Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

«Πρωταπριλιάτικο φιλί», της Μαρώς Τριανταφύλλου




Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να ασπρίζουν. Άργησε να το συνειδητοποιήσει πως τα μαλλιά του άσπριζαν σιγά-σιγά. Κι ας τον έβλεπε κάθε μέρα, ίσως ακριβώς επειδή τον έβλεπε κάθε μέρα. Πάντως, η εικόνα του μέσα της ήταν αυτή της πρώτης φοράς που τον είδε, τότε, πριν από εικοσιπέντε χρόνια, όταν ήρθε να μείνει σ’ αυτή την περιοχή. Απ’ τα κεντρικά γραφεία της είχαν δώσει την επαφή, «να τον πάρεις τηλέφωνο αμέσως» της είχαν πει, «έχουν ανάγκη στην τοπική οργάνωση από κόσμο. Τους είπαμε ότι θα πας και σε περιμένουν πώς και πώς». Εικοσιπέντε χρόνια, σχεδόν η μισή της ζωή.

Την πρώτη φορά που τον είδε από κοντά, νέος άντρας αυτός τότε, στην αρχή της ωριμότητας, έθαλλε απαστράπτων, ήταν ανεβασμένος σε μια κολώνα της ΔΕΗ και έδενε ένα πανώ. Μοναχός του. Δεν είπε τίποτε ποτέ και σε κανένα. Αγκάθι και τραγούδι μέσα της. Αγκάθι και πόνος αλλά δίχως του να ζήσει δεν μπορούσε, χωρίς τον πόνο αυτό να ζήσει δεν μπορούσε. Προσπάθησε να τον βγάλει από το νου της κι ήταν αδύνατον. Έμαθε να ζει έτσι. Μαζί του να ζει. Έτσι.
Μετά από καιρό, παντρεύτηκε τον Στάθη. Οι φίλοι και οι σύντροφοι από την οργάνωση τον μακάριζαν. «Στα μάτια τον κοιτάει» έλεγαν. «Τέτοια αφοσίωση αυτή η κοπέλα, ρε παιδάκι μου» έλεγαν. Ο Στάθης ήταν ευτυχισμένος. Αυτή μέσα της ήξερε μονάχη. Την ενοχή της ξεπλήρωνε. Τον άλλον σκεφτόταν συνέχεια. Όποτε έμενε λίγο μόνη, όποτε έβγαινε για ψώνια, όταν μοίραζε υλικό του κόμματος στους δρόμους, τον άλλον σκεφτόταν. Κι όσο πιο πολύ τον σκεφτόταν, τόσο περισσότερο φρόντιζε τον Στάθη και του ‘δινε απλόχερα αγάπη και γνοιάξιμο.

Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ τίποτε, εικοσιπέντε χρόνια.



Παραμονή πρωταπριλιάς έπεσε το ετήσιο γλέντι της οργάνωσης.
Μπορούσαν να το κάνουν ένα Σάββατο πριν, ένα μετά, αλλά το διάλεξαν για πλάκα, μια μέρα πριν από την πρωταπριλιά. Παρόλο που τα μέλη της οργάνωσης είχαν πια μεγαλώσει –«γεράσαμε, ρε Σταύρο», έλεγε ο παλιός γραμματέας, περασμένα πια τα εβδομήντα- και οι νεότεροι δούλευαν στα κεντρικά, δεν κατέβαιναν και πολύ στις γειτονιές, παρόλο που η κρίση βάθαινε μέρα τη μέρα και όλοι είχαν πια πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τους άρεσαν οι πλάκες και τα γλέντια. Έστηναν με το τίποτα πρόχειρες γιορτές, με ρεφενέ. Είχαν και τη Μαρία που τραγουδούσε θεϊκά –καμπάνα η φωνή της, όταν άρπαζε τη ντουντούκα στις διαδηλώσεις, έτρεμαν οι ουρανοί απ’ τα συνθήματα.

Μαζεύτηκαν πολλοί εκείνο το βράδυ, καιρό είχαν να δουν τόσο κόσμο στα γραφεία. Το ‘χει ανάγκη να ξεσκάσει ο κόσμος πιο πολύ στους δύσκολους καιρούς. Πέρασαν ωραία. Ο Στάθης είχε βάρδια στο αεροδρόμιο, αυτή πήγε μόνη της. Κι εκείνος μόνος του ήταν. Η νέα του φίλη έλειπε σε ταξίδι επαγγελματικό κάπου στην Αφρική. Ήπιε λίγο παραπάνω, δεν το συνήθιζε, είχε ζαλιστεί. Ένιωθε ευχάριστα, μια ζέστη φούντωνε τρυφερά μεσ’ στο κεφάλι της. Λίγο πριν το διαλύσουν, κάποιος έβαλε την «Ευδοκία» και τον σηκώσανε να τη χορέψει. Τον χόρευε ακόμα μαεστρικά τον ζεϊμπέκικο, λεβέντικα. Τον κοίταζε πίσω από τις πλάτες των άλλων, απ’ τα ανοίγματα που αφήνουν τα σώματα που στέκουν το ένα δίπλα στο άλλο και παρακολουθούν από κοινού την ίδια εικόνα. Άφησε το τελευταίο ποτήρι μισογεμάτο πάνω σ’ ένα τραπέζι και πήγε στην τουαλέτα. Έριξε νερό στο πρόσωπό της, την έπιασε μια αγωνία να φύγει. Το ‘βλεπε, δεν βαστούσε.

Βγήκε από την τουαλέτα κι έψαχνε το παλτό της. «Εγώ θα σε πάω» της είπε. Γύρισε και τον είδε πίσω της –της είχε πάρει περισσότερη ώρα απ’ όσο νόμιζε μέσα στην τουαλέτα, είχε τελειώσει το ζεϊμπέκικο, τα μάζευαν σιγά-σιγά κι οι άλλοι. «Εγώ θα σε πάω», άσπρισαν πολύ τα μαλλιά του, πότε έγινε αυτό; Εικοσιπέντε χρόνια λαχταρούσε να σύρει την παλάμη της πάνω στις λεπτές, χαλαρές μπούκλες του – για δες, αραίωναν στην κορυφή, όλο και πιο πολύ. Τη βόηθησε να φορέσει το παλτό της, φόρεσε κι αυτός το μπουφάν του, την άφησε να περάσει μπροστά, όπως το συνήθιζε έβαλε το χέρι του στο μπράτσο της, ένα ακούμπισμα ανάλαφρο, ίσα που άγγιζε το ύφασμα του παλτού, αυτή το ένιωθε.

Μπροστά στο αυτοκίνητο, πού την βρήκε τέτοια τόλμη, εικοσιπέντε χρόνια… Τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του και τον φίλησε. Στο στόμα. Ένα μικρό σύντομο φιλί.

Την κοίταξε αποσβολωμένος. Φοβήθηκε αυτή. «θα τον χάσω», σκέφτηκε. Κατέβασε τα μάτια με ένα αμήχανο γελάκι. Κοριτσίστικο. Αυτός σα να μην ήξερε, να ψάξει το βλέμμα της, να μην το ψάξει… Μετέωρος… Ποιος ξέρει τι του πέρναγε από το νου… Αυτή έβαλε το μυαλό της να γυρίζει γρήγορα, κάτι να βρει, να τα μπαλώσει. «Τι έκανα; Τι έκανα;» Κοίταξε το ρολόι της, μία και τέταρτο, είχε μπει η καινούρια μέρα. Άστραψε ζωηρός ο νους της, «Πρωταπριλιά», του φώναξε θριαμβευτικά, σηκώνοντας το κεφάλι και κοιτώντας τον με βλέμμα πονηρό, τάχα μου τον κορόιδεψε. «Ναι, βέβαια», είπε αυτός, «πρωταπριλιά. Για δες, φέτος μου την έσκασες εσύ…» Στο δικό του βλέμμα κάτι σκοτεινό είχε μείνει ακόμα, επέμενε τρομαγμένος να προσπαθεί να το διώξει. Και το φτερούγισμα στα χείλη, επίσης. Μετά από τόσα χρόνια, εικοσιπέντε… 

Μπήκαν στ’ αυτοκίνητο. Το σπίτι της δεν ήταν μακριά. Την γύρισε στον άντρα της.

23-24 Νοεμβρίου 2011

 ΥΓ1. Στη φωτογραφία, η Μαρώ Τριανταφύλλου  (στη μέση)με την Ρωσίδα ποιήτρια Όλγκα Αθανίγιεβα, σε εκδήλωση που διοργάνωσε το λογοτεχνικό σωματείο  ΔΥΣΜΑΡΟΣ
ΥΓ2. Να μην πω κι εγώ κανα ψέμα;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου