Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Iωάννη Κονδυλάκη : Ο σιωπηλός


 Το αφήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη (1862-1920) αφορά το κούρεμα - μια τόσο "επίπονη" ενασχόληση αυτών των καιρών...Η επιλογή του έγινε από τη συντακτική ομάδα του περιοδικού ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, με εκδότη τον Γιάννη Πατίλη...Δεν αντέχω στον πειρασμό  να μην προϊδεάσω τον αναγνώστη  ότι ο Κονδυλάκης, με προφητική σχεδόν ικανότητα, αναφέρεται στο κούρεμα των νεκρών....Τα υπόλοιπα επί της οθόνης...Γ.Σχ.



Δεν δύναμαι να κα­τη­γο­ρή­σω τὸν κου­ρέ­α μου ὅ­τι ἐ­κλη­ρο­νό­μη­σε τὸ ἐ­λάτ­τω­μα τῶν ἀρ­χαί­ων ὁ­μο­τέ­χνων του. Πο­τὲ δὲν εὑ­ρέ­θη­κα εἰς τὴν ἀ­νάγ­κην, εἰς ἣν ὁ ἀρ­χαῖ­ος ἐ­κεῖ­νος, ὅ­στις, ἐ­ρω­τη­θεὶς πα­ρὰ τοῦ κου­ρέ­ως «Πῶς σὲ κεί­ρω;­», ἀ­πήν­τη­σε «Σι­ω­πῶν». Πο­τὲ δὲν μοῦ ἀ­νέ­πτυ­ξε τὰς ἰ­δέ­ας του πε­ρὶ τῆς δι­ορ­γα­νώ­σε­ως τοῦ στρα­τοῦ μας ἢ τὰς γνώ­μας του πε­ρὶ τοῦ γλωσ­σι­κοῦ ζη­τή­μα­τος. Ἐξ ἐ­ναν­τί­ας αὐ­τὸς ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ μοῦ συμ­βου­λεύ­ει σι­ω­πὴν διὰ νὰ μὴ μὲ κό­ψει μὲ τὸ ξυ­ρά­φι του.

       «Προ­σέ­ξε­τε, μὴ μι­λᾶ­τε νὰ μὴν κο­πεῖ­τε!­»

       Αὐ­τὸ δὲ καὶ τὸ «μὲ τὶς ὑ­γεῖ­ες σας», μὲ τὸ ὅ­ποι­ον τε­λει­ώ­νει τὸ ξύ­ρι­σμα, εἶ­ναι αἱ μό­ναι λέ­ξεις τὰς ὁ­ποί­ας ἀ­κού­ω ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

       Εἶ­ναι χο­λε­ρι­κῆς μορ­φῆς ἄν­θρω­πος, ὠ­χρὸς καὶ ἰ­σχνός, σχε­δὸν σκυ­θρω­πὸς πάν­το­τε. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι στα­θε­ρὸς κα­νὼν ὅ­τι οἱ χο­λε­ρι­κοὶ εἶ­ναι ὀ­λι­γό­λο­γοι. Ἐ­γνώ­ρι­σα ἀν­θρώ­πους αὐ­τοῦ τοῦ τύ­που, ἀ­νυ­πό­φο­ρους φλύ­α­ρους, κα­τὰ το­σοῦ­τον δὲ μᾶλ­λον ἐ­πι­κίν­δυ­νους, κα­θ' ὅ­σον ἡ σο­βα­ρὰ μορ­φή των ἐμ­πνέ­ει ἐμ­πι­στο­σύ­νην καὶ ἀ­νύ­πο­πτοι ἐμ­πί­πτε­τε εἰς τὴν πα­γί­δα.

       Ἂλ­λ' ἡ ὀ­λι­γο­λο­γί­α τοῦ κου­ρέ­ως μου, ἐ­νῶ ἀ­φ' ἑ­νὸς μὲ εὐ­χα­ρι­στεῖ, ἐ­ξάλ­λου μ' ἐ­πεί­σμω­νε καὶ μ' ἐ­σκαν­δά­λι­ζε. Μοῦ ἐ­φαί­νε­το τρό­πον τι­νὰ ἀ­σέ­βεια πρὸς τὰς πα­ρα­δό­σεις τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος καὶ δι­έ­ψευ­δε τὴν ἰ­δέ­αν τὴν ὁ­ποί­αν εἶ­χα πε­ρὶ τῶν κου­ρέ­ων κα­τὰ τρό­πον τό­σον ἀ­πρό­ο­πτον, ὥ­στε νὰ μοῦ φαί­νε­ται ὡς προ­σβο­λὴ προ­σω­πι­κή. Αὐ­τός, ὄ­χι μό­νον φλύ­α­ρος δὲν ἦ­το, ἄλ­λα καὶ δὲν ὑ­πέ­φε­ρε τὰς ὁ­μι­λί­ας τῶν ἄλ­λων.

       Δί­α τοῦ­το ἀ­νέ­στρε­ψα τοὺς ὅ­ρους. Ἐ­φλυ­άρουν ἐ­γὼ ὁ πε­λά­της, προ­σπα­θῶν νὰ ἐ­ξε­ρε­θί­σω τὴν σι­ω­πη­λήν του ἀ­πά­θειαν καὶ ἐκ­δι­κού­με­νος συγ­χρό­νως δι' ὅ­σα ἔ­χει ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­π' αἰ­ώ­νων τὸ γε­νει­ο­φό­ρον γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­λο­γί­αν τῶν κου­ρέ­ων
. Ἀλ­λ' εἰς τὰς ἐ­ρω­τή­σεις μου ἀ­πήν­τα μὲ ξη­ρὰ μο­νο­σύλ­λα­βα· καὶ ὁ­σά­κις τὸν ἠ­νάγ­κα­ζα νὰ εἰ­πεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρα, μοῦ ἐ­πέ­βαλ­λε σι­ω­πὴν μὲ τὴν ἀ­πει­λὴν τοῦ ξυ­ρα­φιοῦ.
       «Μὴ μι­λᾶ­τε, σᾶς εἶ­πα, νὰ μὴ σᾶς κό­ψει τὸ ξυ­ρά­φι.»

       Ὑ­πο­θέ­τω δὲ ὅ­τι σκο­πί­μως μ' ἔ­κο­πτεν ἐ­νί­ο­τε, διὰ νὰ ἐ­νι­σχύ­σει καὶ διὰ τοῦ πα­ρα­δείγ­μα­τος τοὺς λό­γους του.

       Μί­αν ἡ­μέ­ραν ἔ­τυ­χε νὰ εἴ­με­θα οἱ δυ­ό μας μό­νον εἰς τὸ κου­ρεῖ­ον. Ἐ­νῶ δὲ μ' ἐ­σα­πού­νι­ζε τοῦ εἶ­πα:

       «Δὲ μοῦ λές, κυρ-Σταῦ­ρο, κρα­τᾶς λο­γα­ρια­σμὸ πό­σα κε­φά­λια ἔ­χεις μπαρ­μπε­ρί­σει ἕ­ως τώ­ρα;»

       Ἡ ἀ­νό­η­τος αὐ­τὴ ἐ­ρώ­τη­σις φαί­νε­ται ὅ­τι τοῦ ἤ­ρε­σε, δι­ό­τι ἀν­τὶ νὰ μοῦ κό­ψει τὴν συ­νέ­χειαν δι' ἑ­νὸς ξη­ροῦ ὄ­χι, κα­τὰ τὴν συ­νή­θειάν του, εἶ­πεν:

       «Ὅ­λα τὰ με­γά­λα κε­φά­λια τῆς Ἑλ­λά­δος ἔ­χουν πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου καὶ σὲ βε­βαι­ῶ ὅ­τι δὲν ζυ­γί­ζουν με­γά­λο πρά­μα. Ὅ­λα κού­φια καὶ ἐ­λα­φρά. Εἶ­μαι κου­ρεὺς τριά­ντα πέν­τε χρό­νια. Καὶ εἰς αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα ἔ­χω ξυ­ρί­σει πο­λι­τι­κούς, στρα­τι­ω­τι­κούς, κα­θη­γη­τάς, δι­πλω­μά­τας, ἀ­νω­τέ­ρους δι­οι­κη­τι­κοὺς ὑ­παλ­λή­λους, δη­μο­σι­ο­γρά­φους.­.. τέ­λος πάν­των τὰς κο­ρυ­φὰς ὅ­λων τῶν κλά­δων ποὺ μᾶς δι­ευ­θύ­νουν.­.­.»



       Ἡ ἀ­προσ­δό­κη­τος αὕ­τη δι­ά­χυ­σις μ' ἐ­ξέ­πλη­ξε· καὶ ἂν συ­νέ­πι­πτε μὲ τὰς ἐ­ορ­τὰς τῆς 25ης Μαρ­τί­ου καὶ τῆς 15ης Αὔ­γου­στου, θὰ τὴν ἀ­πέ­δι­δα εἰς θαῦ­μα τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Τή­νου, ἥ­τις ἀ­πο­δί­δει τὴν φω­νὴν εἰς τοὺς ἄ­λα­λους.

       Ἐ­πω­φε­λή­θην τὸ θαῦ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ον ἴ­σως ἦ­το πα­ρο­δι­κόν.

       «Καὶ δὲ μοῦ λές, κυρ-Σταῦ­ρο, διὰ μιᾶς ἀρ­χί­ζε­τε νὰ ξυ­ρί­ζε­τε ἀν­θρώ­πους σεῖς οἱ κου­ρεῖς; Δὲν κά­νε­τε κα­μιὰ προ­ά­σκη­σιν;»

       «Τί; μή­πως πι­στεύ­εις καὶ τοῦ λό­γου σου ὅ­τι γυ­μνα­ζό­με­θα πρῶ­τον σὲ γου­ρου­νί­σια κε­φά­λια, σὰν πα­τσατ­ζῆ­δες;»

       «Λοι­πόν, ποι­όν πρω­το­ξύ­ρι­σες;»

       «Ἕ­ναν τρε­λό. Δὲν τὸ λέ­ει καὶ ἡ πα­ροι­μί­α; “Στῶν τρε­λῶν τὰ κε­φά­λια μα­θαί­νουν οἱ μπαρ­μπέ­ρη­δες”. Τί ὑ­πέ­φε­ρε στὰ χέ­ρια μου ὁ μα­κα­ρί­της!»

       «Ἀ­πέ­θα­νε;»

       «Μπο­ροῦ­σε νὰ μὴν πε­θά­νει μὲ τὰ μαρ­τύ­ρια ποὺ ὑ­πέ­φε­ρε; Ἀ­πέ­θα­νε με­τὰ τρί­α ἔ­τη, ἀλ­λὰ δὲν ἀμ­φι­βάλ­λω ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νε ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρί­αν σφα­γὴν ποὺ ἔ­πα­θε ἀ­πὸ τὸ ξυ­ρά­φι μου. Ὁ δεύ­τε­ρος καὶ ὁ τρί­τος δὲν ἦ­σαν ὀ­λι­γό­τε­ρον τρε­λοὶ ἀ­πὸ τὸν πρῶ­τον. Ἔ­πει­τα πῆ­ρε δρό­μο τὸ χέ­ρι μου.» Ἐ­πῆλ­θε βρα­χεί­α σι­ω­πή· ἔ­πει­τα τοῦ εἶ­πα:

       «Δὲ μοῦ λὲς τώ­ρα, κυρ-Σταῦ­ρο, πῶς ἐ­σὺ με­τα­ξὺ τῶν κου­ρέ­ων, ἀρ­χαί­ων καὶ ση­με­ρι­νῶν, ἀ­πο­τε­λεῖς ἐ­ξαί­ρε­σιν μὲ τὴν ὀ­λι­γο­λο­γί­αν σου; Για­τὶ δὲ μι­λεῖς, ἐ­νῶ βλέ­πω ὅ­τι μι­λεῖς πο­λὺ κα­λά;»

       Τὸ πρό­σω­πον τοῦ κου­ρέ­ως, τὸ ὅ­ποι­ον εἶ­χεν αἰ­θριά­σει ἐ­πί τι­νας στιγ­μάς, ἐ­συν­νέ­φια­σεν ἐκ νέ­ου. Φαί­νε­ται ὅ­τι ἡ ἐ­ρώ­τη­σίς μου ἔ­θι­ξε κά­ποι­ο μυ­στή­ριον εἰς τὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς του, δι­ό­τι τὸν εἶ­δα συν­τα­ρασ­σό­με­νον καὶ εἰς τὴν κα­τή­φειαν τῶν κί­τρι­νων ὀ­φθαλ­μῶν του ἀ­νε­πή­δη­σε μί­α ἀ­στρα­πή.

       Ἐ­φά­νη σκε­πτό­με­νος ἐ­π' ὀ­λί­γον, ἔ­πει­τα μὲ φω­νὴν ἀλ­λοι­ω­μέ­νην, τρα­χυ­τέ­ραν τοῦ συ­νή­θους καὶ σπα­σμω­δι­κήν, μοῦ εἶ­πεν:

      «Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι σὰν τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­χω στὶς φλέ­βες μου αἷ­μα νε­κροῦ.»

       Τὸν ἠ­τέ­νι­σα ἀ­πο­ρῶν. Εἶ­χε γί­νει σκυ­θρω­πό­τε­ρος, τὰ μά­τια του ἐ­σκο­τεί­νια­σαν. Ἡ με­τα­βο­λὴ ἐ­κεί­νη μὲ ἀ­νη­σύ­χη­σε, δι­ό­τι ἤ­μουν ἀ­κό­μη ὑ­πὸ τὸ ξυ­ρά­φι του, ἀλ­λ' ἡ πε­ρι­έρ­γεια ὑ­πε­ρί­σχυ­σε. Καὶ τοῦ εἶ­πα:

       «Αἷ­μα νε­κροῦ!­.­.. Τί λές;»

       «Αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­γω. Ἄ­κου­σε τί συ­νέ­βη. Ὅ­ταν πρω­τάρ­χι­σα νὰ ξυ­ρί­ζω, μοῦ λέ­ει μιὰ μέ­ρα ὁ μά­στο­ρής μου: “Νὰ πᾶς στὴν ὁ­δὸν Πε­ρι­κλέ­ους, ἀ­ριθ­μὸς τά­δε, νὰ ξυ­ρί­σεις. Πά­ρε τὰ ἐρ­γα­λεῖα.” Ἔ­τρε­ξα μὲ προ­θυ­μί­αν, δι­ό­τι ὑ­πέ­θε­σα ὅ­τι μ' ἔ­στελ­νε νὰ ξυ­ρί­σω κα­νέ­να γαμ­πρὸ κι ἐ­πε­ρί­με­να τὸ σχε­τι­κὸ δῶ­ρο. Φθά­νω εἰς τὸ σπί­τι ποὺ μοῦ '­πε ὁ μά­στο­ρης κι ἀ­νε­βαί­νω μιὰ σκά­λα· ἀλ­λὰ δὲν μοῦ ἐ­φά­νη αὐ­τὸ τὸ σπί­τι νὰ ἑ­τοι­μά­ζε­το γιὰ γά­μο· κά­θε ἄλ­λο. Τὰ πρό­σω­πα ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­το στὸ δι­ά­δρο­μο δὲν ἐ­φαί­νον­το νὰ ἦ­σαν προ­σκα­λε­σμέ­νοι σὲ χα­ρά. Μιὰ μαυ­ρο­φό­ρα μὲ μά­τια κόκ­κι­να μοῦ δεί­χνει: “Ἀ­π' ἐ­δῶ, παι­δί μου”. Καὶ μὲ ὁ­δη­γεῖ εἰς ἕ­να δω­μά­τιον, ὁ­ποῦ ἀν­τὶ γαμ­βροῦ εὑ­ρί­σκω ἕ­ναν πε­θα­μέ­νο φαρ­δὺ πλα­τύ. Κοι­τά­ζω μὲ ἀ­πο­ρί­α τὴ μαυ­ρο­φό­ρα καὶ τοὺς ἄλ­λους ποὺ ἦ­σαν ἐ­κεῖ καὶ τοὺς λέ­γω:

       — Ποι­όν θὰ ξυ­ρί­σω;

       Μοῦ δεί­χνουν τὸν νε­κρόν.

       — Τὸν πε­θα­μέ­νο!

       — Εἶ­ναι συ­νή­θεια, μοῦ λέ­γει ἡ μαυ­ρο­φό­ρα καὶ ἀρ­χί­ζει τὸ κλά­μα.

       Ἐ­ὰν δὲν ἔ­κλαι­γαν, θὰ νό­μι­ζα ὅ­τι παί­ζουν μὲ τὸν πε­θα­μέ­νο. Ἀλ­λ' ἦ­το ἀ­δύ­να­τον ἐ­γὼ νὰ ξυ­ρί­σω πε­θα­μέ­νον. Ἐ­γύ­ρι­σα στὸ μα­γα­ζὶ ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος· ἀλ­λ' ὁ μά­στο­ρης μ' ἔ­στει­λε πί­σω.

       — Τί μπαρ­μπέ­ρης εἶ­σαι σύ; μοῦ εἶ­πε. Τὸ ξύ­ρι­σμα τῶν πε­θα­μέ­νων εἶ­ναι τῆς δου­λειᾶς μας. Κι ἐ­γὼ ἔ­χω ξυ­ρί­σει πε­θα­μέ­νο καὶ ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι κου­ρεῖς.

       Ἀ­φοῦ ἦ­το τῆς τέ­χνης, τί νὰ κά­μω; Ἐ­πῆ­γα κι ἔ­ξυ­ρι­σα τὸν πε­θα­μέ­νο. Ἀλ­λ' ἔ­τρε­μαν τὰ χέ­ρια μου τό­σον, ποὺ τὸν πα­ρε­μόρ­φω­σα τὸ μα­κα­ρί­τη. Ἐ­κό­πη­κα δὲ καὶ ὁ ἴ­διος κι ἔ­πα­θα ση­ψαι­μί­α, ποὺ κιν­δύ­νευ­σα νὰ πε­θά­νω. Τὸ νε­κρὸ αἷ­μα μπῆ­κε στὸ αἷ­μα μου.

       Ὅ­ταν ἐ­τε­λεί­ω­σα ὅ­πως-ὅ­πως τὸ φρι­κτὸ κεῖ­νο ξύ­ρι­σμα, ἤ­μουν τό­σο σα­στι­σμέ­νος ποὺ εἶ­πα στὸν πε­θα­μέ­νο:

       — Μὲ τὶς ὑ­γεῖ­ες σας!

       Καὶ ἔφυγα τρέχοντας ὡς νὰ μ' ἐκυνηγοῦσαν.»

       Τόσον δὲ τὸν εἶχε ταράξει ἡ ἀνάμνησις ἐ­κείνη, ὥστε μὲ τὴν τελευταίαν λέξιν μοῦ ἔκαμε μίαν βαθείαν ἐγκοπὴν καὶ τὸ αἷμα ἐσχημάτισε μικρὸν καταρράκτην εἰς τὸ μάγουλόν μου. 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Ἰωάννης Κονδυλάκης, Ὁ μαῦρος γάτος καὶ ἄλλα διηγήματα, Ἐπιλογὴ-ἐπιμέλεια Ἐ.Χ. Γονατᾶς, Ἐκδ. Στιγμή, Ἀθήνα, 1987. Ἀναδημοσίευση, ἐκεῖ, ἀπὸ τὸν τόμο Ὅταν ἥμουν δάσκαλος (Ἐκδ. Ἐλευθερουδάκη, Β΄ ἔκδ. Ἀθήνα, 1930). Γιὰ τὸν πυρήνα τοῦ διηγήματος βλ. τὸ «Ὁ κουρεὺς τῶν νεκρῶν» (Ἡμερολόγιον Σκόκου, τόμ 23, 1903)

1 σχόλιο: