Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Δήμητρας Χριστοδούλου : Καύκα .

Διήγημα με θέμα το Απαρτχάϊντ στη Νότια Αφρική
.
ΔΟΥΛΕΥΕ μαζ μ τν πατέρα του, τν θυ­ρω­ρ στ συγ­κρό­τη­μα τν κα­τοι­κι­ν πο μέ­να­με, τ ­πο­ο, ­πως ­λα τς πε­ρι­ο­χς τν λευ­κν, κά­λυ­πτε πε­ρι­φε­ρεια­κ ­να ο­κο­δο­μι­κ τε­τρά­γω­νο κα στ ν­δι­ά­με­σο κε­ν δι­έ­θε­τε με­γά­λο κ­πο. ρ­χό­ταν τ πρω­ κι ­φευ­γε τ βρά­δυ μα­ζί του. Καύ­κα ­κα­νε τ θε­λή­μα­τα τν ­νοί­κων. Συ­νή­θως ο με­γά­λοι τν ­παιρ­ναν μα­ζί τους στν μαρ­κέ­τα, ­που πε­ρί­με­νε ­κί­νη­τος, ς ­φει­λε, στ γω­νί­α, μέ­χρι ν τε­λει­ώ­σουν γι ν κου­βα­λή­σει ­λα τ ψώ­νια. λ­λο­τε τν ­στελ­ναν ν πε­τά­ξει τ σκου­πί­δια. Κα­θη­με­ρι­ν ε­χε ν τα­­­σει τς χε­λ­νες, τος πα­πα­γά­λους, τ πα­γώ­νια κα τς πά­πι­ες το κή­που μας κα ­πωσ­δή­πο­τε ν πε­ρι­ποι­η­θε τ δέν­τρα κα τ λου­λού­δια. ­ταν δν ε­χε τί ν κά­νει κούρ­νια­ζε κά­τω ­π τν τυ­φλ κου­πα­στ τς σκά­λας πο ­δη­γο­σε στν ­κά­λυ­πτο. Κα πε­ρί­με­νε. ­π τ πα­ρά­θυ­ρό μου πα­ρα­κο­λου­θο­σα τος ­ει­κί­νη­τους βολ­βούς του στ σκο­τά­δι.
            ­ταν ­μουν ρ­ρω­στη ­κλει­νε τ σχο­λε­ο, ξέ­φευ­γα ­π τν τρο­φό μου,  τρύ­πω­να κά­τω ­π τν κου­πα­στ κα πε­ρί­με­να μα­ζί του. ­βγα­ζα κι ­γ τ πα­πού­τσια μου κα τ ­φη­να ­ξω ­π τν κρυ­ψώ­να. Μ τν και­ρ μ ­φη­σε ν κά­θο­μαι κον­τά του, μέ­χρι πο ­φτα­σα ν ­κουμ­π τ μπρά­τσο μου στ μπρά­τσο του.
­σο πε­ρι­μέ­να­με ν τν φω­νά­ξει κά­ποι­ος, προ­σπα­θο­σα ν συγ­χρο­νί­σω τν κί­νη­ση τν βλε­φά­ρων μου κα τν ­να­πνο­ή μου μ τ δι­κή του. Πα­ρα­τη­ρο­σα τ δά­χτυ­λα. Τ νύ­χια. Τ σχ­μα τν πο­δι­ν του, μ τς ­ρες. ­ψα­χνα ν ν­το­πί­σω ση­μά­δια ­π χτυ­πή­μα­τα στς κν­μες, συγ­κρί­νον­τάς τες μ τς δι­κές μου, πο ο με­λα­νι­ς ­ταν μ­φα­νες κα με­τρή­σι­μες. ­σο πε­ρι­μέ­να­με,  σταυ­ρώ­να­με τς πα­λά­μες μας κα τς ­κουμ­πού­σα­με στ λυ­γι­σμέ­να γό­να­τά μας. ­ταν μυρ­μήγ­κια­ζαν τς τι­νά­ζα­με μ ­ναν λ­λο­πρό­σαλ­λο βου­β σπα­σμ το κε­φα­λιο κα τν χε­ρι­ν μας. ­πει­τα μέ­να­με πά­λι ­κί­νη­τοι πνί­γον­τας τ γέ­λια μας.
            ­να πρω­ί, πα­τέ­ρας του, θυ­ρω­ρός μας, κα­τέ­βη­κε ­θό­ρυ­βα τ σκά­λα ­π πά­νω μας κι ­χω­σε ξαφ­νι­κ τ κε­φά­λι του μέ­σα στν κρυ­ψώ­να μας. Μς τσά­κω­σε ν πε­ρι­μέ­νου­με κουρ­νι­α­σμέ­νοι στ σκο­τά­δι, τ μπρά­τσο του ν ­κουμ­πά­ει τ δι­κό μου.  Μς κό­πη­κε ­νά­σα ταυ­τό­χρο­να, λ­λ πα­ρα­μεί­να­με ­κί­νη­τοι κι ­νω­μέ­νοι, ­σο τν κα­τσά­δια­ζε στ σου­α­χί­λι.
            ­π τν ­πό­με­νη μέ­ρα δν τν ξα­να­έ­φε­ρε μα­ζί του. Λί­γες ­βδο­μά­δες με­τά, ση­κώ­θη­κα ­συ­χα ­να πρω­ νω­ρί­τε­ρα ­π τος γο­νες μου κα ­πια μο­νο­ρού­φι τ ρζ σι­ρό­πι γι τ βή­χα πο βρ­κα στ μπά­νιο μας. Στ νο­σο­κο­με­ο μς με­τέ­φε­ρε θυ­ρω­ρός μας, δη­γών­τας, τρε­λός,  χω­ρς ­δεια τ α­το­κί­νη­τό μας..

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δήμητρα Χριστοδούλου (Γιοχάνεσμπουρκ, 1971) πόφοιτη λληνικο νοικτο Πανεπιστημίου, Τμμα νθρωπιστικν Σπουδν, Ερωπαϊκς Πολιτισμός.

.
planodion | 19 Σεπτεμβρίου 2014, 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου