ­ρα. Παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση μὴ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ οὔρ­λια­ζε, «Σή­κω­σέ τες νὰ πᾶ­νε στὰ τρα­πέ­ζια, γα­μῶ τὸν ἀν­τί­θε­ό μου, νὰ κά­νουν κον­σο­μα­σιόν. Θὰ τὶς ξε­σκί­σω ἅ­μα γυ­ρί­σω. Κι ἐ­σέ­να, μα­λά­κα».

       Τὴ μέ­ρα ποὺ κα­τέ­λη­ξε κι ἐ­κεῖ­νος ἡ πρώ­ην ἀ­νέ­βα­σε ὀ­κτά­βες. Ρί­χτη­κε στὴ γκό­με­να. «Μά­ζε­ψέ τα. Τὸ παι­δί μου ἔ­χει νό­μι­μο δι­καί­ω­μα στὸ μα­γα­ζί. Ἢ χά­σου ἢ μέ­νεις καὶ σ’ ἔ­χω που­τά­να μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες νὰ μοῦ τὰ φέρ­νεις, κα­ρι­ό­λα.»

       Κοί­τα­ξα ἔ­ξω τὸν οὐ­ρα­νό. Πα­νω­ση­κώ­μα­τα, κω­λόμ­πα­ρα, με­τα­δι­δό­με­να καὶ μὴ νο­σή­μα­τα. Ζω­ή…



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.


Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης (Δε­σφί­να Φω­κί­δας, 1951). Ποί­η­ση, Δο­κί­μιο-Κρι­τι­κή. Τε­χνι­κὸς μη­χα­νο­λο­γι­κῆς συν­τή­ρη­σης στὴ χη­μι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α (Ἀ­λου­μί­νιον τῆς Ἑλ­λά­δος). Ποι­ή­μα­τά του, δο­κι­μια­κὰ κεί­με­να καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ποι­ή­μα­τά του με­τα­φρά­στη­καν στὰ ἀλ­βα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κα. Βι­βλί­α του: Πτω­χὸν με­τάλ­λευ­μα (ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἐμ­βό­λι­μον, Ἄ­σπρα Σπί­τια, 1990), Ἀ­μει­ψι­σπο­ρά (ἔκ­δο­ση τῆς Δη­μό­σιας Κεν­τρι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Λε­βα­δεί­ας, 1996), Δί­στο­μο 10 Ἰ­ου­νί­ου 1944 – τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2010· Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Χρο­νι­κοῦ-Μαρ­τυ­ρί­ας), Πι­­στο­­ποι­­η­τι­­κὰ θνη­­τό­τη­­τας. Ποι­ήμα­τα 1970-2010 (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2014) κ.ἄ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου