Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Η ΦΥΣΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΛΟΡΔΟΥ ΒΥΡΩΝΑ





«Η Τέχνη, η Ελευθερία, η Δόξα σβήσανε

μα η φύση είναι πάντα ωραία»

«Το προσκύνημα του Τσάϊλντ Χάρολντ»,  δεύτερο άσμα, στροφή 87, 



     Ο Τζωρτζ Γκόρντον, Λόρδος Βύρων, έζησε μια   μικρή αλλά εξαιρετικά περιεκτική ζωή  36 χρόνων(1788-1824)  μέσα στα πλαίσια  μιας εποχής  που φιλοξένησε  ιδεολογικές, οικονομικές και κοινωνικές ανατροπές . Έζησε  μια περίοδο  «επιτάχυνσης της ιστορίας», με μεγάλα   ιδεολογικά άλματα αλλά και πισωγυρίσματα, με κύριο χαρακτηριστικό την αμφισβήτηση  της  «φεουδαρχικής τάξης πραγμάτων»  και την εμφάνιση  ενός νέου  Δημοκρατικού   Ανθρωπισμού,με «γενετικά χαρακτηριστικά» την αρχή της  Ισότητας  και του Κράτους Δικαίου.  Η ανήσυχη  φύση του τον  έφερε σε επαφή με εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τον οδήγησε σε αντιπαράθεση με τον αυταρχισμό των ηγετικών κύκλων της χώρας του,  τον ώθησε στην  υπεράσπιση  οικουμενικών πολιτιστικών αξιών -   όπως έδειξε η  πολεμική  του  κατά  του Έλγιν για την υπόθεση των γλυπτών του Παρθενώνα. Στο ποίημά του «Η κατάρα της Αθηνάς» θα καταγγείλει  με  συγκλονιστική λιτότητα τον συμπατριώτη του Σκωτσέζο Λόρδο για την πράξη του να αφαιρέσει «ό,τι Γότθος, Τούρκος, Χρόνος είχε αφήσει»... Ακόμη  όμως δεν θα φεισθεί καταγγελιών εναντίον άλλων, λιγότερο διάσημων  αρχαιοκάπηλων της εποχής του, όπως ο Λόρδος Aberdeen – στιγματίζοντάς τους  ως  «κλέφτες περιωπής»..

     Η  δημιουργική πορεία του Βύρωνα εντάσσεται  στο μεγάλο ρεύμα   του  Αγγλικού Ρομαντισμού, του οποίου  αφετηριακή  πράξη  θεωρείται  η δημοσίευση  των   Lyrical Ballads (1798) από τους  Wordsworth  και Coleridge. Ο Ρομαντισμός, λογοτεχνική σχολή και όχι μόνο,  θα αναδυθεί μέσα στις συνθήκες της ανερχόμενης    βιομηχανικής επανάστασης, με την ρευστότητα των καταστάσεων και την κινητικότητα των ιδεών,  με την έντονη  αλλαγή των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων. Στο νέο αυτό σκηνικό , η  μεταμόρφωση των αστικών και των  άλλων  τοπίων της υπαίθρου, η έκπτωση της γραφικότητας προς όφελος των στυγνών παραγωγικών εγκαταστάσεων  μέσα σε  δύσμορφες και ανθυγιεινές  περιοχές, η  εμφάνιση ακραίων μορφών πλουτισμού αλλά και φτώχειας, διαμορφώνουν νέες αντιπαλότητες και σημαντικές «οπισθέλκουσες» δυνάμεις.   . Η  παραδοσιακή προκαπιταλιστική  κοινωνία  με τις παγιωμένες σχέσεις και μορφές – ανθρώπων, χώρων, τοπίων – θα υποστεί  δραματική αλλαγή, η Αγγλική ύπαιθρος θα ζήσει τη νέα κατάσταση των περιφράξεων των αγρών και των βιομηχανικών συγκροτημάτων με τις εκπομπές καπνών και ρύπων, η  εργατική τάξη  θα «χωροθετηθεί» σε  άθλια οικιστικά σύνολα κοντινά με τις παραγωγικές μονάδες. Δεν είναι τυχαίο το ότι  υπό την επίδραση της έντονης πολιτικής και κοινωνικής κριτικής, ένας  πρωθυπουργός  της Αγγλίας στα μέσα του 19ου αιώνα όπως ο Disraeli,  θα μιλήσει « για δύο έθνη στη συσκευασία του ενός «(!) –  που δεν είναι άλλα από το κεφάλαιο και την εργασία, οι  πλούσιοι  και   οι  φτωχοί.


       Οι εργαζόμενοι των αρχών του 19ου αιώνα  δεν διαθέτουν ψήφο, δεν έχουν δικαίωμα  να συνδικαλίζονται, δεν είναι  φιλικοί με τα νέα μηχανικά συστήματα  της βιομηχανικής ανάπτυξης. Γι αυτό και  εκφράζουν  την αντίθεσή τους με βίαια ξεσπάσματα και αναταραχές, συχνότατα με καταστροφές  των μηχανών που τους εκτοπίζουν από το στίβο της παραγωγής ή κάνουν δύσκολη τη διαπραγματευτική τους θέση έναντι της εργοδοσίας..  Ο Βύρων  θα  γίνει  ιδιαίτερα γνωστός  στην Αγγλική κοινωνία  από τον «παρθενικό» του  λόγο από το βήμα της Βουλής των Λόρδων(Φεβρουάριος 1812), με το ιδιαίτερα τολμηρό και αντικομφορμιστικό του  περιεχόμενο. Μετά από τρία χρόνια «σιωπηλής κατοχής» του τίτλου του Λόρδου ο Βύρων ξεσπαθώνει    εναντίον νομοσχεδίου που πρόβλεπε την ποινή του θανάτου κατά των «Λουδιτών» εργατών -  γνωστών για τη δράση τους εναντίον των μηχανών  εκείνης της εποχής. "Ονομάζετε τους ανθρώπους αυτούς όχλο, απελπισμένο, επικίνδυνο, και αγράμματο, και μοιάζετε να σκέπτεστε ότι ο μόνος τρόπος για να ηρεμήσει η 'Bellua multorum capitum' (το 'ζώο με τις πολλές κεφαλές') είναι να κρεμάσετε μερικές από τις κεφαλές αυτές. Αλλά ακόμα κι ένας όχλος μπορεί καλύτερα να μπει στο δρόμο της λογικής μ' ένα κράμα διαλλακτικού πνεύματος και σταθερού χεριού παρά με πρόσθετο εξερεθισμό και αυξημένες ποινές. Εχουμε, τάχα, συνειδητοποιήσει τι οφείλουμε σ' αυτόν τον όχλο; Είναι ο όχλος που δουλεύει στους αγρούς σας και υπηρετεί στα σπίτια σας, που επανδρώνει το στόλο σας και προμηθεύει άνδρες στο στρατό σας, που σας έκαμε ικανούς να αψηφήσετε ολόκληρο τον κόσμο και που μπορεί επίσης να αψηφήσει και σας, όταν η παραμέληση και η δυστυχία θα τον οδηγήσει σε απόγνωση! Ονομάστε, αν θέλετε, τους ανθρώπους αυτούς όχλο. Αλλά μην ξεχνάτε, ότι ένας όχλος εκφράζει πολύ συχνά τα αισθήματα του λαού." 

       Λίγο καιρό πριν  στην Ελλάδα, η ευαίσθητη φύση του τον έσπρωξε σε μια τολμηρή πρωτοβουλία  για τη σωτηρία  κάποιας μοιχαλίδας Τουρκάλας, της Αϊσέ,  που ένα απόσπασμα μετέφερε στο Φάληρο κλεισμένη σ’ ένα σακί» για να υποστεί τη θανατική ποινή δια πνιγμού….(Σιμόπουλος).. Πάντως  η βαθύτατα συμπονετική φύση του  νεαρού λόρδου δεν έπαυε να  συνταιριάζει  στην όλη ψυχική του ταυτότητα και τα στοιχεία μιας άλλης αγάπης, όπως αυτής προς την φύση..  Η  ποιητική ιδιοσυγκρασία του τον οδηγούσε   σε μια  αισθητική προσέγγιση του φυσικού χώρου, μέσα σε συνθήκες όπου η βιομηχανική επανάσταση   ανέτρεπε  όχι μόνο  τις συνθήκες ζωής μεγάλων κοινωνικών ομάδων  αλλά  και  τη γραφικότητα της Βρετανικής υπαίθρου. Η  Ρομαντική ποίηση ήταν αναμφίβολα   φυσιολατρική, ήταν ποίηση ταξιδευτών και περιπλανώμενων,  όμως στην ολότητά της δεν κατέληγε σε μια ποίηση παραδείσιων τοπίων και εικονικής αθωότητας.  Ο Ρομαντικός λόγος  δεν απέστρεφε το βλέμμα από την ανθρώπινη φύση…..


ΕΡΩΤΙΚΟΣ, ΚΙΝΗΜΑΤΙΑΣ, ΦΙΛΟΣ ΤΗΣ  ΦΥΣΗΣ....
 

     Ο Βύρων δόθηκε στα κινήματα της εποχής του,  όπως επίσης  και σε έναν  πλούσιο και «πολυσχιδή» ερωτισμό, που σόκαρε τους συγχρόνους του  . Που γινόταν ιδιαίτερα έκδηλος όταν  π.χ. έγραφε στον φίλο του Drury  στις 10 Μαϊου 1810 ότι «πεθαίνει από έρωτα για τρία κορίτσια, τρεις αδελφές Ελληνίδες στην Αθήνα»...Μετά το μεγάλο του ταξίδι στις χώρες της Μεσογείου θα επιστρέψει στην Αγγλία  όπου και θα «καλοπεράσει» - διαρκώς ερωτευόμενος και διαρκώς χωρίζοντας....Στην Ιταλία μερικά χρόνια αργότερα (1816),όπου θα μεταβεί με τον ποιητή Σέλλεϋ, θα συμμετάσχει στο κίνημα των καρμπονάρων, αλλά δεν θα παραλείψει να κάνει και ένα εξώγαμο παιδί...

       Πέρα όμως από αυτές τις  «επιδόσεις»,  ο Βύρων  επίσης «ανήκεν εις την φύση». Ήταν   γόνος μιας εποχής  «μεταΡουσσωϊκής», που είχε υποστεί τις επιδράσεις του  Γαλλικού Διαφωτισμού αλλά  ταυτόχρονα  βίωνε  το συγκρουσιακό κλίμα των Ναπολεόντιων πολέμων από μια ειδική σκοπιά,  από την αντιπαλότητα της Αγγλικής κοινωνίας με τη «τάξη πραγμάτων» που προέκυψε από τη Γαλλική επανάσταση και τις μετέπειτα περιπέτειες.. Η εποχή αυτή διακινούσε   άμεσα ή έμμεσα τις ιδέες του Γάλλου φιλοσόφου για την ισότητα των ανθρώπων ως συνέπεια της ίδιας της φύσης τους. Ο Ρουσσώ κήρυσσε μέσα στις φεουδαρχικές  συνθήκες της προεπαναστατικής  Γαλλίας τον νόμιμο χαρακτήρα της εξέγερσης κατά του δεσποτισμού , με στόχο  την εγκαθίδρυση της λαϊκής κυριαρχίας. Οι Ρομαντικοί στοχαστές  του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα αποθέωναν τη φύση και παρέπεμπαν  μάλιστα  στα φυσικά δικαιώματα όλων των όντων. Συχνά μάλιστα  εμπνέονταν από τις πλέον «ταπεινές» υπάρξεις - όπως οι Κόουλριντζ και ο Μπερνς,  που στιχουργούσαν αντίστοιχα  για ένα γαϊδουράκι ή  για μια ποντικίνα των αγρών ! Μερικά χρόνια αργότερα και υπό την επίδραση του ίδιου πνεύματος, ο Βύρων θα εντάξει  στο λόγο του  τη φύση ως ενοποιό ουσία των όντων, θα ξιφουλκήσει  ενάντια στους  τεχνητούς διαχωρισμούς ανθρώπου προς άνθρωπο, θα υψώσει  στο ποίημά του «Το νησί» τον εμβληματικό στίχο :  «η φύση ένα έθνος τέκνων της αναγνωρίζει»...


 Όμως  δεν ήταν το είδος του θεωρητικού «χειριστή» νοητικών αφαιρέσεων, που θα μπορούσε να διαγνώσει και να προβληματισθεί για  τη διαφορετικότητα πίσω από την ενότητα, αλλά προπάντων μια καλλιτεχνική  προσωπικότητα,   που εμπνέοταν  από  τις συγκεκριμένες περιρρέουσες  μορφές  και καταστάσεις . Ακριβώς επειδή ήταν αυτός που ήταν,    θα μιλήσει σε ένα γράμμα προς τη μητέρα του το 1811 – ούτε 23 χρονών-  για  την μορφή  του αττικού χώρου από την οπτική γωνία του καταλύματός του, που βρίσκεται στο μοναστήρι των Καπουτσίνων.Θα κάνει  μια λιτή  αλλά και έντονα ποιητική δήλωση:  «Μπροστά μου έχω τον Υμηττό, πίσω μου την Ακρόπολη, δεξιά μου το ναό του Δία, μπροστά το Στάδιο, αριστερά μου την πόλη. Έ, κύριε! Αυτό θα πει τοπίο, αυτό θα πει γραφικότητα!».

      Στις αρχές του 19ου αιώνα ,   ο ερχομός στην Αθήνα και στην  Ακρόπολη ήταν το όνειρο του κάθε δυτικού περιηγητή και ιδιαίτερα των γόνων των αριστοκρατικών οικογενειών,  που μετά την αποφοίτησή τους  από τα κολέγια συμπλήρωναν την παιδεία τους με πολύμηνα ταξίδια στην Ανατολή. Οι επισκέπτες της Αττικής εντυπωσιάζονταν από τον αρμονικό συνδυασμό φύσης και τέχνης. Ο Henry Holland, περιηγητής στα 1812 -13, θα σημειώσει : «Κι αν ακόμη δεν μπορείς να αξιολογήσεις τα αρχαία λείψανα, μπορείς να θαυμάσεις την κοιλάδα του Κηφισού, το λόφο του Κολωνού και την κορυφογραμμή του Υμηττού, να αγναντέψεις από τη μια τη θάλασσα της Σαλαμίνας και από την άλλη τα υψώματα της Φυλής».  Ο Σιμόπουλος θα  βεβαιώσει  ότι  ο Βύρων συγκινείτο πολύ περισσότερο από το «ζωντανό» ελληνικό τοπίο των καιρών του  παρά από τα λείψανα της κλασσικής εποχής – ίσως από αντίδραση  στο πνεύμα ενός αρχαιολατρικού ρομαντισμού,  που « βρισκόταν εκείνα τα χρόνια σε πλήρη άνθιση και καλλιεργούσε τις ονειροπολήσεις και τις αρχαιόπληκτες αισθηματολογίες.».Που   περιφρονούσε το παρόν και έστρεφε την πλάτη του στην  τρέχουσα Ελληνική  δυστυχία ..



Ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός  θα τεκμηριώσει  αυτή την προτίμηση του ποιητή και ταξιδευτή  παραθέτοντας  μια στροφή του «Τσάϊλντ Χάρολντ» , που αναφέρεται στην Αττική :



 «τόσο γαλάζιος που είναι ο ουρανός σου,τόσο άγριοι οι βράχοι σου

τ’άλση σου μελιχρά και οι κάμποι σου ολοπράσινοι,

καρπίζει η ελιά καθώς στης Αθηνάς τα χρόνια

κι ο Υμηττός το θησαυρό του το μελένιο πάντα σου χαρίζει.

Το μυρωμένο πυργοστάσι του και τώρα χτίζει

Το λεύτερο μελίσσι, έτσι ως πεταρίζει πάνω απ’ το βουνό σου.

Σαν και τότε ο Απόλλωνας χρυσώνει

Τ’ ατέλειωτά σου καλοκαίρια

Κι ακόμη στραφταλίζουν κάτω απ’ τις αχτίδες του τα πεντελίσια μάρμαρα.

Η Τέχνη, η Ελευθερία,η Δόξα σβήσανε 

μα η φύση είναι πάντα ωραία»....



Στο ίδιο ποίημα, αυτός ο πρώϊμος θαυμαστής του Αιγαιοπελαγίτικου τοπίου,  δεν θα αποφύγει μια λατρευτική εκδήλωση προς την παρηκμασμένη εστία της Παλλάδος Αθηνάς, βάζοντας σαν επίκεντρο μια προνομιακή περιοχή του 24ωρου – όπως είναι το ηλιοβασίλεμα:    



 Όποιος σ' είδε ωραία Αθήνα!
Σε μια δύση,      στον αιώνα
Ετυπώθη στην ψυχή του η ονειρευτή σου εικόνα.
Σε λατρεύω.
Ας με χωρίζουν τόσοι χρόνοι και κοιλάδες
Και βουνά κι ας με μαγεύουν οι χιλιόκαλλες Κυκλάδες.
Συ ποτέ δεν είσαι ξένη στην περίλυπή μου Μούσα.

       Το   Δημοκρατικό, Οικουμενικό και Επαναστατικό  πνεύμα του Βύρωνα, που οδηγεί σε καταγγελία του Έλγιν και των συμπατριωτών του Σκωτσέζων   στην «Κατάρα της Αθηνάς», διανθίζεται από τη φυσιολατρεία και την αγάπη του τοπίου,  και μάλιστα σε αντιπαράθεση  με το μουντό σκηνικό του γενέθλιου τόπου του.Στην «Κατάρα της Αθηνάς» ο νεαρός Λόρδος  θα στιχουργήσει για το Αττικό δειλινό :



«Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει

πάνω στου Μωριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη.

Όχι σαν εκεί, στις χώρες του Βορρά, σκοτεινιασμένος,

Αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος»



      Η λιτότητα και διαύγεια των περιγραφών του Βύρωνα , δοσμένη μέσα από στίχους που επέχουν θέση ταξιδιωτικών αναφορών,   θα αναγνωρισθεί  από το ευρύτερο λογοτεχνικό  κοινό. Οι αναφορές   του στο Ελληνικό τοπίο έχουν τέτοια ποιότητα ώστε πολλοί μεταγενέστεροι ταξιδιώτες θα τις  «ανθολογήσουν» και θα τις ενσωματώσουν αυτούσιες  στα δικά τους κείμενα. Ακόμη και εκεί όπου απουσιάζει η προσωπική του μαρτυρία, όπου αυτός ο ίδιος δεν έχει επισκεφθεί μια περιοχή, οι αφηγήσεις για την ελληνική φύση τον συναρπάζουν και διεγείρουν μέσα στο έργο του λαμπρούς στοίχους. Γι αυτό στα «Τραγούδια για την Ελλάδα» θα μιλήσει «για τις πένθιμες μέρες της σκλαβιάς» που όμως δεν ακυρώνουν τα υπέροχα φυσικά θέλγητρα του τόπου, τους πράσινους κάμπους και τα χιονισμένα βουνά όπως ο Όλυμπος…..

  Στην συνέχεια του ταξιδιού του προς την Ανατολή, ο Βύρων  θα μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη(Μάϊος 1810). Και  εκεί η αντισυμβατική του ιδιοσυγκρασία θα τον κρατήσει  μακριά από τα «αξιοθέατα» και τα μνημεία, ενώ το πνεύμα του  θα μαγνητισθεί πολύ περισσότερο  από τη γραφικότητα της  ζωής της ανατολίτικης πόλης και των περιχώρων. Δεν χάνεται στην αρχαιοπληξία, δεν αποστρέφει το πρόσωπο από τα διαδραματιζόμενα γύρω του .  .Επιστρέφοντας στην Ελλάδα τον ίδιο χρόνο, θα γράψει στην μητέρα του : «Νοιώθω δική μου την Ελλάδα, πάω να δω τα χώματά μου,τη θάλασσά μου,τα βουνά μου. Είναι οι μόνες γνωριμίες που μου κάνουν καλό»..Αυτό το πνεύμα του  τυπικού Εγγλέζου που μελαγχολεί κάτω από  την επίδραση του συννεφιασμένου  σκηνικού της χώρας του, θα μεταφέρει στο ποίημά του «Γκιαούρ» - γραμμένο το 1813.

 

 Όμορφη χώρα! μ΄ εποχές που όλες χαμογελούνε
Καλοσυνάτες στα νησιά που ευλογημένα ζούνε
Και όπως είναι θέαμα απ΄ του Σουνίου τα ύψη
Απ΄ την καρδιά που αγαπά διώχνουνε κάθε θλίψη
Κι απόλαυση προσφέρουνε τη μοναξιά να κρύψει.

ΑΛΛΑ ΤΟΠΙΑ - ΑΛΛΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1816, ο Βύρων θα βρεθεί στις  Ελβετικές Άλπεις, όπου  επίσης θα εντυπωσιασθεί από το αυστηρό μεγαλείο του  ορεινού τοπίου. Προϊόν της συνάντησης του ποιητή με το απόκοσμο σκηνικό του κεντροευρωπαϊκού ορεινού όγκου  θα αποβεί ο «Μάνφρεντ» -  κατά τον υπότιτλό του «Ένα δραματικό ποίημα».Στον «Μάνφρεντ»,  που θα ολοκληρωθεί τον επόμενο χρόνο στην Ιταλία, ο  Βύρων σκιαγραφεί έναν χαρακτήρα αντίθετο  του Φάουστ :  Ένα χαρακτήρα που αρνείται να προσχωρήσει στις δυνάμεις του σκότους , που  παραμένει ανεξάρτητος από την εξουσία της κοινωνίας και παράγει τις δικές του αξίες. Στον  ίδιο σκηνικό  της Ελβετίας του 1816, ο Βύρων θα βιώσει   μια σειρά από καταστάσεις  απόρριψης, εν μέρει από την Αγγλική κοινωνία που λίγα  χρόνια πριν τον αποθέωνε,  και εν μέρει από τον προσωπικό του περίγυρο και τις συναισθηματικές περιπέτειές του- στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και ένα διαζύγιο.. Μέσα στο σκηνικό των άγριων   ανάγλυφων,  των εφορμήσεων των βραχωδών  σχηματισμών  προς  τον ουρανό, θα αναπλάσει υπό την επήρρεια της προσωπικής του ζωής, αρχαιοελληνικούς συμβολισμούς και θα συνθέσει έναν  δικό του  «Προμηθέα» : «Ένα σύμβολο του ηρωϊκού ατομικισμού, έναν επαναστάτη με σπουδαία αιτία,έναν που ουδέποτε θα εκστόμιζε τη λέξη «μετανοώ» (Ραϊζης). Στον «Προμηθέα» του ο Βύρων εκφράζεται με πικρία και απαισιοδοξία σχετικά με  την έκβαση της  σύγκρουσης μεταξύ ελευθερίας και τυραννίας, όμως ταυτόχρονα εξυμνεί την ηρωϊκή αν και απέλπιδα αντίσταση του ατόμου εναντίον της δύναμης και της αυθαιρεσίας.Δεν είναι υποταγμένος, δεν είναι απολογητής της κατάστασης που εγκαθιδρύει η Ιερά Συμμαχία μετά την ήττα του Ναπολέοντα, δεν είναι  «αναχωρητής» σε εξωτικούς -  γεωγραφικούς  και πνευματικούς προορισμούς . Στη δημιουργική πορεία του  η ευαίσθητη και αντικομφορμιστική  φύση του θα επικουρείται  από ένα καλλιεργημένο ιστορικό πνεύμα  και από μια   ευρυμάθεια , που  αντλούσε από     συγγραφείς όπως ο Μοντεσκιέ,ο Λοκ, ο Μπέρκλεϊ, ο Χιούμ,καθώς και   Έλληνες ή  Λατίνους   κλασσικούς...

ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ
 

     Η Ελληνική επανάσταση αντιμετωπίζεται  στην αρχή διστακτικά από τον Βύρωνα και τους ομοϊδεάτες του, όμως οι δισταγμοί θα παρακαμφθούν όταν το πρώτο ελληνικό σύνταγμα κατοχυρώνει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, την κατάργηση των βασανιστηρίων και της δουλείας. Το φιλελληνικό πνεύμα αναπτύσσεται στην Αγγλία, ενώ την ίδια περίοδο η  ποιητική εικονοποιϊα του Βύρωνα μέσα από τη χρήση ακραίων φυσικών σκηνικών διαδηλώνει  το κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων και το ριζοσπαστικό πνεύμα της εποχής του :

 Η παλιά φιλοδοξία πνέει ανανεωμένη,
Πάλι για να εμψυχώσει σάρκα τότε ξεπεσμένη
Σαν εκείνη που τους Πέρσες έδιωξε από τη χώρα
Όπου η Ελλάς υπήρχε -        Όχι! Ελλάς είναι και τώρα.
Μύρια στήθη συνενώνει μία και κοινή αιτία
Δυτικοί κι ανατολίτες επαναστατούν με βία.
Πάνω στις κορφές του Άθω και τις Άνδεις κυματίζει
Λάβαρο που 'ναι το ίδιο και δυο κόσμους χαιρετίζει. (Μτφρ. Μ. Β. Ραΐζη)

Η εποχή του ορειχάλκου


        Ο Βύρων θα μπορούσε να συνδράμει την αγαπημένη του χώρα μέσα από τη δράση του στο εξωτερικό της και μέσα από τη συνέγερση επιφανών συμπολιτών του. Όμως προτίμησε  να μην μείνει σε  «ασφαλή απόσταση» από τα δρώμενα της εποχής του. Τον Αύγουστο του 1823 θα πατήσει το πόδι του στην Κεφαλονιά , όπου θα μείνει για  λίγο καιρό διατηρώντας  επαφή με το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου, και τελικά θα βρεθεί στο Μεσσολόγγι. Είναι οι  τελευταίες  ημέρες του 1823 , χειμώνας καιρός, αλλά ο  κόσμος θα τον υποδεχθεί  στρώνοντας το πέρασμά του με βάγια -ένα στοιχείο της φύσης που χρησιμοποιήθηκε   στον ανοιξιάτικο ερχομό του Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Οι «ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Μεσολογγίου  θα του αποδώσουν  υπέρτατες τιμές. Ο Βύρων δεν έχει ψευδαισθήσεις όσον αφορά τους Έλληνες της εποχής του, δεν αναζητά σε αυτούς μια ιδανική μικροκοινωνία, δεν τους αντιπαραβάλλει μανιχαϊστικά με τους Τούρκους. «Για τον Μπάϋρον δεν υπάρχουν a priori οι καλοί Έλληνες και οι κακοί Τούρκοι»(Ρ.Δούρου). Σέβεται τη διαφορετικότητα,  αλλά ταυτόχρονα δεν καταλήγει  σε ένα  παραλυτικό σκεπτικισμό. Το στρατόπεδό του είναι αυτό της  ελευθερίας, της εθνικής  ανεξαρτησίας, του δικαίου των εξεγερμένων. Στο Μεσσολόγγι   ο Βύρων θα περάσει τους ελάχιστους μήνες που του απομένουν μέχρι το θάνατό του , δουλεύοντας για την Ελληνική επανάσταση, αναλαμβάνοντας τον εξοπλισμό ενός σώματος πυροβολητών με δικά του έξοδα,στηρίζοντας την έκδοση των «Ελληνικών Χρονικών» και του «Ελληνικού Τηλέγραφου». Παρά τις ιατρικές παραινέσεις να αποφύγει το υγρό και ανθυγιεινό κλίμα της περιοχής με την άμεση απομάκρυνσή του, θα μείνει  εκεί  -  κυριολεκτικά «με το σπαθί του»: Αυτό που  ως ετοιμοθάνατος θα κληροδοτήσει στο φίλο του δόκτορα Πέτρο Στεφανίτζη, ο οποίος με τη σειρά του θα το διασώσει μαχόμενος –δυό χρόνια μετά -  στην έξοδο από την πολιορκημένη πόλη.



Παρά τη καλυτέρευση  του καιρού ο  Βύρων  θα αρρωστήσει βαρειά, η κατάστασή του θα χειροτερεύσει, θα φτάσει στα πρόθυρα του θανάτου. Θα τα διαβεί  τον Απρίλιο του 1824,   μέσα σε ένα σκηνικό εκθαμβωτικής υπερκυριαρχίας της Άνοιξης , όπως εκείνο που περιέγραφε ο Διονύσιος Σολωμός στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», βάζοντας  στο στόμα της φύσης  έναν  αδυσώπητο  στίχο : «Όποιος πεθαίνει σήμερα – χίλιες φορές πεθαίνει»...


ΓΙΑΝΝΗΣ  ΣΧΙΖΑΣ


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμοι Γ1 και Γ2, Εκδόσεις ΣΤΑΧΥ, Αθήνα 1999

 “The Norton Anthology of English Literature”, fourth edition, volume 2, “The Romantic period”, New York, 1979

M.Byron Raizis, “From Caucasus to Pittsburgh – The Prometheus theme in British and American Poetry”, Gnosis Publishing Co. 

 «Μπάϊρον εναντίον Έλγιν», συλλογικό έργο σε επιμέλεια Πάνου Τριγάζη, με κείμενα των Graham Binns,Ken Coates, Αικατερίνη Δούκα – Καμπίτογλου, Ελένη Καρασαβίδου, Ευγενία Κεφαλληναίου, Χριστίνα Ντόκου, Μάριος- Βύρων Ραϊζης, Πέπη Ρηγοπούλου, Εκδόσεις Ταξιδευτής, Αθήνα 2004-06-22

Αγγελικής Κόκκου, «Ξένοι περιηγητές στην Αττική», Καθημερινή, «Επτά ημέρες», 31.12.1999.

Μάριου-Βύρωνα Ραϊζη,  «Αγγλόφωνη Φιλολογία – Συγκριτικές μελέτες», Εκδόσεις Κέδρος,Αθήνα 1981.

ΙΟΣ, «Ελευθεροτυπία» 2.5.1999, αναφορά στην μονογραφία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου , «Λόρδος Βύρων, η ζωή και το έργο του»       .

Αθηναϊκό Ημερολόγιο 1996, Γ.Σ. Καιροφύλα – Σ.Γ. Φιλιππότη,  «Το σπαθί του Λόρδου Βύρωνα», Εκδόσεις Φιλιππότη

Ρένα Δούρου, «Φιλέταιρος εαυτώ», ΑΥΓΗ 30.5.2004

 «Όλυμπος , κείμενα και εικόνες δυο αιώνων», σε επιμέλεια Σάκη Κουρουζίδη, Εκδόσεις Πιερική Αναπτυξιακή ΑΕ, 2001.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου