Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

«Ὁ μυστηριώδης κύριος Ὀλγόσο»




Της Νάνσυ Αγγελή



ΠΡΙΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ νὰ μι­λή­σει κα­νεὶς γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ Γρα­να­δί­νου συγ­γρα­φέ­α Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso), μιὰ μι­κρὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες: Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ποὺ θὰ μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει στὸ κεί­με­νο αὐ­τὸ δὲν συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ κα­μιὰ λί­στα λο­γο­τε­χνί­ας «μπὲστ σέλ­λερς» – του­λά­χι­στον μέ­χρι στιγ­μῆς. Δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς δι­ε­θνῶς ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἔ­χει —του­λά­χι­στον μέ­χρι στιγ­μῆς— ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Δὲν ζεῖ σὲ κά­ποι­α ἰ­σπα­νι­κὴ με­γα­λού­πο­λη, μὰ σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριὸ τῆς Γρα­νά­δα, καὶ μᾶλ­λον δὲν κι­νεῖ­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­νά­με­σα στοὺς γνω­στοὺς καὶ κα­θι­ε­ρω­μέ­νους συγ­γρα­φι­κοὺς κύ­κλους. Ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τοὺς τοὺς λό­γους, τοῦ ἀ­ξί­ζει ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα. Για­τί, ὅ­πως θὰ ἔ­χε­τε ἴ­σως τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δι­α­πι­στώ­σε­τε καὶ μό­νοι σας, ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέ­α.
       Ἂς πά­ρου­με, ὅ­μως, τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.
      Ἐν ἀρ­χῇ ἦν.­.. ἡ γέν­νη­ση.
      Ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «XVII Premio Andalucía de la Critica», βρα­βεῖ­ο «Clarín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Προ­σθέ­τω ἐ­δῶ, γιὰ λό­γους ἐν­τυ­πω­σια­σμοῦ, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κρι­βεί­ας, ὅ­τι ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι ἱ­δρυ­τὴς καὶ πρύ­τα­νης τοῦ Ἰν­στι­τού­του Πα­τα­φυ­σι­κῆς τῆς Γρα­νά­δα (I­n­s­t­i­t­u­t­um P­a­t­a­p­h­y­s­i­c­um G­r­a­n­a­t­e­n­s­is), ἀ­νε­ξάρ­τη­του καὶ ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὀρ­γά­νου τοῦ Κο­λε­γί­ου Πα­τα­φυ­σι­κῆς (Colégio de P­a­t­a­f­i­s­i­ca).
.
      Μιὰ ἔ­ρευ­να σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τες συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ τὸ 2007 ὣς τὸ 2012 ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ λο­γο­τε­χνι­κὰ μπλὸγ­κς μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ ἐκ­δο­τῶν, βι­βλι­ο­πω­λῶν, συγ­γρα­φέ­ων καὶ κρι­τι­κῶν λο­γο­τε­χνί­ας, ξε­χώ­ρι­σε τὰ ἔρ­γα τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο μα­ζὶ μὲ αὐ­τὰ τοῦ βε­τε­ρά­νου Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.
      Ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας αὐ­θεν­τι­κὸς m­a­e­s­t­ro στὴ συγ­γρα­φὴ φαν­τα­στι­κῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των,
ἕ­νας δει­νὸς ἀ­φη­γη­τὴς πέ­ρα ἀ­πὸ πρό­σκαι­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μό­δες μὲ με­γά­λο εὖ­ρος θε­μά­των, τε­ρά­στια γλωσ­σι­κὴ εὐ­φρά­δεια καὶ ἀ­στεί­ρευ­τη φαν­τα­σί­α. Στὶς σύν­το­μες, μι­λι­με­τρι­κὲς σχε­δόν, δι­η­γή­σεις του —σφι­χτο­γραμ­μέ­νες μέ­χρι τε­λι­κῆς πτώ­σε­ως— λαμ­βά­νουν χώ­ρα τὸ πα­ρά­δο­ξο, τὸ ἀλ­λό­κο­το, τὸ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ καὶ τὸ ἀ­νέλ­πι­στο φτι­ά­χνον­τας σὲ λί­γες μό­λις σει­ρές, κό­σμους ποὺ ὑ­πνω­τί­ζουν θυ­μί­ζον­τάς μας πό­σο λε­πτὸ καὶ δυσ­δι­ά­κρι­το μπο­ρεῖ νὰ γί­νει τὸ ὅ­ριο ποὺ χω­ρί­ζει τὸ ἀ­δύ­να­το ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κό. Κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ τὸν συν­δέ­ουν μὲ τὴν ἀν­τι-ρε­α­λι­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση, ἐ­νῶ πολ­λοὶ τὸν θε­ω­ροῦν συ­νε­χι­στὴ τοῦ ἔρ­γου τῶν Μπόρ­χες καὶ Κάφ­κα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων.
.
      Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι στὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ἕ­να πο­λυ­ποί­κι­λο πλῆ­θος, με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες φι­γοῦ­ρες τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ κό­σμου, κι ὅ­ταν λέ­με «συγ­γρα­φι­κὸ κό­σμο», τὸ ἐν­νο­οῦ­με, μιᾶς καὶ τὰ ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς τοῦ σε­νιὸρ Ὀλ­γό­σο βρί­σκον­ται με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὴν βι­κτω­ρια­νὴ Ἀγ­γλί­α (Steveson, Wells, Conan Doyle, Kipling, Lord Dunsany, M. R. James, Machen, Saki, De la Mare), στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ (Quiroga, Lugones, Borges, Felisberto Hernández, Rulfo, Cortázar, Bioy, Arreola, Wilcok, Piñera, Denevi, Levrero, Brasca, Shua), στὴν Ἰ­τα­λί­α (Buzzati, Landolfi, Calvino, Manganelli) ἢ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες (Bradbury, Dick, Brown, Ellison).
.
«Φαινόμενο Ὀλγόσο»: Ἐκλεκτικισμὸς καὶ ἀκρίβεια
.
      Γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α αὐ­τὸν ἔ­χουν γρα­φτεῖ ἀ­πὸ δι­θυ­ραμ­βι­κὲς κρι­τι­κές, μέ­χρι δι­δα­κτο­ρι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες, κι ὅ­μως, κα­τὰ ἕ­ναν πα­ρά­δο­ξο —ἢ ἴ­σως κι ὄ­χι τό­σο πα­ρά­δο­ξο— τρό­πο, ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο πα­ρα­μέ­νει, του­λά­χι­στον μέ­χρι σή­με­ρα, μιὰ i­n­c­o­g­n­i­ta, ἕ­να μᾶλ­λον κα­λὰ κρυμ­μέ­νο μυ­στι­κὸ ποὺ με­τα­δί­δε­ται ἀ­πὸ στό­μα σὲ στό­μα ἀ­νά­με­σα στὰ μέ­λη ἑ­νὸς ἰ­δι­αί­τε­ρου βι­βλι­ο­φι­λι­κοῦ κοι­νοῦ σὰν νὰ πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­α μορ­φὴ μύ­η­σης. Μύ­η­σης στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ σύμ­παν τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Πρό­κει­ται γιὰ τοὺς λε­γό­με­νους «o­l­g­o­s­i­a­n­os», ὅ­ρος ποὺ ἐ­πι­νο­ή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἴ­διους τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες του καὶ ἀγ­κα­λι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τοὺς με­λε­τη­τές του, σὲ βαθ­μὸ ποὺ νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται εὐ­ρύ­τε­ρα γιὰ νὰ δη­λώ­σει πιὰ ἕ­να κρά­μα ἰ­δι­ο­τή­των ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴν πέ­να του: Κα­τὰ πρῶ­το λό­γο τὴν δο­μι­κὴ καὶ αἰ­σθη­τι­κὴ τε­λει­ό­τη­τα τῶν γρα­πτῶν του, τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση μιᾶς νο­η­μα­τι­κῆς πεμ­πτου­σί­ας ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸ με­γα­λεῖ­ο της σὲ λί­γες μό­νο γραμ­μές. Σύ­φω­να μὲ τὰ λό­για τοῦ ἴ­διου τοῦ συγ­γρα­φέ­α πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση μιᾶς «ἀ­πό­στα­ξης», «ἕ­να συμ­πυ­κνω­μέ­νο ἄ­ρω­μα τῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας» ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται. Ἡ Irene Andres Suárez στὴν ἀ­νά­λυ­σή της σχε­τι­κὰ μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ συγ­γρα­φέ­α, γρά­φει σχε­τι­κὰ ὅ­τι ἡ ἐ­πί­τευ­ξη μιᾶς τέ­τοι­ας πρό­ζας «λί­γες φο­ρὲς εἶ­ναι καρ­πὸς μιᾶς πυ­ρε­τι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, πί­σω ἀ­π’ αὐ­τὴν ὑ­πάρ­χει σχε­δὸν πάν­τα ἕ­νας πει­θαρ­χη­μέ­νος τρό­πος ἐρ­γα­σί­ας». Βρι­σκό­μα­στε, λοι­πόν, μπρο­στά σε ἕ­ναν με­θο­δι­κὸ συγ­γρα­φέ­α, ὁ τρό­πος γρα­φῆς τοῦ ὁ­ποί­ου θυ­μί­ζει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πεί­ρα­μα ἀ­κρι­βεί­ας. Ἀ­κό­μα, κι ἔ­τσι, ὡ­στό­σο, δὲν λεί­πουν ἀ­πὸ τὰ κεί­με­νά του ἕ­νας ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸς γλωσ­σι­κὸς καὶ πε­ρι­γρα­φι­κὸς πλοῦ­τος. Αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ γλωσ­σι­κὴ δει­νό­τη­τα, εἶ­ναι μα­ζὶ μὲ τὸ εὖ­ρος τῆς θε­μα­τι­κῆς τοῦ Ὀλ­γό­σο, κά­ποι­α ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ ἔρ­γου του. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴν θε­μα­το­λο­γί­α τῶν μι­κρο-α­φη­γη­μά­των του, θὰ λέ­γα­με ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­θέ­ως ἀ­νά­λο­γη μὲ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἔ­τσι, στὰ κεί­με­να τοῦ Γρα­να­δί­νου ξε­δι­πλώ­νον­ται, ἀ­να­νε­ω­μέ­να μέ­σα ἀ­πὸ τὸ προ­σω­πι­κὸ στίγ­μα τοῦ ἰ­δί­ου, ὅ­λα τα εἴ­δη, ἀλ­λὰ καὶ οἱ φόρ­μες, τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος: τὸ γοτ­θι­κό, τὸ ρο­μαν­τι­κό, τὸ φαν­τα­στι­κό (ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας), τὸ ντε­τε­κτι­βί­στι­κο, τὸ βι­κτω­ρια­νὸ δι­ή­γη­μα, δι­η­γή­μα­τα τρό­μου ἀ­να­το­λί­τι­κης ἐ­πιρ­ρο­ῆς, δι­η­γή­μα­τα ἐ­πη­ρε­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν L­o­v­e­r­c­r­a­ft, δι­η­γή­μα­τα κο­σμι­κοῦ τρό­μου καὶ δι­η­γή­μα­τα μπορ­χε­σι­α­νι­κοῦ ὕ­φους. Στὰ χέ­ρια τοῦ Ὀλ­γό­σο, τὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὶς πάμ­πολ­λες δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πτυ­χὲς καὶ ἐκ­δο­χές του. Ἔ­τσι ὑ­πάρ­χουν δι­η­γή­μα­τα ποὺ χτί­ζον­ται πά­νω στὴν κα­τα­πά­τη­ση τῶν νό­μων τῆς φυ­σι­κῆς, τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ φυ­σι­κοῦ κό­σμου ὅ­πως τὸν ξέ­ρου­με (ὁ τό­πος καὶ ὁ χρό­νος παίρ­νουν νέ­ες δι­α­στά­σεις)(1) προσ­δί­δον­τας στὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τα τρο­μα­κτι­κὴ χροι­ά, με­τα­τρέ­πον­τάς το σὲ «ἀ­νη­συ­χη­τι­κό». Ἄλ­λες φο­ρὲς τὸ φαν­τα­στι­κὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται συμ­βο­λι­κὰ προ­κει­μέ­νου νὰ στη­λι­τεύ­σει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, τὴν σύγ­χρο­νη ζω­ή, τὴν ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α, κερ­δί­ζον­τας σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἔ­δα­φος τὸ χι­οῦ­μορ καὶ ἡ λε­πτὴ εἰ­ρω­νεί­α. Οἱ βι­βλι­κοὶ μύ­θοι, οἱ κλα­σι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ζώ­ων (μύ­θοι Αἰ­σώ­που με­τα­ξὺ ἄλ­λων) εἶ­ναι ἀ­κό­μα μιὰ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας, ὅ­πως ὑ­πο­γραμ­μί­ζει στὸ βι­βλί­ο της ἡ Irene Andres Suárez, γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ τὶς ἀ­νε­ξάν­τλη­τες στυ­λι­στι­κές, πο­λι­τι­στι­κὲς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὸ ἔρ­γο τοῦ Ὀλ­γό­σο.
.
«Περίπτωση Ὀλγόσο»: ἡ συμβολή
.
Ángel Olgoso no es exactamente un escritor. Olgoso, más bien, es un hipnotizador en busca de ojos que sugestionar (...)
Miguel Ángel Muñoz(2)
Ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο δὲν ε­ἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς συγ­γρα­φέ­ας. Ὁ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἕ­νας ὑ­πνω­τι­στὴς σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση μα­τι­ῶν (...)
Μιγ­κὲλ Ἄν­χελ Μου­νιόθ
.
      Ὅ­ποι­α κι ἂν εἶ­ναι ἡ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης, ἡ φόρ­μα ἢ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ στύλ, οἱ δη­μι­ουρ­γί­ες τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο κα­τα­φέρ­νουν νὰ τα­ρά­ζουν τὰ λι­μνά­ζον­τα —πολ­λὲς φο­ρές— ὕ­δα­τα τῆς σύγ­χρο­νης συγ­γρα­φι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἀ­πο­σπών­τας ἀ­π’ ὅ­σους τὸν ἔ­χουν γνω­ρί­σει λο­γο­τε­χνι­κὰ ἐγ­κώ­μια σὰν τὸ πα­ρα­πά­νω. Ἐ­ξη­γεῖ­ται ὁ θαυ­μα­σμὸς αὐ­τός, μιᾶς ποὺ γιὰ μᾶς, τοὺς «o­l­g­o­s­i­anos», τὰ γρα­πτά του ἀ­πο­κα­λύ­πτουν μιὰ χά­ρη, μιὰ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ μιὰ δε­ξι­ο­τε­χνί­α γρα­φῆς ποὺ προ­κα­λεῖ ἐ­ξάρ­τη­ση. Πῶς γί­νε­ται νὰ χω­ρᾶ­νε τό­σοι δυ­να­τοὶ κό­σμοι, μέ­σα σὲ λί­γες μό­λις γραμ­μές; Πῶς γί­νε­ται μιὰ λέ­ξη νὰ κλεί­νει μέ­σα της ἕ­να σύμ­παν; Εἶ­ναι για­τί, σύμ­φω­να μὲ τὸν ἴ­διο τὸν συγ­γρα­φέ­α, «τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το εἶ­ναι ἀρ­κε­τό». Ἢ για­τί, «πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἀ­φη­γή­σεις, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ὁ­ρά­μα­τα, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πα­ρά­ξε­νες καὶ ἀ­πρό­βλε­πτες ἱ­στο­ρί­ες, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­κα­λύ­ψεις ποὺ ὁ­δη­γοῦν τὸν ἀ­να­γνώ­στη ν’ ἀμ­φι­σβη­τή­σει τὰ θε­μέ­λια τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῆς ἴ­διας του τῆς συ­νεί­δη­σης», ὅ­πως πε­ρι­γρά­φει ὁ Ὀλ­γό­σο σὲ σχε­τι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση γιὰ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α του. Ὅ­πως κι ἂν θέ­λει κα­νεὶς νὰ τὸ ἐκ­φρά­σει, δύ­σκο­λα θὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν πυ­κνό­τη­τα πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, τὴν μι­λι­με­τρι­κὴ ἀ­κρί­βεια, τὴν ἀ­προσ­δό­κη­τη μα­τιὰ τοῦ Γρα­να­δί­νου γιὰ τὸ ἀλ­λό­κο­το, γι’ αὐ­τὸ ποὺ μοιά­ζει ἀ­ό­ρα­το, κι ὅ­μως ὑ­πάρ­χει, γι’ αὐ­τὸ ποὺ κρύ­βε­ται σὲ μιὰ ἀ­π’ τὶς πολ­λὲς πτυ­χὲς αὐ­τοῦ ποὺ ὀ­νο­μά­ζου­με «πραγ­μα­τι­κό­τη­τα», αὐ­τοῦ ποὺ ζοῦ­με κι ἀ­να­πνέ­ου­με ἀ­νυ­πο­ψί­α­στοι καὶ —για­τί ὄ­χι— ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι. Ὁ κό­σμος, οἱ συμ­παν­τι­κοὶ νό­μοι, τὰ ζῶ­α καὶ τὰ πράγ­μα­τα, ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι, μιὰ ἄλ­λη, τέ­ταρ­τη(­;) δι­ά­στα­ση, ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, ἡ σκο­τει­νὴ πλευ­ρά, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τῆς ὕ­παρ­ξης σὲ μορ­φὴ κομ­ψο­τε­χνή­μα­τος. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο.
.

(1) Irene Andres Suárez, El microrrelato español. Una estética de la elipsis, ἐκδόσεις Menoscuarto, Palencia, 2010.

(2) Miguel Ángel Muñoz, Γραναδίνος συγγραφέας, σύγχρονος τοῦ Ángel Olgoso.

 . Κάντε δεξιό κλικ εδώ, για να κάνετε λήψη των εικόνων. Για να συμβάλει στην προστασία του απορρήτου σας, το Outlook απέτρεψε την αυτόματη λήψη αυτής της εικόνας από το Internet.
Bonsai-03c-GiaIstologio-04
 .

Πηγή: πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου