Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Ἕλενα Στριγγάρη : Κα­λὰ στοι­χεῖ­α



ΦΤΑΣΑΝ νοι­κά­ρη­δες και­νούρ­γιοι στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Με­τα­κο­μί­ζα­νε ἀ­να­πο­φά­σι­στοι τὰ ἔ­πι­πλά τους πό­τε ἐ­δῶ, πό­τ’ ἐ­κεῖ, σούρ­νον­τάς τα στὸ πά­τω­μα, πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου. Γρά­φαν κά­τι ἀ­παί­σιους ἤ­χους: «Γρρρρ» κά­ναν τὰ βα­ριὰ κομ­μά­τια, ὅ­ταν δι­έ­νυ­αν με­γά­λη ἀ­πό­στα­ση, καὶ κο­φτὸ πα­χὺ «Γρ», ὅ­ταν σπρώ­χνον­ταν λί­γο. Δι­α­πε­ρα­στι­κά, ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὰ «Σί­ι­ιπ» βγά­ζαν τὰ πιὸ ἐ­λα­φριὰ στὶς με­γά­λες ἀ­πο­στά­σεις, κ’ ἕ­να «Σσς» χα­μη­λό­φω­νο στὶς μι­κρές.
       Βέ­βαι­α οἱ ἦ­χοι δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τοὶ ποὺ γρά­φω ‘δῶ. Τὰ πράγ­μα­τα ἔ­χουν μιὰν ἄλ­λη γλώσ­σα, δι­κιά τους, ποὺ δὲν κα­λύ­πτε­ται ἀ­π’ τοὺς συν­δυα­σμοὺς τῶν εἰ­κο­σι­τεσ­σά­ρων γραμ­μά­των μας. Πάν­τως, πε­ρί­που ἔ­τσι κά­να­νε: «Γρρρρ» καὶ «Γρ», «Σί­ι­ιπ» καὶ «Σσς». Μοῦ ’χα­νε σπά­σει τὰ νεῦ­ρα!
       Ἀ­δύ­να­το νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ νὰ τε­λει­ώ­σω τὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα. Ἕ­ως ὅ­του θυ­μή­θη­κα πῶς ἔ­παι­ζα μι­κρή:
       «Αὐ­τὸ εἶ­ναι βε­λα­νί­δι» ἔ­λε­γε ἡ μά­να μου. «Καὶ τί ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ‘ναι;» ρώ­τα­γα. Κ’ ἐ­κεί­νη, βα­ρι­α­στε­νά­ζον­τας: «Ξέ­ρω ἐ­γώ; Τί­πο­τε! Τί ἄλ­λο; Βε­λα­νί­δι εἶ­ναι, παι­δά­κι μου!..» Καὶ γυ­ρί­ζα­νε σπί­τι μὲ γι­ο­μά­τη τὴν τσάν­τα της βα­λα­νί­δια, ποὺ τά ’­βα­φα, τοὺς κόλ­λα­γα κ’ ἕ­να φτε­ρὸ καὶ γί­νον­ταν ἀν­θρω­πά­κια μὲ κα­πέ­λο καὶ λο­φί­ο, τὰ χώ­ρι­ζα —ἀ­πὸ δῶ τὰ βα­λα­νί­δια, ἀ­πὸ κεῖ τὰ κα­πε­λά­κια τους— καὶ γί­νον­ταν κο­λι­ὲ τὰ μέν, πο­τη­ρά­κια-γοῦρ­νες-κο­λυμ­πῆ­θρες-πέ­τρες δα­χτυ­λι­δι­ῶν τὰ δέ, τὰ ἔ­σκι­ζα στὴ μέ­ση, ἔ­βγα­ζα τὸν καρ­πὸ καὶ τὰ ἔ­κα­να κού­νια γιὰ τὴν Το­σο­δού­λα, βάρ­κες ἢ ―ἀ­νά­πο­δα― κα­βού­κια χε­λώ­νας καὶ ἄλ­λα ποὺ τώ­ρα δὲν θυ­μᾶ­μαι. (Γιὰ τὸν ἴ­διο λό­γο μά­ζευ­α χα­λα­σμέ­νους γλόμ­πους, κα­πά­κια ἀ­πὸ μπο­τί­λι­ες, κου­ρέ­λια, κόκ­κα­λα σου­πιᾶς, ξύ­λα, χάν­τρες καὶ πού­λι­ες, ποὺ μοῦ ἔ­δι­ναν τσιγ­γού­νι­κα οἱ μο­δί­στρες, κα­θὼς καὶ κομ­μά­τια ἀ­πὸ χα­λα­σμέ­να παι­γνί­δια. Γε­νι­κὰ ―πε­ρι­έρ­γως― σὰν θρη­σκεί­α ἢ πο­λι­τι­κή, ὅ,τι σπα­σμέ­νο ἢ ξε­κοι­λι­α­σμέ­νο, τό ’­χα σὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­κτί­μη­ση ἀ­π’ τὸ γε­ρό, τὸ και­νούρ­γιο.)

       Λοι­πόν, κον­τεύ­ον­τας νὰ πά­θω κρί­ση νευ­ρι­κὴ ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἤ­χων ποὺ γρά­φαν οἱ τοῦ πά­νω ὀ­ρό­φου τσου­λών­τας τὰ ἔ­πι­πλά τους πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου (τί «πά­νω»; «μέ­σα» στὸ κε­φά­λι μου!) θυ­μή­θη­κα πῶς ἔ­παι­ζα μι­κρή, κι ἀ­μέ­σως, δί­χως κό­πο, τὰ «Γρρρρ» καὶ «Γρ», τὰ Σί­ι­ιπ» καὶ Σσς», γί­να­νε βρυ­χηθ­μοὶ θη­ρί­ων καὶ σφυ­ρίγ­μα­τα ἑρ­πε­τῶν! Ἄλ­λο νὰ σᾶς τὸ λέ­ω κι ἄλ­λο νὰ τὰ ἀ­κοῦ­τε! Θὰ μέ­να­τε ἔκ­πλη­κτοι. Δὲν ἔ­χε­τε ἰ­δέ­α πῶς μοι­ά­ζου­νε!.. Με­τα­κο­μί­ζον­τας κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸν ἀ­πὸ πά­νω σας ὄ­ρο­φο θὰ μὲ δι­και­ώ­σε­τε.
       Οἱ ἴ­διοι ἦ­χοι ποὺ πρὶν μὲ κά­να­νε ἔ­ξω φρε­νῶν, τώ­ρα μὲ γο­ή­τευ­αν! Τέ­τοι­α φυ­σι­ο­λα­τρί­α δὲν τὴν πε­ρί­με­να ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Με­γα­λεῖ­α! Ζούγ­κλα ὁ­λά­κε­ρη - κα­τα­δι­κιά μου!..
       Ἀ­φοῦ τὴν ἀ­πό­λαυ­σα γιὰ λί­γο, ἀ­πο­τέ­λει­ω­σα τὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα – ἔ­χον­τας τὴν ἴ­δια αἴ­σθη­ση πού ’­χε ἄν­θρω­πος μό­νος στὴ φύ­ση καὶ δὴ τὴν ἄ­γρια, ὅ­που τα φθαρ­τὰ μι­κραί­νουν καὶ τὰ αἰ­ώ­νια βα­ραί­νουν. Καί, ἀ­πο­λύ­τως σί­γου­ρη πὼς ὅ,τι ση­μεί­ω­σα ὡς «κα­λὸ στοι­χεῖ­ο» στὸ βι­βλί­ο μου ἤ­τα­νε πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο, ξά­πλω­σα στὸ κλα­ρί μου καὶ κοι­μή­θη­κα…

Πηγή: περ. Τε­τρά­μη­να, ἀρ. 13, Ἄνοιξη-Καλοκαίρι 1977. VIA ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου