Το θεωρητικό
ρεύμα του οικολογικού εκσυγχρονισμού άρχισε να αποτελεί μια διακριτή τάση της
πολιτικής οικολογίας από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 (Huber, Mol, Hajer
κ.ά.). Σκοπός του είναι να αναλύσει και να αναδείξει τους τρόπους με τους
οποίους οι σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες θα αντιμετωπίσουν την
περιβαλλοντική κρίση. Η βασική του θέση συνίσταται στην παραδοχή ότι α) η επιστήμη και η τεχνολογία
δεν είναι αυτές που δημιουργούν τα περιβαλλοντικά προβλήματα αλλά αυτές που τα
λύνουν. β) Η αγορά και οι οικονομικοί παράγοντες είναι αυτοί που με τη δυναμική
της ανάπτυξης μπορούν να συμβάλουν στην οικολογική αναδιάρθρωση της οικονομίας
και στη συνοχή της κοινωνίας εφαρμόζοντας τη βέλτιστη τεχνολογία στην
παραγωγική διαδικασία και εξασφαλίζοντας την επανόρθωση των ζημιών με την
ασφαλιστική τους κάλυψη. γ) Tο κράτος μέσω οικονομικών εργαλείων, όπως οι
οικο-φόροι ή οι άδειες εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, συμπληρώνει τα κενά που
αφήνει η αγορά. Έτσι, ο συνδυασμός των παραπάνω δράσεων εξασφαλίζει
περιβαλλοντική προστασία.
Με άλλες λέξεις, ο οικολογικός εκσυγχρονισμός θεωρεί ότι η εκβιομηχάνιση, η τεχνολογική ανάπτυξη και η οικονομική μεγέθυνση όχι μόνο είναι συμβατές με την οικολογική βιωσιμότητα, αλλά αποτελούν τα μέσα για τον οικολογικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού, ο οποίος παραμένει ως ο μόνος οικονομικός ορίζοντας. Ο όρος που συμπυκνώνει την εν λόγω προβληματική, είναι ο όρος «πράσινη ανάπτυξη», ο οποίος, για τους παραπάνω λόγους, έχει μόνο τεχνικά χαρακτηριστικά. Π.χ., η τεχνολογία των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών καθιστά εφικτή μια αυξημένη παραγωγή και ως εκ τούτου είναι σε θέση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της πείνας. Έτσι, το πολιτικό πρόβλημα της άνισης κατανομής πόρων το μετατρέπει σε τεχνικό ζήτημα βελτίωσης της παραγωγικής διαδικασίας.
Αντίθετα, στο θεωρητικό ρεύμα του οικομαρξισμού η αιτία της περιβαλλοντικής κρίσης βρίσκεται στην πολιτική οικονομία των καπιταλιστικών κοινωνιών (O’Connor, Foster, Burkett, Benton κ.ά.) Συγκεκριμένα, ο σύγχρονος καπιταλισμός διαπερνάται από τη θεμελιώδη λογική της διαρκώς ογκούμενης οικονομικής ανάπτυξης και της εντεινόμενης συσσώρευσης του κεφαλαίου. Για να υπηρετηθεί, όμως, αυτή η άτεγκτη λογική, χρειάζεται μια αυξανόμενη απόσπαση και εκμετάλλευση φυσικών πόρων με συνέπεια, εκτός από την εξάντλησή τους, να υπάρχει και –αυξανόμενη- πρόκληση ρυπάνσεων (απόβλητα, παραπροϊόντα, εκπομπές ρύπων κ.λπ). Με άλλες λέξεις, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η εντάσεως κεφαλαίου νεοφιλελεύθερη οικονομική ανάπτυξη έχει μια εγγενή τάση προς την περιβαλλοντική υποβάθμιση ή καταστροφή. Γι‘ αυτόν ακριβώς το λόγο ο καπιταλισμός δεν μπορεί να οδηγηθεί σε οικολογικό μετασχηματισμό, όπως υποστηρίζει το ρεύμα του οικολογικού εκσυγχρονισμού. Αντίθετα, θα συνεχίσει αναπόδραστα να καταστρέφει τις βιοφυσικές βάσεις της παραγωγής. Είναι αυτό που ο Τζέιμς Ο Κόνορ ονόμασε «δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού» και οι Φόστερ και Μπάρκετ «διαρκή τάση διάρρηξης της διαλεκτικής σχέσης φύσης/κοινωνίας, ανθρώπινου/μη ανθρώπινου, υποκειμένου/αντικειμένου.»
Περαιτέρω, οι οικομαρξιστές στέκονται κριτικά απέναντι στην επιστήμη και την τεχνολογία. Επιπλέον, θεωρούν ότι δεν πρέπει να περιοριζόμαστε στη θεσμοποιημένη γνώση (πανεπιστήμια, κέντρα έρευνας κ.λπ.), αλλά να λαμβάνουμε υπόψη και την τοπική-λαϊκή γνώση θεσπίζοντας διαδικασίες αποτελεσματικής συμμετοχής και διαβούλευσης.













.jpg)
.jpg)
