Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Δημήτρη Φύσσα : «Ο Χρήστος του Εξέλσιορ»


©Δημήτρης Φύσσας,  από το ανέκδοτο βιβλίο διηγημάτων «Αυτά και οι μετακομίσεις».


Όπου μια προκλητικά βωμολοχική συνέντευξη εκτρέπεται απρόβλεπτα, γι΄αυτό και το κείμενο πρέπει να διαβαστεί μέχρι τέλους και με τη σειρά.

                                                                                                            Στους συμβαλόντες

Χρήστο, το «Εξέλσιορ» είναι κυρίως γ@μηστρώνας;       
Ναι. Πολύ λίγοι πελάτες έρχονται για να μείνουνε μέρα ή μέρες. Οι περισσότεροι ζητάνε «ένα δωμάτιο για λίγη ώρα», όπως το λέμε στη γλώσσα μας, όπως το λένε κι οι πελάτες. Κανείς δεν το λέει «ημιδιαμονή», μόνο οι διαφημίσεις το γράφουνε έτσι.
Κάνετε και διαφήμιση;
Εμείς όχι. Άλλοι γ@μηστρώνες ναι, αλυσίδες ξενοδοχείων και δε συμμαζεύεται.
Έρχονται όμως και μερικοί για να μείνουνε μέρες, όπως μου ΄χες πει νωρίτερα. 

Έρχονται, άμα δεν έχουν απαιτήσεις. Ξέρω γω, δε σερβίρουμε πρωινό. Αλλά έρχονται στη χάση και στη φέξη. Επαρχιώτες έχουμε κάποιες φορές, που έρχονται στην Αθήνα για δουλειές, για γιατρούς, για να  πάνε στο θέατρο –μιλάμε κάθε βράδυ άλλη παράσταση–  ή να βρούνε διαμέρισμα για τα παιδιά τους που περάσανε σε πανεπιστήμιο της Αθήνας. Αυτοί κάθονται μερικές μέρες. Αλλά όλοι αυτοί είναι λίγοι, οι πιο πολλοί έρχονται δω για το σεξ.
Πόσα χρόνια δουλεύεις εδώ, Χρήστο;
Είκοσι χρόνια και βάλε, φίλε. Μπήκα εδώ λίγο μετά που απολύθηκα από το στρατό, μπήκα «προσωρινά» καθώς λένε, μά έμεινα τη μισή μου ζωή, τώρα περπατάω στα σαραντατέσσερα.
Ωράριο; Ρεπό; Μισθός;
8 πρωί με 8 βράδυ. Δωδεκάωρο. Ημερήσια βάρδια. Ο φίλος μου ο Μάκης δουλεύει νυχτερινός,  8 βράδυ με 8 πρωί. Ρεπά παίρνουμε πάντα μεσοβδόμαδα, Δευτέρα – Τρίτη, ποτέ Σαββατοκύριακο, γιατί τότε έχει την πολλή τη δουλειά. Στα  ρεπά μας έρχονται τ΄ αφεντικά στις θέσεις  μας. Δυο συνέταιροι αυτοί, δύο και μεις, δουλεύουνε εναλλάξ ρεσεψιόν ημερήσια και νυχτερινή βάρδια. Τι άλλο με ρώτησες;
Μισθός;
1.400 ευρώ, και συμπεριλαμβάνεται ΙΚΑ, δώρα, άδεια, επίδομα άδειας, όλα μέσα κανονικά. Όλα νόμιμα. Ή μάλον σχεδόν νόμιμα, γιατί θα ΄πρεπε να παίρνω περισσότερα, λόγω του επιπλέον τετράωρου που θα ΄πρεπε να πληρώνεται υπερωρία. Αλλά πού πληρώνεται η  υπερωρία, για να πληρώνεται δω;
Σου φτάνουνε τα λεφτά, βγαίνεις;
Βγαίνω. Ανύπαντρος είμαι, μόνος μου μένω. Μέχρι που μού περισσεύουνε κιόλας.  Ο Μάκης παίρνει κάτι περισσότερο, ως βραδινός, και δικαίως.
Είκοσι χρόνια δουλεύεις δωδεκάωρο;
Δεν ήταν από την αρχή έτσι. Στην αρχή μπήκα βοηθός, είχαμε βοηθούς τότε, είχαμε τρεις βάρδιες οχτάωρες. Τρεις ρεσεψιονίστες, τρεις βοηθοί, είχαμε κι από δυο καμαριέρες σε κάθε βάρδια. Σήμερα  το προσωπικό είναι λιγότερο: ένας ρεσεψιονίστας και μια καμαριέρα σε κάθε βάρδια: η Εντβίνα σε μένα και η Αλέξα στο Μάκη. Κι άμα σ΄ άρέσει. Άμα δε σ΄αρέσει, δρόμο. Τόσοι άνεργοι περιμένουνε ν΄ αρπάξουνε τη δουλειά. Το οχτάωρο πέθανε. Όχι ότι γ..μάνε λιγότερο οι άνθρωποι σήμερα στους γαμηστρώνες, εμείς δουλεύουμε περισσότερο.
Τι ακριβώς κάνεις;

Ό,τι κάνει ένας ρεσεψιονίστας. Δέχομαι τους πελάτες, τους δίνω δωμάτια και κλειδιά, πληρώνομαι. Κόβω και απόδειξη, άμα ζητήσουν. Επίσης συνεννoούμαι με την καμαριέρα για το ποια δωμάτια είναι έτοιμα κι ελεύθερα. Τηλεφωνώ σε κείνους που αργούνε και τους ρωτάω αν θέλουνε να μείνουνε κι άλλο. Αν μείνουνε κι άλλο, τους χρώνουμε περισσότερο. Α, ξέχασα να σου πω πως κάποιες φορές,  οι πελάτες πιάνουνε κουβέντα μαζί μου. Ακούω τα παράπονα ή τους επαίνους τους. Ή τις προσωπικές τους ιστορίες. Μου ζητάνε τη γνώμη μου για διάφορα ή απλά θέλουνε ν΄ ακούω, όπως ο μπάρμαν ή ο κουρέας. Ο ρεσεψιονίστας είναι κι εξομολόγος. Κάνω και τις δουλειές του παλιού βοηθού: αλλάζω τα ντιβιντί με τις τσόντες, κανονίζω να γίνουνε τα ψώνια (ξέρω γω, χαρτί υγείας, σαπούνι, καθαριστικά), ανεβάζω τις βαλίτσες (τις σπάνιες φορές που έχει ο πελάτης), κάνω ρουμ σέρβις, όταν η καμαριέρα είναι απασχολημένη.
Ρουμ σέρβις;
Ναι, ρουμ σέρβις, σου φαίνεται παράξενο; Ένα ψυγείο έχουμε και μια απλή κάβα, αλλά δε φαντάζεσαι πόσοι πίνουνε αλκοόλ πριν και μετά το σεξ. Πιο πολύ μετά. Και βγαίνουνε πολλά λεφτά απ΄ αυτό. Παίρνουν ουίσκι, λικέρ, κονιάκ, βότκα. Οι γυναίκες ιδίως. Καλύτερα να μυρίζει το στόμα αλκοόλ, παρά χύσια.
Κατάλαβα.
Άλλες  φορές δεν παίρνουν αλκοόλ, ούτε τσίχλες, ούτε τίποτα. Φεύγουν βιαστικά και βρωμάνε από μακριά. Δυο μέτρα από τη ρεσεψιόν περνάνε, από το μπάγκο μου, και μυρίζει το στόμα τους από τις πίπες.
Μάλιστα. Τίποτ΄ άλλο;
Απαντάω και τις ερωτήσεις που κάνουν οι πελάτες.
Συνήθως τι ρωτάνε;
Πόσο πάει και για πόσην ώρα.
Πόσο;
Σήμερα, καλοκαίρι του 2009, 25 ευρώ για δυόμιση ώρες. 35 ευρώ είναι για όλη τη μέρα.
Τι είδους κόσμος έρχεται.
Όλοι. Οι πάντες. Εσύ δεν έχει τύχει να γαμήσεις σε ξενοδοχείο;
Εννοώ, ποιοι είναι οι πιο συνηθισμένοι.
Κοίταξε, το ΄χω σκεφτεί αυτό και γι΄ αυτό σού απαντάω αμέσως: γενικά έρχονται άντρες και γυναίκες, στρέιτ ή πούστηδες, και λεσβίες καμιά φορά, που για διάφορους λόγους δε μπορούν να το κάνουν σπίτι τους κι έχουν λίγα ευρώ να δώσουν για να μην κυλιούνται στα πάρκα και να μη βρωμίζονται στις τουαλέτες των μπαρ. Δεν έχουν όμως τόσα, ώστε να νοικιάζουν γκαρσονιέρες. Ή μπορεί να έχουν, μα να μη θέλουν γκαρσονιέρες, για να μην υποχρεώνονται ν΄ αλλάζουνε σεντόνια, να πληρώνουν κοινόχρηστα και τέτοια.  Εδώ δίνουνε 25 ευρώ και καθαρίζουνε. Δεν είναι λίγα, δεν είναι και πολλά όμως. Όλοι περνάνε κάποτε από το ξενοδοχείο, όλοι θέλουν να γαμήσουνε.
Από επαγγέλματα, από κοινωνικές τάξεις;
Απ΄ όσους ξέρω βέβαια, έτσι; Γιατί για πολλούς, και μάλλον για τους περισσότερους,  δεν ξέρω τίποτα. Πιο πολύ έρχεται η μεσαία τάξη, πολύ σπάνια θα δεις εδώ πραγματικά φτωχαδάκια, αλλοδαπά εργατάκια ας πούμε- και ποτέ πλούσιους. Μπορεί οι πλούσιοι να πηγαίνουνε στα πλούσια ξενοδοχεία, μπορεί να έχουν όλοι δεύτερα σπίτια (δε θα ΄χουν γκαρσονιέρεςαυτοί), δεν ξέρω. Εγώ εδώ βλέπω πιο πολύ μεσαίους.  Πάντως  όποιος και να ΄ρθει, άσπρος ή μαύρος, Έλληνας ή αλλοδαπός, άντρας ή γυναίκα, πλούσιος ή φτωχός,  πούστης ή λεσβία, παντρεμένος ή ανύπαντρος, εμείς τον δεχόμαστε και τον καλοδεχόμαστε.  Από τους πελάτες μας ζούμε- και η κρίση, ευτυχώς, δε μας έχει πιάσει. Μόνο μια εξαίρεση κάνουμε.
Ποια είναι αυτή η εξαίρεση;
Μόνο πουτάνες ή τραβέλια να φέρουνε τους πελάτες τους εδώ, δε δεχόμαστε. Ο πελάτης, αν θέλει, μπορεί να καλέσει αυτός μια πουτάνα τηλεφωνικά από το δωμάτιό του (το κάνουνε πολλοί)  ή να έρθει μαζί της, μα να τη φέρει αυτός, όχι να τον φέρει εκείνη. Δηλαδή, εμείς υποτίθεται πως δεν ξέρουμε αν είναι ή όχι πουτάνα, με τον πελάτη μιλάμε. Ακόμα και η πουτάνα μπορεί να ΄ρθει πρώτη σαν πελάτισσα, να πάρει ένα δωμάτιο, να πει ένα όνομα, να ρθει ο πελάτης (δε μας ενδιαφέρει πώς τον βρήκε) να τη ζητήσει με τ΄ όνομά της και να ανέβει να τη βρει.
Τι διαφορά έχει;
Μεγάλη. Εμείς δεν παίρνουμε λεφτά από εκδιδόμενα πρόσωπα, άντρες ή γυναίκες, δεν τσακωνόμαστε με τις πουτάνες και τα τραβέλια, δεν είμαστε μπουρδελοξενοδοχείο για τις καλντεριμιτζούδες, όπως στα πέριξ της οδού Αθηνάς. Δεν έχουμε άρα μπλεξίματα με αστυνομίες, δε γίνονται δω φασαρίες με νταβατζήδες. Έχουμε κάποιο επίπεδο και το κρατάμε. Κατάλαβες; Άλλο γαμηστρώνας, άλλο μπουρδελοξενοδοχείο. Ακόμα κι αν έρθει εδώ μια πουτάνα, πληρωνόμαστε το δωμάτιο 25 ευρώ, δε μπλέκουμε με ποσοστά, ας μας φέρει 50 άτομα τη μέρα, ας μας φέρει όλη την Αθήνα. Γι΄ αυτό, εξάλλου, και δεν έρχονται πουτάνες σε ξενοδοχεία σαν το «Εξέλσιορ». Δε μας προτιμάνε, πάνε σε ξενοδοχεία που τους δίνουνε ποσοστά για κάθε πελάτη που φέρνουνε. Ή λένε στον πελάτη: «τόσα εγώ, τόσα το ξενοδοχείο». Αυτά εμείς δεν τα κάνουμε. Αυτό είναι το κλειδί.
Κατάλαβα. Δε μου λες, ρε φίλε, έρχεται πολύ διαφορετικός κόσμος τη μέρα απ΄ ό,τι  τη νύχτα; Και ποιος έχει πιο πολλή δουλειά, εσύ ή ο Μάκης;
Ο Μάκης ασυζητητί. Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή βράδυ τυχαίνει να περιμένουνε στη ρεσεψιόν ν΄ αδειάσει δωμάτιο. Ιδίως το χειμώνα, που κάνει κρύο και δε μπορούνε να τρέχουνε στα πάρκα και στις παραλίες, ούτε να γαμιούνται μες τ΄ αυτοκίνητα. Τι άλλο με ρώτησες;
Για τον κόσμο της μέρας και της νύχτας.
Ναι. Ο Μάκης έχει πιο πολλά νόμιμα, να τα πούμε έτσι, νόμιμα ζευγάρια. Νέα παιδιά που μένουνε με τους γονείς τους, πού να πάνε; Α, ο Μάκης έχει και τους πιο πολλούς παπάδες. Παπάδες αδερφές ενννοώ, που βάζουν πολιτικά και βγαίνουν βράδυ για να μη γνωριστούνε απ΄ τον κόσμο. Έχει και παντρεμένους και παντρεμένες, που υποτίθεται ότι βγαίνουν με τους φίλους ή τις φίλες τους, αλλά πιο σπάνια, δύσκολα βγαίνουν βράδυ. Μετά τις 2, 3  τα ξημερώματα,  λιγοστεύει η νυχτερινή δουλειά. Εγώ πάλι τα πρωινά έχω πιο πολλά παράνομα ζευγάρια, πολλές νοικοκυρές, πολλούς πούστηδες και λεσβίες, πολλούς δημόσιους υπάλληλους. Φεύγουν απ΄το σπίτι, φεύγουν απ΄τη δουλειά τους για καμιά δυο ώρες, έρχονται δω, γαμιούνται και ξαναγυρνάνε. Άλλοι πάλι συναντιούνται και πηδιούνται πριν πάνε στις δουλειές τους, άλλοι φεύγουνε πριν σχολάσουν το μεσημέρι. Ποιος θα τους ελέγξει, ξέρω γω, στα υπουργεία; Μέχρι και μαθήτριες και μαθητές έχω, σπάνια βέβαια. Εγώ έχω σταθερή δουλειά, από τις 10 το πρωί μέχρι που φεύγω, δε μηδενίζεται ποτέ. Ο Μάκης τρελαίνεται μέχρι τις 12, 1, μετά πέφτει η δουλειά από τις 2,3  η ώρα, κι ύστερα χτυπάει μύγες μέχρι που φεύγει το πρωί. Ύστερα, και σε μένα είναι κάπως αυξημένη η δουλειά το Σαββατοκύριακο. Αλλά σαν το Σαββατοκύριακο του Μάκη ποτέ δε γίνεται.
Θα ΄χουνε δει πολλά  τα μάτια σου εδώ.
Ναι, θα μπορούσα να γράψω εγώ βιβλίο, αντί να σ΄ τα λέω εσένα. Αλλά δεν ξέρω πώς γράφονται τα βιβλία, ρε Γιώργο.  Ο καλός ρεσεψιονίστας πολλά βλέπει, πολλά ακούει, λίγα λέει κι ακόμα λιγότερα ζει. Κι αν σου μιλάω τώρα στο μαγνητόφωνο είναι γιατί μου υποσχέθηκες πως θ΄ αλλάξεις τα πάντα, ρε μαλάκα, ώστε να μη μπορεί να καταλάβει κανείς πού είναι το ξενοδοχείο και ποιος είμαι γω. Γιατί αν καταλάβουνε τίποτα συγκεκριμένο τ΄ αφεντικά ή οι πελάτες, θα χάσω τη δουλειά μου την ίδια στιγμή. Και τη δουλειά μου τη θέλω οπωσδήποτε, φτωχός άνθρωπος είμαι.
Μην ανησυχείς, ρε Χρήστο. Όλα θα τ΄αλλάξω. Τι σκατά συγγραφέας είμαι.
Η διακριτικότητα είναι απαραίτητη. Δε θα σου μίλαγα αν δεν ήμασταν συμμαθητές, αν δε σ΄ ήξερα τόσα χρόνια. Ξέρεις ότι άλλοι ρεσεψιονίστες γίνονται γλυκεροί για να κονομάνε πουρμπουάρ;  Άλλοι βγάζουνε μίζες από πουτάνες και ζιγκολό- αλλά αυτά στα ΄πα πριν. Άλλοι εκβιάζουνε τις παντρεμένες και τους παντρεμένους, άλλοι άλλα, πολλά και διάφορα. Εκεί να δεις δράματα. Εγώ τίποτ΄ απ΄ αυτά. Βλέπω, ακούω, σκέφτομαι, γράφω στο μιαλό μου. Αλλά σχεδόν δε μιλάω, μόνο τ΄ απαραίτητα.
Κατάλαβα. Καλά κάνεις.
Αλλιώς πώς θα με κρατάγανε τ΄ αφεντικά; Αν και τ΄ αφεντικά, όχι τα δικά μου ευτυχώς,  τ΄ αφεντικά τ΄ άλλα είναι που κάνουνε τα χειρότερα: ανοίγουνε τρύπες στα δωμάτια και μπάζουνε δίπλα ματάκηδες που πληρώνουνε όσα όσα για να δούνε ένα αληθινό γαμήσι και να την παίξουνε με την ησυχία τους∙ ή τραβάνε, τ΄  αφεντικά εννοώ, τραβάνε βίντεο τα ζευγάρια και τα εκβιάζουνε ότι θ΄ ανεβάσουνε τα γαμήσια στο ίντερνετ. Αλλά αυτά με τους εκβιασμούς φαίνεται πως κάπως κοπάσανε τελευταία, μετά το ξύλο που έφαγε εκείνος ο ξενοδόχος στην Κυψέλη από τον εραστή μιας παντρεμένης. Το ξέρεις αυτό, τ΄ άκουσες;
Όχι, τι έγινε;
Ο εκβιασμός έγινε για είκοσι  χιλιάρικα. Ο εραστής και η παντρεμένη ζητήσανε να δουν το ντιβιντί για να πιστέψουνε ότι υπάρχει και δεν τους λέει φούμαρα ο ξενοδόχος  Το είδανε, αναγνώρισαν το δωμάτιο, είπαν στο μεσάζοντα «δώστε μας λίγες μέρες να να βρούμε τα χρήματα», και μετά ο εραστής πήγε κατευθείαν στο ξενοδοχείο, παραφύλαξε πότε θα πάει ο ξενοδόχος, και τον έσπασε στο ξύλο χωρίς δεύτερη κουβέντα. Με μια σιδερόβεργα. Τον ξενοδόχο, όχι το ρεσεψιονίστα. Μέσα στον κόσμο όλ΄ αυτά, φόρα παρτίδα. Γιατί τέτοιες δουλειές δε μπορεί να τις κάνει άλλος, παρά ο ξενοδόχος. Τον σάπισε. Πήγε νοσοκομείο σε αφασία, λίγο έλειψε να μην τη σκαπουλάρει.  Συζητήθηκε πολύ αυτό στον κόσμο των ξενοδοχείων. Και παλικάρι, ο εραστής εννοώ, όχι μαλακίες στους μπάτσους, δεν άρχισε τα «δεν ήθελα» και «δεν ήξερα» και «η κακιά η ώρα». Είπε: «καλά του ΄κανα και τα ίδια θα του ξανάκανα, αν χρειαζότανε». Μάγκας και μπράβο του. Το είπανε κι οι ίδιοι οι μπάτσοι, αν θυμάσαι. Βγήκε το θέμα στα κανάλια και στις εφημερίδες, ανωνύμως βέβαια,  έγινε πολύ σούσουρο, το σκέφτονται τώρα τα καλόπαιδα να το κάνουνε ξανά. Ο μάγκας μπήκε φυλακή, αλλά κι ο ξενοδόχος δεν πήρε μία. Κι είναι και σακατεμένος.
Τι ερωτικές, τι σεξουαλικές ιστορίες έχεις δει εδώ; Εννοώ κατι το ξεχωριστό, το όχι συνηθισμένο. Εσένα σου ΄χει τύχει καμιά ιστορία με καμιά γυναίκα εδώ; Προσωπική ιστορία εννοώ.
Βασικά τώρα τελευταία ζω κάτι, ρε φίλε, και θα σ΄ το πω. Μία και μοναδική φορά που μου ΄τυχε κάτι λόγω του ξενοδοχείου. Είναι μια ιστορία με την ψηλή με τα γυαλιά, τη λεγόμενη Ρίτα.  Αλλά λέω να την αφήσουμε για το τέλος, αν συμφωνείς.  Να σου πω πρώτα μερικές άλλες ιστορίες, την ψηλή  δε θα την ξεχάσω να στην πω, γιατί εδώ και μερικούς μήνες αυτήν πηδάω. Την πηδάω εδώ.
Επιτρέπεται αυτό;
Απαγορεύται απολύτως. Αλλ΄ αξίζει το ρίσκο.  Έτσι δεν έχασε η κακομοίρα η Πόπη η Σαλονικιά τη δουλειά της; Πριν την Εντβίνα πού ΄χουμε τώρα πρωινή, είχαμε την Πόπη. Τ΄ αφεντικά τη διώξανε γιατί είχε γνωριστεί με μερικούς πελάτες και πηδιότανε μαζί τους την ώρα της δουλειάς. Την είχανε μάθει οι πελάτες, κι αντί να φέρνουνε δικές τους γυναίκες, περιμένανε να γαμήσουνε την καμαριέρα. Αν είναι δυνατόν. Μια, δυο, τρεις, αυτά δεν κρύβονται. Της έκανα συστάσεις, τίποτα. Έπρεπε να ετοιμάζει τα δωμάτια, να ξέρω ποια έχω έτοιμα και πού μπορώ να στείλω τους πελάτες, μα πού αυτή, μπα, γαμιότανε κι αργούσε. Σαν πουτάνα χρυσοπληρωνότανε, αλλά δεν ήτανε δουλειά αυτή. Τη σχολάσανε, τέλος. Τώρα, αν υποθέσουμε ότι η τωρινή η Εντβίνα -ή η βραδινή, η Αλέξα-  αν υποθέσουμε ότι θελήσει να το κάνει με κάποιον, απαγορεύεται εντός βάρδιας.
Και γιατί η Πόπη δεν το ΄κανε εκτός βάρδιας;
Γιατί δεν ήτανε κανονική πουτάνα να πηγαίνει να γαμιέται αλλού για λεφτά. Κι αφού ήθελε να το κάνει εδώ, ντρεπότανε να πηγαίνει στη βάρδια της Αλέξας, αν είναι δυνατόν. Ήθελε λοιπόν να το κάνει μέσα στη βάρδιά της, και να είναι και καμαριέρα συγχρόνως, να μην την ακούει, ούτε να τη βλέπει η άλλη καμαριέρα- ε, το ΄φαγε το κεφάλι της.
Και η δικιά σου η πρωινή, η Εντβίνα;
Αλβανίδα, χρυσό κορίτσι. Σχετίζεται το θέμα της και με τη Ρίτα την ψηλή που θα σου πω μετά, ξέρεις. Η ψηλή είναι παλιά πελάτισσα χρόνια στο ξενοδοχείο, ερχότανε τουλάχιστον πέντε χρόνια προτού αρχίσω εγώ να τραβιέμαι μαζί της. Όμως δε μιλούσε ποτέ. Δεν είχα  ακούσει ποτέ τη φωνή της. Κουφή δεν ήτανε, άκουγε μια χαρά, είχα αναρωτηθεί όμως μήπως ήτανε μουγγή. Και η Εντβίνα ήταν που με διαβεβαίωσε ότι η ψηλή είχε και παραείχε φωνή. «Φωνάζει πιο πολύ απ΄ όλες», μου είπε, «καμιά δε φωνάζει τόσο όταν το κάνει. Δεν καταλαβαίνω καλά τι λέει, αλλά φωνάζει». Ξέρεις, η Εντβίνα ακούει τα πάντα. Τριγυρνάει στους ορόφους κι αλλάζει σεντόνια συνεχώς, στρώνει τα κρεβάτια, ταχτοποιεί τα δωμάτια, σφουγγαρίζει. Ακούει πολλά που εγώ, λόγω της θέσης μου, δε μπορώ να τ΄ ακούσω. Εγώ ακούω φωνές από διάφορες που γαμιούνται, αλλά δε μπορώ να ξέρω ποια φωνάζει από ποιο δωμάτιο, δε μπορώ ν΄ αφήσω τη ρεσεψιόν. Αυτή όμως ξέρει. Λέει η Εντβίνα «η ψηλή φωνάζει»; Τέρμα, η ψηλή φωνάζει.
Μάλιστα.
Κατά τα άλλα, ό,τι βλέπει κι αυτή, το βλέπω κι εγώ. Δηλαδή αυτή ακούει από τα δωμάτια πράγματα, εγώ στην είσοδο και στην έξοδο των πελατών. Αλλά βλέπουμε τα ίδια. Η Εντβίνα είναι καλό κορίτσι, φίλη μου μπορώ να πω. Το είχαμε κάνει κι εμείς μερικές φορές παλιά, εκτός δουλειάς φυσικά, αλλά γκόμενοι δεν υπήρξαμε ποτέ. Εξάλλου τώρα η Εντβίνα είναι παντρεμένη, και κοκκινίζει σαν κοριτσάκι όταν μιλάει για τον άντρα της και το παιδί της. Μα με την Εντβίνα είχα διακόψει έτσι κι αλλιώς πολύ πριν παντρευτεί.
Φωνακλού λοιπόν η ψηλή.
Φωνακλού δε θα πει τίποτα, και νεκρούς ανασταίνει η φωνή της. Και τι λέει ρε μαλάκα, τι λέει, θα πάθεις πλάκα. Αλλά πριν σου πω αυτό, τώρα που είπα για την Πόπη τη Σαλονικιά, θυμήθηκα ότι με κείνη ακριβώς την καμαριέρα είχαμε κουβεντιάσει για την «Αφρικάνα», πολύ παλιά.  Άκου τώρα ιστορία. Ήταν μια μαθήτρια με σχολική τσάντα -μεγάλο κορίτσι, Δευτέρα ή Τρίτη Λυκείου-  που εγώ την έλεγα «Αφρικάνα», γιατί ήτανε πολύ μελαχρινή, με κάτι χειλάρες να και κοντό σγουρό μαλλί. Άβυζη. Ερχότανε μ΄ ένα τύπο που είχε τα διπλά της χρόνια σχεδόν κάθε Παρασκευή πρωί, κάνανε ό,τι κάνανε και  μετά φεύγανε βιαστικά στη μία – μιάμιση,  να προλάβουνε το απογευματινό σχολείο της κοπέλας.
Πού ήξερες ότι ήτανε μαθήτρια;
Αφού το σχολείο της το ΄βλεπα γραμμένο με μαρκαδόρο στην τσάντα της (έτσι δεν κάνουν οι μαθητές;), κι ήταν το σχολείο που ΄χα βγάλει κι εγώ και πήγαινε τότε ακόμα η αδερφή μου. Ήταν και η κατάλληλη ηλικία. Αυτή η ίδια κοπέλα, τώρα τελευταία, μεγάλη πια και σίγουρα  παντρεμένη, φέρνει τώρα η ίδια κάποιο γκόμενο εδώ, πάντα τον ίδιο. Μου μιλάει με άνεση, μπορεί  ν΄ αναρωτιέται αν τη θυμάμαι από παλιά, ενώ ο γκόμενος ντρέπεται- σπάνιο πράμα, συνήθως οι γυναίκες είναι που ντρέπονται. Όταν βέβαια ντρέπεται κανείς. Της έμεινε η συνήθεια του ξενοδοχείου, κατάλαβες.
Κάτσε, που ξέρεις ότι είναι παντρεμένη;
Δεν είπαμε πως οι παντρεμένες είναι που συνήθως έρχονται πρωί, το ξέχασες;  Τώρα αυτή φοράει και τη βέρα της, δεν τη βγάζει. Μα με το γκόμενο έρχονται και φεύγουν πάντα χωριστά, για ξεκάρφωμα. Δεν είναι νόμιμο ζευγάρι αυτοί οι δυο. Αλλά γιατί μου κάνεις τέτοιες ερωτήσεις, δε με πιστεύεις; Ή δε σ΄ αρέσουνε αυτά που σου λέω;
Με συγχωρείς, μην αρπάζεσαι. Απλώς τα ψάχνω περισσότερο για να τα καταλάβω καλύτερα. Συγνώμη.Και δε μου λες, έρχονται τώρα μαθητές;
Μαθητές ποτέ. Μαθήτριες έρχονται πού και πού με γκόμενους μεγαλύτερους, αλλά είναι κοπανατζούδες, οι γονείς τους νομίζουν ότι είναι σχολείο. Και πάντα πρωί. Αφού δεν υπάρχουνε πια απογευματινές βάρδιες στα σχολεία εδώ γύρω.
Γιατί το λες αυτό;
Γιατί παλιά ερχόντουσαν κάτι μαθήτριες πρωί, με τα βιβλία, με τις τσάντες,κι ύστερα πήγαιναν κατευθείαν σχολείο. Γι΄ αυτό. Σαν την «Αφρικάνα».
Μάλιστα. Ωραία ιστορία η «Αφρικάνα»- γυρίζω στο προηγούμενο.
Τώρα που πιάσαμε τα σχολεία, θυμήθηκα κι άλλη. Με το συμμαθητή μου το Λευτέρη, το μαθηματικό απέναντι στο φροντιστήριο, τον «Κύβο». Αυτός πήδαγε μια κοπέλα από πρωινό τμήμα, μια που έδινε δεύτερη φορά πανελλήνιες. Απόφοιτη, δεν ήτανε μαθήτρια. Εδώ την έφερνε, κάνα δίμηνο τουλάχιστον. Τέλειωνε το φροντιστήριο κατά τις 12 κι ερχόντουσαν. Λίγον καιρό μετά, ερχότανε βράδυ με μια κυρία, μεγαλύτερή του. Ο ίδιος. Πλήρωνε μάλιστα εκείνη. Ερχότανε τον ίδιο καιρό και με τις δυο, δεν εννοώ συγχρόνως, ακόμα και την ίδια μέρα είχε τύχει. Κάποτε σταμάτησε να ΄ρχεται. Τον ρώτησα τι έγινε. «Πήγα να τρελαθώ», μου είπε. «Η άλλη που έβλεπες ήταν η μάνα της. Χωρισμένη.  Ήρθε στο φροντιστήριο, μου πε το και το, ‘δεν είναι πράματα αυτά, τι είδους μάθημα κάνεις στην κόρη μου’. Κι εκεί που περίμενα να με χέσει, μου λέει, ‘τι να σου κάνει το κοριτσάκι, άβγαλτο είναι, μικρό είναι, εγώ δε σου κάνω’;». Του την έπεσε  χοντρά η μάνα, κατάλαβες; Κι άρχισε να τις πηδάει και τις δυο. «Και τι πρόβλημα είχες ρε μαλάκα», του λέω; «Παιδιά σκυλιά δεν έχεις, άσχημα περνούσες;» Και μου λέει «Όχι άσχημα περνούσα, άθλια. Γιατί αυτή μου λεγε, ‘αν μάθει η κόρη μου τίποτα, σ΄ έσφαξα’. Και το χειρότερο, παράβγαινε στο κρεβάτι με την κόρη, έβγαζε ανταγωνισμό τρελό. ‘Σ΄το κάνει αυτό η μικρή, το κάνει το άλλο  η μικρή’ , και ΄πες μου πως είμαι καλύτερη απ΄ τη μικρή’ και τελικά ‘ασ΄ τη τη μικρή, δε μετράει’. Σαλτάρησα φίλε». Τις παράτησε λοιπόν και τις δυο κι ησύχασε. Η οποία μικρή ούτε κατάλαβε  τι έγινε, γιατί ο φίλος μου δεν της είπε λέξη. Αυτά ο φίλος μου ο Λευτέρης, παντρεύτηκε τώρα κι αυτός, ηρέμησε, μόνο για κάνα κυριακάτικο ούζο στην πλατεία αν τον δω. Και η κόρη παντρεύτηκε κι η μάνα ξαναπαντρεύτηκε. Όλοι παντρεύτηκαν κι ησυχάσανε. Μεγαλώσανε,  καταλαγιάσανε. Έτσι γίνεται συνήθως.
Κι αν δεν ησυχάσανε, εδώ είναι το «Εξέλσιορ». Τι φάση. Μη μου πεις ότι σου ΄ρχονται εδώ ως παντρεμένοι τώρα.Η μάνα ή η κόρη ή ο φίλος σου εννοώ.
Όχι, κανένας τους. Αλλά αφού σ΄ άρεσε αυτή η ιστορία, σου ΄χω μιαν ακόμα καλύτερη, πιο ασυνήθιστη. Ένας από τους πιο παλιούς πελάτες μου ήταν ο κ. Τέγος. Ωραίος άντρας, φινετσάτος. Εφοριακός με ψηλή θέση. Άφηνε πολύ καλό πουρμπουάρ. Θα ΄χε φέρει εδώ τις μισές γυναίκες της Αθήνας. Συναδέλφισες από την εφορεία, λογίστριες, φορολογούμενες. Μια φορά πριν από χρόνια που έκανα μια από τις σπάνιες βραδινές μου βάρδιες, εμφανίστηκε με κάποια γυναίκα. Κάναν ό,τι κάνανε, φύγανε, κι ύστερα αυτός ξαναγύρισε και μου ΄πιασε κουβέντα. Η γυναίκα ήτανε παντρεμένη και την πήδαγε  αρκετόν καιρό, βράδυ πάντα. Μετά το ξενοδοχείο αυτή πήγαινε σ΄ ένα μπαρ που την περίμενε ο άντρας της και γυρνάγανε σπίτι μαζί. Τα παιδιά τους νομίζανε ότι ο μπαμπάς κι η μαμά είχανε βγει μαζί.
Δηλαδή έκανε πλάτες στον Τέγο, ήξερε τι γίνεται;
Ναι, τι σου λέω;
Κι ο Τέγος που τα ΄ξερε όλα αυτά;
Από την ίδια τη γκόμενα, ρε φίλε, από πού αλλού; Κι αφού γυρνάγανε, καμιά φορά την πήδαγε κι ο άντρας της στο καπάκι. Και ήθελε τη γνώμη μου γι΄ αυτόν τον άντρα. Πριν απαντήσω, τον ρώτησα αν η παντρεμένη ήξερε ότι ο Τέγος πήγαινε και με άλλες. «Βέβαια», μου είπε, «ξέρει ότι πηδάω πολλές και διάφορες. Αλλά αυτή θέλει να είναι μαζί μου μια από τις πολλές, δεν τη νοιάζει. Κι ο άντρας της το ξέρει». «Ε τότε», του είπα, «αν δεν είναι βιτσιόζος, είναι πολύ μαλάκας αυτός ο άντρας». Αυτά του είπα.
Και τι απόγινε μ΄ αυτή την ιστορία;
Δεν ξέρω, ο πελάτης έφυγε. Μετακόμισε από τους Αμπελόκηπους, είναι διευθυντής μιας εφορείας κάπου στα νότια, Φάληρο, Άλιμο, δεν ξέρω ακριβώς.
Κατάλαβα. Κι η ψηλή; Ή μήπως έχεις κι άλλη ασυνήθιστη ιστορία πιο πριν;
Μου ΄ρχονται μαζεμένες πολλές τώρα. Εξαρτάται τι εννοείς ασυνήθιστο.
Πες ό,τι θες.
Υπάρχει κάποιος που τον άφησε η γυναίκα του όχι για άλλον άντρα, αλλά για ένα ζευγάρι. Μετά το ζευγάρι χώρισε και μείνανε οι δυο γυναίκες μόνες τους. Έρχονταν εδώ τρίο, τώρα έρχονται οι κυρίες. Ή, κάθε βδομάδα βλέπω άντρες ή γυναίκες που τους έχουνε διώξει ή έχουνε φύγει από το σπίτι, ακόμα και γνωστές φάτσες της γειτονιάς μας. Έρχονται να περάσουν όλη τη νύχτα εδώ- ειδικά οι γυναίκες κλαμένες και καμιά φορά χτυπημένες. Ή δεν έχουνε μία, διωγμένες και πολλές φορές χτυπημένες μέσα στη νύχτα, και μου ζητάνε να μείνουνε λίγο σε καμιά πολυθρόνα ή στον καναπέ της  ρεσεψιόν. Ωραία περίπτωση είναι το παντρεμένο ζευγάρι, κύριος και κυρία Κυρ…κού, που μένουνε στο διπλανό δρόμο κι έρχονται να το κάνουνε δω γιατί ντρέπονται τα παιδιά τους, τέσσερα παιδιά που ξυπνάνε εύκολα τη νύχτα, τα δυο μεγάλα, πάνε πανεπιστήμιο. Γελαστοί, χαρούμενοι, δεν έχουνε τίποτα να κρύψουνε, οι μόνοι που δίνουνε με τη μία ταυτότητα και δε ρωτάνε αν είναι ανάγκη, τι χρειάζεται, ούτε λένε τη γνωστή βλακεία «την ξέχασα». Ούτε προφυλάξεις, ούτε να φύγουνε χωριστά, ούτε τίποτα. Μόνο που δεν τραγουδάνε πριν μπούνε στο δωμάτιο ή όταν φεύγουνε.
Ζητάτε ταυτότητα για ένα γαμήσι δυο ωρών;
Τυπικό είναι. Οι πιο πολλοί δε δίνουνε κι εμείς δεν το λέμε δεύτερη φορά, κάνουμε τα στραβά μάτια.
Είπες ότι με την ψηλή διατρέχεις κίνδυνο. Πριν μου πεις για την ψηλή, ρε Χρήστο, να σε ρωτήσω αν σου ΄χε τύχει εσένα άλλη φορά να κινδυνέψεις λόγω σεξ.
Μια φορά παλιά, Σεπτέμβρης καιρός. Απολυμένος από το στρατό, δεν είχα πιάσει ακόμα  τη δουλειά στο ξενοδοχείο, και με είχε φωνάξει βράδυ μια παντρεμένη σπίτι της. Σαραντάρα και μουνάρα. Είχαμε πιάσει κουβέντα στο λεωφορείο, ήπιαμε ένα δυο καφέδες, ψαχνότανε κανονικά. «Ο άντρας μου θα λείπει Σαββατοκύριακο για κυνήγι στη Μακεδονία, μεγάλη παρέα, μην ανησυχείς. Θα έχει και το γιο μας μαζί. Δευτέρα βράδυ θα γυρίσουνε, το παιδί θα χάσει μια μέρα σχολείο. Μη φοβάσαι, σε περιμένω Σαββατόβραδο, ώρα τάδε, διεύθυνση τάδε». Της είχα πει να πάμε στο ξενοδοχείο βράδυ, εννούσα μάλιστα αυτό το ίδιο το «Εξέλσιορ» της γειτονιάς μας, δεν ήταν ο Μάκης τότε ακόμα βραδινός, ήταν κάποιος άλλος. Εκείνη δεν ήθελε. «Θα λείπει ο άντρας μου βρε χαζούλι, μην ανησυχείς. Όλο το Σαββατοκύριακο, και τη Δευτέρα ακόμα, θα λείπει. Εγώ σε ξενοδοχείο δεν πάω, να με δούνε, παντρεμένη γυναίκα. Έλα εσύ σπίτι. Απ΄ τα ξημερώματα θα λείπει, βράδυ σε φωνάζω, μη φοβάσαι» Είπα εντάξει, πήγα σπίτι της να τη γαμήσω. Με τάισε, με πότισε και πέσαμε στο κρεβάτι. Σεντόνια ολοκάθαρα, με την τσάκιση απάνω, μύριζαν καθαριότητα.
Άμα η γυναίκα θέλει-
Πολύ γλυκιά, πολύ τρυφερή η παντρεμένη, «αγόρι μου» μ΄ έλεγε συνέχεια, «αγόρι μου». Με ρώτησε αν ξέρω να κρατιέμαι, είπα «ναι» κι αρχίσαμε. Στη μέση του γαμησιού, κατά τις 12 περίπου, ακούγονται βροντές και φωνές στην πόρτα. Κλειδωμένη η πόρτα, ευτυχώς.  «Ο άντρας μου», λέει αυτή σιγανά, «στο μπαλκόνι γρήγορα». Μαζεύω σε χρόνο μηδέν ρούχα, παπούτσια και βουρ στο μπαλκόνι. Ήταν πρώτος όροφος. Αυτή κάτι θα ταχτοποιούσε, κάτι θα καθάριζε στην κρεβατοκάμαρα και στην κουζίνα, γιατί τα χτυπήματα συνεχίστηκαν. Κάποτε άνοιξε και τον έβαλε μες στο διαμέρισμα, ενώ εγώ άκουγα τι λέγανε, από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα (Φαντάζομαι ότι εκείνη την άφησε ανοιχτή για μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Τότε δεν υπήρχαν και πολλά ερ κοντίσιον, οι άνθρωποι αφήνανε ανοιχά το καλοκαίρι). Φώναζε αυτός, «γιατί είχες κλειδωμένα; Είχες κανέναν εδώ;». «Τι είν΄ αυτά που λες, με προσβάλλεις», απαντούσε αυτή, «φοβόμουνα, μόνη μου ήμουνα. Να μην κλειδώσω; Δε ντρέπεσαι να μου λες τέτοια;»
Τέρας ψυχραιμίας η μαντάμ.
Ναι η πουτάνα, τη θαύμασα κι απόρησα. Λίγο λίγο τον καλμάρησε, πήγανε στην κουζίνα, τον τάισε κι αυτόν (απ΄ το μπαλκόνι ψιλοάκουγα), γυρίσανε στο κρεβάτι, τη γάμησε κι αυτός. Όλα τ΄ άκουγα, τον αποκοίμιζε πολύ έξυπνα αυτή με τα «άντρα μου», «γλυκέ μου», «τι μου κάνεις» και τα σχετικά. Στο μεταξύ εγώ είχα ντυθεί, είχα βάλει παπούτσια, κι ήμουνα έτοιμος να πλακωθώ, αν χρειαζότανε. Με την ελπίδα βέβαια πως δε θα ΄χε το δίκανό  του μαζί, γιατί τότε γάμα τα. Είχα σκεφτεί μέχρι και να πηδήξω κάτω, πρώτος όροφος ήτανε, μπορεί και να μην έσπαγα τίποτα, ήμουνα και νεαρός τότε. Δεν έγινε τίποτα όμως, γιατί ο κυνηγός δε βγήκε στο μπαλκόνι.
Πολύ σωστή που δεν τον ρώτησε τίποτα, «γιατί ΄ρθες ξαφνικά», για να μη δώσει λαβή για υποψίες.
Ήτανε μεγάλη πουτάνα, σου λέω, ηθοποιός πρώτη.  Όταν τελειώσανε πήγανε τουαλέτα κι μετά αυτός, ήρεμος πια, της είπε από μόνος του ότι είχε χαλάσει η  μηχανή του αυτοκινήτου κι είχε γυρίσει με το ΚΤΕΛ να πάρει ένα εξάρτημα από κάποιο φίλο του, που θ΄ άνοιγε για πάρτη του το μαγαζί του Κυριακή.  Ύστερα θα γύρναγε πίσω. Το παιδί είχε μείνει στα Γρεβενά με τους άλλους τής παρέας. Της τα ΄πε, κοιμηθήκανε ήσυχα, κοιμήθηκα κι εγώ μαζεμένος, καθιστός με την πλάτη στον τοίχο, ανάμεσα σε μια μεταλλική ντουλάπα και κάτι σφουγγαρίστρες-  είμαι ευτυχώς εύκολος στον ύπνο. Κι ούτε πολύ χώρο πιάνω, με βλέπεις. Το πρωί εκείνος την ξαναγάμησε (είναι οι κατουρόκαυλες βλέπεις), τη φίλησε κι έφυγε. Έσκασα λίγο μύτη από το μπλακόνι και τον κοίταξα, με προφυλάξεις βέβαια, καθώς κατηφόριζε αμέριμνος το δρόμο: ένας γίγαντας, δεν είχα καμιά πιθανότητα αν πλακωνόμουνα. Η κυρία ξανακλείδωσε το σπίτι, άνοιξε τη μπαλκονόπορτα κι άρχισε «αγόρι μου, συγνώμη, συγνώμη, πω πω πώς πέρασες όλη τη νύχτα, έλα να σε περιποιηθώ, ήρθε ξαφνικά αυτός, συγνώμη, συγνώμη» και λοιπά. Πήγα κατούρησα, εκείνη κλείδωσε πάλι την πόρτα, πλύθηκε, άλλαξε σεντόνια, έκανα κι εγώ ένα ντους και τηλεφώνησα σπίτι μου, ζούσανε οι γονείς μου τότε κι έμενα ακόμα μαζί τους. Είχανε τρελαθεί από την αγωνία-
Δεν υπήρχανε και κινητά τότε, να στείλεις ένα μήνυμα.
Δεν υπήρχανε. Το σηκώνει το τηλέφωνο η μάνα μου η συχωρεμένη,  «κάνε ό,τι θες», μου λέει, «όπου θες πήγαινε, όσο θες λείψε, ένα τηλέφωνο δε μπορούσες να πάρεις; Όχι να παίρνουμε και να ρωτάμε στο εκατό και στων Πρώτων Βοηθειών;». Τι να της έλεγα, δεν είπα τίποτα. Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο, «πού είχαμε μείνει αγόρι μου;», μου λέει  η παντρεμένη. Και συνέχισε σα να μην έτρεχε τίποτα, ατάραχη. Με ξανατράβηξε στο κρεβάτι. Πώς μπόρεσα και τη γάμησα, ακόμα απορώ. Μετά μου ΄φτιαξε και μένα πρωινό, μου ζήτησε ξανά συγνώμη για τον άντρα της που κινδύνεψα, με φίλησε κι  έφυγα. Πολύ γλυκιά γυναίκα. Δεν ξαναπήγα βέβαια, φοβόμουνα.
Ας πήγαινες, το δρόμο τον ήξερες. Μπαλκόνι και ξερό ψωμί.
Μαλακίες λες ρε μαλάκα. Κι αν την επόμενη έβγαινε ο άντρας της έξω;  Κι αν είχε τ΄ δίκανο; Άσε, ας τα κάνουν άλλοι αυτά. Τέλος πάντων, αυτή ήταν η μόνη φορά που μου ΄τυχε κάτι περίεργο. Αλλά απ΄ ό,τι ακούω στο ξενοδοχείο, είναι κλασικό: όσοι δεν κυνηγάνε οι ίδιοι, γαμάνε τις γυναίκες των κυνηγών.
Και τις γυναίκες των φιλάθλων που πάνε στα ντέρμπι. Και των γιατρών που εφημερεύουν. Και των μπάτσων και των στρατιωτικών που ΄χουνε νυχτερινές υπηρεσίες. Και των ναυτικών που λείπουνε.
Πετάγεσαι συνέχεια. Εγώ σου δίνω τη συνέντευξη, όχι εσύ.
Μην αρπάζεσαι ρε Χρήστο.
Αφού είσαι μαλάκας… Να σου συνεχίσω τώρα για την ψηλή, αυτή που τη λέμε Ρίτα. Δήθεν Ρίτα, δηλαδή. Άκου πώς την πρωτογνώρισα. Είναι ένα πρωί του Γενάρη, τρία χρόνια πριν, νωρίς, και βλέπω μια γυναίκα ψηλή,  με τεράστια γυαλιά που κρύβουνε το πρόσωπο, να μπαίνει στο ξενοδοχείο. «Όμορφη γυναίκα» σκέφτηκα. Από τότε πάντα τέτοια ώρα έρχεται. Όποιο πρωί έρχεται, πάντα τέτοια ώρα είναι, κατά τις 9.30.
Δηλαδή είναι τακτική;
Τακτικότατη, μη βιάζεσαι. Η πιο τακτική μου πελάτισσα, από γυναίκες και άντρες. Λοιπόν, τότε που πρωτόρθε τη συνόδευε ένας άντρας, αυτός που εγώ τον ονόμασα  «αριθμός 1», αυτόν είδα πρώτο. Ένας κοντός και πολύ γεροδεμένος, τριχωτός, τριανταπεντάρης, δηλαδή κάπως μικρότερος απ΄ αυτήν. (Αυτή τώρα είναι σαραντάρα, βία σαραντα δύο). Αυτή έμεινε λίγο πιο πίσω, δε μου είπε λέξη, ούτε τότε, ούτε μέχρι πριν λίγους μήνες που θα σου πω τι έγινε, παρόλο που έχει έρθει εδώ εκατοντάδες φορές. (Γι΄  αυτό και είχα σκεφτεί μήπως ήτανε μουγγή). Η ψηλή με τα γυαλιά αφήνει λοιπόν τον άντρα να κανονίσει μαζί μου. Τους δίνω το 32, τους δίνω και το τηλεκοντρόλ, μα αυτή σπρώχνει ευγενικά το τηλεκοντρόλ πίσω στον πάγκο μου, δείχνοντας ότι δεν το ήθελε. Από τότε, όσες φορές κι αν ήρθε,  με όσους κι αν ήρθε, δεν τους δίνω τηλεκοντρόλ: η ψηλή δε θέλει ούτε τσόντες, ούτε καν σκέτη τηλεόραση. Εξάλλου πάντα φεύγει γρήγορα, ποτέ δεν κάθεται παραπάνω από μια ώρα, ο γκόμενος που έχει μαζί της φεύγει πάντα μετά και πληρώνει∙ τι να δούνε στην τηλεόραση, πότε να το  δούνε, πότε να ταχτοποιηθούνε, πότε να γαμηθούνε, πότε να πλυθούνε, να ντυθούνε, να φύγουνε. Τι είναι μια ώρα; Τι είν΄ ο κάβουρας, τι ειν΄ το ζουμί του.
Μάλιστα. Πόσους φέρνει η ψηλή; 
Έντεκα άντρες, εγώ τους αποκαλώ με αριθμούς από τον «αριθμό 1» μέχρι τον «αριθμό 11». Δεν έχω παρατηρήσει καμιά ορισμένη σειρά των αντρών. Θέλω να πω, μπορεί εγώ να τους έχω βάλει αριθμούς από το 1 ως το 11, μα αυτή δεν τηρεί τη δική μου σειρά. Μπορεί να φέρει τον ίδιο αριθμό δυο φορές την ίδια βδομάδα, μπορεί να κάνει κι ένα τρίμηνο να τον επανεμφανίσει. (Μετά κατάλαβα γιατί γίνεται αυτό). Άλλοτε φέρνει δυο και τρία νούμερα συγχρόνως. Αν ήξερα καλά μαθηματικά, θα μπορούσα να υπολογίσω τις πιθανότητες, κάθε πότε φέρνει τον καθένα, δεν ξέρω όμως. Ό,τι ήξερα γι΄αυτή τη Ρίτα ήταν ελάχιστο: δε φοράει βέρα, είναι πολύ όμορφη (αν και τα μάτια της δε φαίνονταν, τα γυαλιά είναι τεράστια), έρχεται πάντα καθημερινές και ποτέ Σαββατοκύριακα, πάντα πρωί, ποτέ σε διακοπές και αργίες, και φέρνει συνολικά έντεκα άντρες, όπως σου είπα. Αυτό δεν το ΄χω ξαναδεί τόσα  χρόνια στη  ρεσεψιόν. Πώς σου φαίνεται;
Πολύ ενδιαφέρον. Μα πώς ήσουνα  σίγουρος ότι είναι πάντα πρωινή; Και μήπως είναι πουτάνα;
Το ΄χαμε συζητήσει με το Μάκη που κάνει τη βραδινή βάρδια: δεν έρχεται ποτέ να γαμηθεί  βράδυ. Πουτάνα που δε γαμιέται ποτέ βράδυ, πού ακούστηκε;
Πού την ήξερε ο Μάκης;
Πάλι πετάγεσαι ρε μαλάκα, κόφ΄ το. Την είχε δει κάποιες φορές που μου κανε πρωινή βάρδια-  Και είμαι σίγουρος ότι δεν είναι πουτάνα, δεν έχει τέτοιο στιλ.  Μπα, παντρεμένη φανταζόμουνα  πως είναι, που ξεπόρτιζε τα πρωινά, όταν ο άντρας της έφευγε για τη δουλειά. Παντρεμένη που απλώς είχε πολλούς γκόμενους. Μερικές φορές, ή μάλλον λίγες φορές και μάλιστα παλιότερα, η ψηλή είχε φύγει ξαφνικά, ελάχιστη ώρα μετά που έχουν έρθει. Στην αρχή νόμιζα πως ήτανε κάποιος  καυγάς με τον εραστή, κατέληξα όμως ότι μάλλον κάτι απρόοπτο γινόταν, μάλλον την έπαιρνε ο σύζυγος τηλέφωνο στο κινητό κι έφευγε τρέχοντας. Παντρεμένη, ήμουνα σχεδόν σίγουρος. Έτσι εξηγούνται και τα γυαλιά. Μεγάλα γυαλιά που κρύβουνε σχεδόν όλο το πρόσωπο, χειμώνα καλοκαίρι.
Μάλιστα. Μια παντρεμένη λοιπόν, που έφερνε έντεκα άντρες πάντα στις 9.30 το πρωί σε μη κανονική σειρά,, και που τελευταία έμπλεξε και μαζί σου. Τα συνοψίζω σωστά;
Καλά τα κατάλαβες, μα μη βιάζεσαι. Θα σου πω για το πώς μπλέξαμε. Πρώτα όμως θα σου πω κάτι άλλο: η ψηλή έκανε και παρτούζες.
Μήπως είναι μητρομανής;
Θα σου πω σε λίγο τι είναι και τι δεν είναι, θα καταλάβεις μόνος σου. Μη βιάζεσαι, ρε μαλάκα. Η γυναίκα παίρνει και δυο ή και τρεις από τους άντρες  μαζί. Δεν είναι η μόνη που το κάνει, αλλά δεν είναι και ο κανόνας. Είναι πράγμα σπάνιο. Άλλοτε ερχόταν αυτή πρώτη, άλλοτε ο γαμιάς της ημέρας (ή οι γαμιάδες). Όταν ανέβαινε αυτή πρώτη, πάντα τη ζητάνε ως «την κυρία με τα γυαλιά». Εγώ μόνο τη λέω «η ψηλή».
Τι άνθρωποι είναι αυτοί που τη γαμάνε;
Όλων των ειδών. Κοντοί, ψηλοί, χοντροί, λεπτοί, νέοι, μεγάλοι. Μαλλιάδες, φαλακροί. Ένας δυο είναι γνωστές φάτσες της γειτονιάς, αλλά δεν ξέρω περισσότερα. Μόνο ένα είδος δεν παίρνει, τους μπρατσαράδες.  Όλοι είναι κανονικοί άνθρωποι, ήρεμοι. Θα καταλάβεις σε λίγο γιατί, μη βιάζεσαι.
Στις παρτούζες την παίρνουνε σταθεροί γαμιάδες;  Εννοώ, τη γαμάνε συγκεκριμένοι συνδυασμοί αριθμών; 
Όχι. Τυχαία γίνονται οι παρτούζες. Και δεν είναι και για χόρταση, συνήθως τη γαμάει ένας κάθε φορά.  Έτσι την πρωτογάμησα κι εγώ, μόνος μου. Τι έχουμε τώρα, Ιούνιο έτσι; Λοιπόν, το Γενάρη η ψηλή, αφού πρώτα είχανε τελειώσει κι είχανε φύγει κανονικά με τον «αριθμό 11», ξαναγύρισε και μου μίλησε. Πρώτη φορά άκουσα τη φωνή της. Μου είπε. «Έχω προσέξει πώς με κοιτάς. Ξέρεις πολύ καλά ποιες ώρες έρχομαι. Τι λες;». Απάντησα ότι ΟΚ, θα μπορέσω,  θ΄ αφήσω, για λίγο την καμαριέρα στο πόδι μου.
Ρίσκο, έτσι;
Ε ναι, έγραψα  γραφτούς και άγραφτους κανόνες του επαγγέλματος: το μπλέξιμο με πελάτισσα, την παραβίαση του ωραρίου εργασίας, τη χρήση του ξενοδοχείου για πάρτη μου. Όλα αυτά που είχε κάνει η  Πόπη κι είχε χάσει τη δουλειά της. Όπως και ποιος ξέρει πόσες άλλες καμαριέρες. Και πόσοι ρεσεψιονίστες. Όμως δεν κώλωσα,  η γυναίκα άξιζε πολλά, κι εγώ δε γαμούσα τότε. Δεν είμαι και πρώτο μπόι, όπως βλέπεις, και τα ΄χουμε και τα χρονάκια μας. Δε με κοιτάνε και πολύ οι γυναίκες.
Μια χαρά είσαι.
Καλά, λέγε εσύ. Μετά η ψηλή με ρώτησε τ΄ όνομά μου, μού ΄δωσε τον αριθμό του κινητού της. «Όποιο πρωί νομίζεις ότι μπορείς, πάρε με τηλέφωνο. Στις 9. Ούτε πριν, ούτε μετά. Αν είσαι τυχερός, θ΄ ανέβουμε πάνω μαζί». Τη ρώτησα πώς αυτό. «Θα σου πω άλλη φορά. Τώρα βιάζομαι». Φεύγοντας, μου είπε ότι μπορώ να τη λέω Ρίτα.
Ωραίο ξεκίνημα. Και τώρα συνεχίζεις να την πηδάς; Είναι όντως παντρεμένη;
Μη βιάζεσαι. Ναι, την πηδάω. Φυσικά είναι παντρεμένη. Λοιπόν, την πήρα την επόμενη μέρα, αλλά δεν το σήκωσε, ήταν κλειστό. Δεν πρόλαβα, κι εκείνη ήρθε με τον «αριθμό 2». Εγώ δεν έδειξα τίποτα. Όλα γίνανε όπως συνήθως. Την επόμενη ήρθε με τον «αριθμό 4», τη μεθεπόμενη καθόλου, μέχρι που κάποτε πρόλαβα. «Χρήστος» της είπα, «από το ξενοδοχείο». «Την ώρα που ξέρεις», απάντησε. Συνεννοήθηκα με την Εντβίνα να κάτσει λίγο στο πόδι μου κατά τις 9.30, κι αν συμβεί κάτι να με ειδοποιήσει στο κινητό. Ανησύχησε, μα δέχτηκε πρόθυμα. Τώρα ξεπληρωνόταν η καλοσύνη μου απέναντί της τόσον καιρό, το ότι δεν της έκανα τον καμπόσο, όπως κάνουνε συνήθως οι ρεσεψιονίστες στις ταλαίπωρες τις καμαριέρες.
Ασκήσεις κυριαρχίας.
Ασκήσεις κυριαρχίας, πράγματι αυτό κάνουνε, ωραία το είπες. Αλλά με την Εντβίνα είχαμε διακόψει τη σύντομη σεξουαλική μας κατάσταση ήρεμα, κι είχαμε παραμείνει φίλοι. Ξέρω τον άντρα της, την οικογένειά της. Η πιθανότητα να ΄ρχόντουσαν τέτοια ώρα τ΄ αφεντικά ή να τηλεφωνούσαν, ήταν ελάχιστη. Πάντα τούς δίνουμε λογαριασμό κάθε Δευτέρα στις 8 το απόγευμα, πάνω στην αλλαγή της βάρδιας, τη μέρα που έχει  τη λιγότερη δουλειά, πολύ σπάνια περνάν από δω, κι εξάλλου μάς έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη. Όμως το ρίσκο, ρίσκο. Και το ΄ξερα. Κι ούτε ακόμα έχω κανένα  μπέρδεμα, μα στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό. Αλλά, φίλε, σου ξαναλέω πως αξίζει τον κόπο.
Είμαι βέβαιος.
Άκου και κρίνε. Η ψηλή ήρθε στην ώρα της, με τα τεράστια γυαλιά της. Στάθηκε μπροστά μου δίχως λέξη. Μύριζε φρέσκο πλύσιμο-  κι εγώ το ίδιο, μόλις είχα έρθει απ΄ το σπίτι λαμπίκος. Διάλεξα το 28, το καλύτερο δωμάτιό μας, και φώναξα την Εντβίνα. Εκείνη έβγαλε την ποδιά της και πήρε θέση πίσω από τον πάγκο. Μου έκανε μια χειρονομία να μην ανησυχώ. Εγώ ανέβηκα με τη Ρίτα στο δεύτερο και μπήκαμε στο δωμάτιο. Έβαλε το κινητό της να φορτίζεται, σε μια πρίζα, πήγε μια στιγμή σε μια γωνιά του δωματίου, έβγαλε τα γυαλιά κι έβαλε μια λαστιχένια μάσκα στο πρόσωπο, που άφηνε ελεύθερα μάτια, στόμα και μύτη, έτσι που να μη βλέπεις συνολικά χαρακτηριστικά. Από τα γυαλιά στη μάσκα. Κατάλαβα, φοβότανε κάμερες, φωτογραφίες και τέτοια, δεν είπα όμως τίποτα. Φιληθήκαμε- υπέροχο φιλί. Καύλωσα πάρα πολύ, είχα κι εγώ δε θυμάμαι πόσον καιρό να γαμήσω. Καθώς γδυνόμασταν, τη ρώτησα «Θάρθει κι άλλος;». «Μην είσαι βλάκας, ποτέ την πρώτη φορά», απάντησε. Μετά μού φόρεσε μια καπότα, έπεσε στα γόνατα και μου πήρε το καλύτερο τσιμπούκι της ζωής μου. Είχα ζαλιστεί από την καύλα. Σηκώθηκε, με ξαναφίλησε στο στόμα με τον ίδιο τρόπο και, καθώς πέφταμε στο κρεβάτι, μου είπε: «Κάνε με ό,τι θες, μόνο σημάδια μη μου αφήσεις.  Εσύ θα λές κι εγώ θα κάνω». Της τον έβαλα στην αρχή από μπροστά, αντικρυστά. Καλά καλά δεν είχα αρχίσει να κουνιέμαι και φωνάζει: «Ξέχνα το μουνί, στον κ..λο τον θέλω». Το έκανα φυσικά, κι εκείνη, με το που της τον έβαλα άρχισε να τρέμει. Κι αμέσως, άρχισε να φωνάζει: «Σου γαμιέμαι Γιωργίτση. Τον τρώω στην κ…λο Γιωργίτση».
Τι είν΄αυτός ο Γιωργίτσης;
Σκάσε ρε μαλάκα, θα σου πω. Άκου παρακάτω. Καθώς την γαμούσα, μου λέει σε μια στιγμή  λαχανιασμένα «Χύνω. Τραβήξου, κοίτα». Τραβήχτηκα λοιπόν. Και ξέρεις τι είδα;
Τι;
Είδα τον κώλο της να χύνει, φίλε. Άλλο να σ΄ το λέω κι άλλο να το βλέπεις. Έχυσε σα  μικρός καταρράχτης, πως χύνεται το νερό από το ποτήρι. Έμοιαζε σα το δικό μας το χύσι και σχεδόν το ίδιο παχύρρευστο, μόνο δε μύριζε το ίδιο. Τα ΄χασα, δεν είχα ξανδεί τέτοιο πράγμα.
Μα αυτό δε γίνεται.
Έτσι νόμιζα κι εγώ. Όμως γίνεται και παραγίνεται. Κι άλλες φορές αργότερα, γιατί όλους αυτούς τους μήνες τη γαμάω, άλλες φορές που τραβήχτηκα πιο έγκαιρα, είδα πάλι τα υγρά  από τον κώλο της να πετάγονται, και μάλιστα μερικές φορές σε ίσια γραμμή. Όχι σα βρύση όπως την πρώτη φορά, μα σα σφαίρα από την κωλοτρυπίδα. Στο λέω και τρελαίνομαι. Και θα τρελαθείς κι εσύ αν το δεις ποτέ σε καμιά γκόμενα. Μα είναι πολύ δύσκολο, γιατί οι πιο πολλές δεν το φχαριστιούνται, κι όσες το φχαριστιούνται εγώ τουλάχιστον δεν έχω δει, ούτε ακούσει ποτέ να χύνουν έτσι.
Τρομερό.
Τρομερό δε θα πει τίποτα. Σου συνεχίζω τώρα εκείνο το πρώτο γαμήσι, που το θυμάμαι στιγμή στιγμή. Μετά ξάπλωσα με τα πόδια, εκείνη γονάτισε στο πάτωμα και μου πήρε πάλι τσιμπούκι. Και ξέρεις τι έκανε; Είχε βάλει τα  δυο χέρια της δετά πίσω από το κεφάλι της και το ΄σπρωχνε με μανία πάνω στον πούτσο μου ρυθμικά, πάνω κάτω, πάνω κάτω, σα να γαμάει το κεφάλι της η ίδια. Πνιγότανε να κάνει εμετό. Μέχρι που της ήρθε εμετός. Έτρεξε στο μπάνιο, καθάρισε στα γρήγορα το στόμα της  και γύρισε σε χρόνο μηδέν. Μετά μού τον πήρε όλο στο στόμα βαθιά, μέχρι που πόνεσε η βάση του πούτσου μου στα δόντια της, και συνάμα  έπιασε και ΄κλεισε τα ρουθούνια της η ίδια, να πνίγεται κι άλλο. Ύστερα εγώ τη γύρισα μπρούμυτα κι αυτή είπε: «Μόνο από πίσω, το μουνί είναι για το μαλάκα».
Τι ήθελε να πει; Ότι ο άντρας της την πήδαγε μόνο απ΄ το μουνί;
Όχι. Ότι μόνο ο άντρας της γάμαγε μουνί, αυτό είν΄ όλο. Φυσικά και τη γάμαγε από παντού, παντρεμένη γυναίκα ήτανε. Μόνο που σε μας τους εραστές της ήθελε να δίνει το κάτι παραπάνω, όχι το συνηθισμένο. Μη βιάζεσαι όμως, μαλάκα, πάλι βιάζεσαι.
Οκέι.
Την ξεκώλιαζα λοιπόν όσο άντεχα και κείνη φώναζε: «Ξεφτίλισέ με, την παντρεμένη, μη με λυπάσαι». Κι όταν φάνηκε ότι δε  θ΄ άντεχα άλλο και της είπα «Θα χύσω», εκείνη φώναξε: «Στη μούρη, γαμιά μου. Βγαλ΄ την καπότα και χύσε με στα μάτια».
Απίστευτη γκόμενα
Δεν ήθελα όμως να σταματήσω, είχα μεγάλη καύλα. Της έχυσα στον κώλο μ΄ όλη μου τη δύναμη, ενώ την είχα ξαπλωμένη κάτω και την τράβαγα από τους ώμους. Ποτέ δεν είχα ξαναχύσει τόσο σκληρά. Κι εκείνη μούγκριζε κι ούρλιαζε συνέχεια διάφορα: «Σου γαμιέμαι Γιωργίτση κερατά, ξεφτιλισμένε. Τον κώλο μού ξεσκίζουνε, μαλάκα, γελοίε άντρα, ξεφτίλα. Πού σαι να δεις πώς γαμάν οι αληθινοί άντρες». Κι όταν έχυσα καλά καλά, έβαλε στον κώλο μια τάπα από χαρτί υγείας να μη στάζει, μου ΄βγαλε την καπότα και μου καθάρισε τον πούτσο από τα τελευταία υπολείμματα, ζουλώντας από το ριζάρχιδο αργά αργά με τα δάχτυλα, κι ό,τι έβγαινε, το σκούπιζε στα βυζιά ή στη μούρη της. Πέρασε λίγη ώρα και μετά με ρώτησε πόσον καιρό είχα να γαμήσω χωρίς να πληρώσω και της της είπα την αλήθεια: «δυο χρόνια». «Άρα είσαι καθαρός», μου λέει, και μου παίρνει ένα τσιμπούκι –απίστευτο τσιμπούκι– χωρίς καπότα. Μπόρεσα και ξανάχυσα, αυτή τη φορά στο στόμα της, μου τα ΄δειξε καυλιάρικα, έκανε μερικές γαργάρες και τα ήπιε. Μου ΄δειξε το στόμα καθαρό, πλατάγισε τη γλώσσα και δήλωσε: «του μαλάκα του Γιωργίτση τα φτύνω, δεν τα πίνω».
Ποιος είναι τελικά  ο Γιωργίτσης, ο άντρας της είναι;
Ποιος θες να ναι ρε μαλάκα, ο παγοπώλης; Ποιος πουλάει πια πάγο σήμερα;  Σταμάτα κι άκου παρακάτω. Από τότε τη γαμάω χωρίς καπότα, μόνο εγώ, απ΄ ό,τι μου λέει. Μου γαμιέται κι από το μουνί (μόνο σε μένα, σε απλό γαμήσι) και μου κάνει και κάτι τρομερές αλλαγές στις τρύπες, από κείνες που δεν πρέπει να γίνονται.
Δηλαδή;
Ξέρεις, κώλο – μουνί και κώλο – στόμα.
Σπάνιο, αλλά όχι μοναδικό. Το κάνουν κι άλλες, όταν καυλώνουνε τρελά.
Οκέι, το κάνουν κι άλλες. Λίγες όμως, γιατί σιχαίνονται. Μα κάτσε, μη βιάζεσαι. Αυτή κάνει και μουνί – κώλο με δικό της τρόπο. Κάθεται από πάνω αντικριστά και γαμιέται λίγο στο μουνί. Μετά τον βάζει στον κώλο χωρίς να τον πιάσει με το χέρι της. Πρόσεχε τι σου λέω: χωρίς να τον πιάσει, κατάλαβες; Με σκέτες κινήσεις της λεκάνης. Πώς το καταφέρνει, δεν ξέρω. Αυτό κανονικά δε γίνεται.
Δε γίνεται.
Έλα όμως που γίνεται. Όσες φορές θέλει κάνει τις αλλαγές. Αυτή η γκόμενα κάνει όσα λέμε πως δε γίνονται. Και μένα ειδικά, μου ζητάει και γλειφομούνια.  Μου ΄χει μεγάλη εμπιστοσύνη.
Γι΄ αυτό και σ΄ τον παίρνει δίχως καπότα.
Ναι, γι΄ αυτό. Μόνο με μένα χωρίς καπότα. Γιατί οι άλλοι γαμιάδες είναι επίφοβοι, γαμάνε τις γυναίκες τους, τις γκόμενές τους. Μόνο με παρακάλεσε, αν  πάω με άλλη να της το πω, γιατί είναι παντρεμένη, κι αν της πασάρω τίποτα και κολλήσει τον άντρα της, γάμα τα.
Κατάλαβα.
Και συνήθως θέλει να τη χύνω στο πρόσωπο και στα μάτια. Βάζει ένα μαξιλάρι ανάμεσα στα πόδια της, μου γλείφει τ΄αρχίδια και, μόλις τη χύνω, απλώνει κυκλικά τα χύσια στη  μάγουλα με γρήγορες, απότομες κινήσεις και χύνει με σπασμούς.
Απίστευτη γκόμενα.
Κι όσο τον παίζω για να χύσω κι έχω τ΄αρχίδια στη μούρη της, λέει «είμαι πουτάνα και τρώω αρχίδια». Μια φορά δεν τ΄ άπλωσε, σηκώθηκε έτσι χυμένη και καμάρωσε τον εαυτό της στον καθρέφτη. «Είμαι η πιο ξεφτίλα απ΄ όλες παντρεμένες» είπε, «μπράβο μου. Κοίτα γαμιά, κοίτα για να με θυμάσαι καλά. Έτσι θέλω να με θυμάσαι»
Σταμάτα ρε μαλάκα, καύλωσα. Πας με άλλη;
Τρελός είμαι; Γαμάω την καλύτερη γυναίκα του κόσμου, τη μεγαλύτερη μουνάρα, την πρώτη γαμιόλα, περνάω υπέροχα-  και θα πάω με άλλη; Ύστερα φίλε, εδώ που τα λέμε, ποια άλλη; Αφού τόσον καιρό δεν είχα τίποτα, δε σ΄το ΄πα; Δεν πάω με άλλη.
Δε μου λες, αν αυτός ο Γιωργίτσης  καταλάβει τι γίνεται;
Αν καταλάβει ότι του γαμιέται, θα τη σκοτώσει.
Μήπως τα παραλές;  Γιατί θα τη σκοτώσει;
Θα τη σκοτώσει. Ο ίδιος το λέει. Γιατί ήτανε πρωταθλητής της πάλης στα νιάτα του, είχε υπηρετήσει τις Ειδικές Δυνάμεις, ξέρει καράτε-  και το χόμπι του, σαράντα πέντε χρονώ γυμνασμένος άνθρωπος, 110 κιλά μυς-  είναι το κολύμπι και οι καταδύσεις. Τη σέρνει κάθε Σαββατοκύριακο σε κάτι παραλίες στο Βόρειο Κορινθιακό και κάνει καταδύσεις. Κολυμπάει δε για πλάκα δυο ή τρεις ώρες συνέχεια. Κολύμπι, όχι πλατσούρισμα. Μιλάμε για τέρας σωματικής δύναμης.
Τι δουλειά κάνει;
Σε μια μεγάλη εταιρία εποχικών ειδών. Επικεφαλής στο τμήμα πωλήσεων. Στη γύρα σ΄ όλη την Αττική, δειγματίζει και πουλάει αποκριάτικα, πασχαλιάτικα, καλοκαιρινά, χριστουγεννιάτικα. Μέχρι Κορινθία και Βοιωτία κι Εύβοια φτάνει για πλάκα. Κλείνει παραγγελίες, κυνηγάει πληρωμές. Έχει και την ευθύνη της συμμετοχής σε αντίστοιχες εμπορικές εκθέσεις. Πολύ τρέξιμο. Και πλούσιος. Έχει και μετοχές στην εταρεία.
Κι αυτή ξεπορτίζει. Κατάλαβα. Παιδιά;
Δεν έχουνε. Δε θέλει αυτός. Τη θέλει μονοπώλιο.
Γι΄ αυτό τον έχει η Ρίτα τόσο άχτι;
Και γι΄ αυτό. Μου το λέει, θα ΄θελε παιδιά, μα πού αυτός. Μα πιο πολύ άχτι τον έχει γιατί δεν την αφήνει να δουλέψει.
Κι αυτή γιατί τον ακούει; Γιατί μένει μαζί του;
Γιατί τον φοβάται. Και γιατί έχει τα πάντα στο χέρι, χωρίς να δουλεύει.
Και πάλι όμως, φαίνεται πως πολλά του ΄χει μαζεμένα. Τόσοι γκόμενοι, τόσο βρισίδι την ώρα που γαμιέται. Δεν το ΄χω ξανασυναντήσει.
Θα σου εξηγήσω ό,τι μου είπε η ίδια. Μα πρώτα θα σου πω γι΄ αυτά τ΄ απίστευτα που φωνάζει όταν γαμιέται. Μού ΄λεγε και μου λέει πάρα πολλά. Και τα ίδια λέει σίγουρα και στους άλλους εραστές. Θα σ΄τα διαβάζω από το χαρτί που τα ΄χω γράψει για να τα θυμηθώ: «Γάμα το στεφάνι μου». «Έλα να δεις Γιωργίτση». «Έλα να δεις πως γαμάνε οι άντρες Γιωργίτση». «Σκίσε μου τον κώλο να μου βγει απ΄το στόμα». «Ξεφτίλα Γιωργίτση, σου γαμιέται η γυναίκα». «Σου γαμιέμαι Γιωργίτση». «Πίνω, τίποτα δε φτύνω».  «Σου γαμιέμαι μαλάκα». «Γαμιέται η γυναίκα σου γελοίε Γιωργίτση». «Γαμώ το στεφάνι σου μαλάκα». «Πουτάνα παντρεμένη είμαι». «Γάμα και τον κώλο του Γιωργίτση, γαμιά μου, να σ΄ τον φέρω δω να τον ξεφτιλίσεις». «Ένα κομμάτι κρέας είμαι, κρέας με τρύπες». «Είμαι κωλάρα, μη με λογαριάζεις». «Μη με λυπάσαι». «Μάθε με να φέρομαι». «Τον παίρνω η ξεφτιλισμένη».  «Το σκέτο μουνί είναι για τις άχρηστες». «Μάτωσέ με, την ξεκωλιάρα». «Πιο δυνατά». «Ξεκώλιάσέ με». «Να χύνει ο κώλος μου θέλω, να χύνει ποτάμι». «Χρήστο, τώρα γαμάς, δεν παίζεις, τώρα γαμάς». «Μάτωσέ μου τον παντρεμένο κώλο». «Τώρα θέλω τσιμπούκι μέχρι τα  πνευμόνια». «Πνίξε με τη σκρόφα να κάνω εμετό».  «Καμιά αξιοπρέπεια, σκίσε με». «Ξεφτίλα Γιωργίτση, ο κώλος μου δε χύνει με σένα». «Σπάσε μου τα καπούλια». «Καμιά αξιοπρέπεια, κανένα σεβασμό». «Χύσε με όπου σ΄ αρέσει». «Χύσε με στη μούρη, στα μάτια». «Ξεφτίλισέ με, δεν κωλώνω».
Έλα ρε μαλάκα, δε λέγονται αυτά. Καμιά γκόμενα δε λέει τέτοια πράματα.
Μη διακόπτεις ρε μαλάκα, για σένα προσπαθώ να τα θυμηθώ, μη διακόπτεις. Για να γράψεις το κωλοβιβλίο σου. Μη διακόπτεις γιατί μπορεί να σου πω τα ίδια δυο φορές ή να ξεχάσω τίποτα. Γάμα την και συ, αν θες, και θα δεις αν τα λέει ή όχι.
Γιατί, διατίθεται; Ή θέλει να ξεπεράσει τους 11  και να γίνουμε 12;
Τι σε νοιάζει εσένα; Άμα θες να τη γαμήσεις, θα τη γαμήσεις.
Γιατί, εσύ θες να τη γ
αμήσω;
Ρε μαλάκα τι με ρωτάς τώρα, άσε  με να τελειώσω, για σένα μιλάω στο δικό σου το κωλοδημοσιογραφικό. Σκάσε κι άκου. Συνεχίζω. «Φέρε κι ένα φίλο σου την άλλη φορά». «Πές μου ότι μου σκίζεις το κωλάντερο». «Τον παίρνω η σκρόφα η παντρεμένη».  «Στη μάπα, την παντρεμένη, τη σκρόφα». «Πουτάνα είμαι, τα πίνω όλα». «Σου ξεφτιλίζομαι, Γιωργίτση». «Είσαι κερατάς, ξεφτιλισμένε άντρα». «Σε ξεφτιλίζω εγώ, η γυναίκα σου». «Σου σκίζομαι πατόκορφα, γελοίε Γιωργίτση». «Ξεφτίλα Γιωργίτση κερατά». «Σκατά και αίματα να μου βγουν απ΄τον κώλο, να τα πάρω στο στόμα η πουτάνα». «Πιο δυνατά τον παντρεμένο κώλο μου». «Ρουφάω τ΄ αρχίδια του γαμιά, Γιωργίτση». «Είμαι παντρεμένη πουτάνα και γαμιέμαι». «Κανένα έλεος, καθόλου οίκτο». «Δεν υπάρχει ένας ακόμα να μου τον δώσει τσιμπούκι;». «Άσπρισέ μου τα μάτια με τα χύσια σου». «Μόνο από πίσω χύνω». «Στο μουνί γαμάει μόνο ο μαλάκας». «Πες μου ‘κανένα σεβασμό στην παντρεμένη’, πες το». «Το μουνί μου είναι για διακόσμηση». «Θέλω σάντουιτς η παρτουζιάρα». «Στην κωλάρα και στο στόμα τον θέλω». «Γάμα το κωλάντερο της πουτάνας, σκίσε τον κώλο της πουτάνας». «Στα μάτια χύσε με, ν΄ ασπρίσουν να ξεφτιλιστώ». «Και στο δικό σου τον κώλο, παλιόπουστα Γιωργίτση».
Φτάνει ρε μαλάκα, φτάνει. Θα κοκκινίσει το δημοσιογραφικό, θα τα φτύσει.
Και λίγα σου λέω, δεν τα θυμάμαι όλα. Τη γαμάω έξι μήνες τώρα. Αυτά σκέφτομαι και καυλώνω κι όταν είμαι μόνος μου. Θέλω να καταλάβεις τώρα πώς νιώθω όταν τ΄ ακούω. Και πριν τ΄ ακούσω ακόμα κάθε φορά, με την ιδέα ότι θα μου τα πει και θα τ΄ακούσω. Τρελαίνομαι, φίλε. Σχεδόν πιο πολύ τρελαίνομαι  που μου τα λέει, παρά που μου τα κάνει. Δε νομίζω να υπάρχει άντρας που να μην καυλώνει με τέτοιες κουβέντες. Και ψόφιος από την κούραση να ΄μουνα, και πεθαμένος  να ΄μουνα, τόσο καυλιάρικα λόγια καμιά ποτέ δε μου ΄χε πει, θα ξύπναγα και θα τη γαμούσα.
Τι θα γίνει το καλοκαίρι;
Τι θα γίνει, σκατά θα γίνει. Σχεδόν έφτασε ο Ιούλιος. Θα την πάρει ένα μήνα στο εξοχικό του, στην Άνδρο νομίζω, κι ένα μήνα ακόμα θα πηγαίνουνε στο εξωτερικό, όπως κάθε χρόνο. Αυτός θα πηγαινοέρχεται Αθήνα για δουλειές κι αυτή θα ξεροσταλιάζει. «Εξέλσιορ» γιοκ, γαμήσι γιοκ, ξέδομα γιοκ. Κάθε χρόνο έτσι γίνεται. Η χειρότερή της είναι. Το περιμένει-  και χτυπιέται που δε μπορεί να κάνει τίποτα. Είναι από τώρα στις κλειστές της. Κάθε χρόνο περιμένει ξανά το Σεπτέμβρη πώς και πώς.
Α, μην το ξεχάσω. Είπες ότι έκανες και παρτούζες ρε θηρίο;
Στην αρχή όχι, δεν ήθελε με τους άλλους τους «αριθμημένους», δεν ήθελε να δούνε οι άλλοι γαμιάδες ότι είμαι ο ρεσεψιονίστας. Για δική μου προστασία δηλαδή. Μου είπε όμως να φέρω κανένα φίλο μου. Στην αρχή μού φάνηκε ας πούμε ανήθικο, περίεργο σίγουρα, δεν ήξερα κι αν θα τα κατάφερνα. Εκείνη όμως επέμεινε. Δεν ήθελα να  διακόψουμε, κι έφερα έναν κολλητό μου. Ούτε και κείνος, ούτε και γω είχαμε ξανακάνει παρτούζα. Μας έκανε αυτή ξεφτέρια. Μας τρέλανε στην καύλα, ρε φίλε. «Πολύ ωραία»,  έλεγε συνέχεια, «πολύ ωραία». «Τι ωραία». Και πάντα βρίζοντας τον άντρα της. «Παίρνω δυο ρε μαλάκα, δύο καύλαρους». «Χτυπάν οι πούτσοι μέσα μου, Γιωργίτση» (Γιατί στην παρτούζα γαμιέται πολύ και στο μουνί). «Να κάνω σπασμούς, μα να σας κρατάω μέσα» (Γιατί όταν τον παίρνει κώλο – στόμα, οι σπασμοί που κάνει το λαρύγγι επειδή πνίγεται περνάνε στο έντερο, και ο κώλος πετάει τον άλλο πούτσο έξω). Κι όταν την κάνουμε σάντουιτς, φωνάζει «Δεν υπάρχει έναν τρίτος να μου γαμήσει το στόμα;». Αργότερα έφερα κι άλλον κολλητό μου και κάναμε τριπλή φάση μ΄ όλους τους συνδυασμούς. «Θέλω να τρώω τρία η παντρεμένη, τρία», αυτό λέει. Μέχρι και δυο καυλιά στο στόμα ή δυο στον κώλο παίρνει. Κι όποτε έχει το στόμα χωρίς πούτσο μέσα, βρίζει τον άντρα της.
Τρομερό το άχτι που τον έχει αυτόν τον κακομοίρη το Γιωργίτση.
Μην τον λές κακομοίρη. Θα σου πω. Όταν χύνει και ξεδίνει, η Ρίτα μού λέει πάντα δυο λόγια παραπάνω. Ο ρεσεψιονίστας που γίνεται εξομολόγος, δεν είπαμε; Λοιπόν, δώσε βάση. Μέτρα μαλακίες που κάνει ο άντρας της. Μιλάμε για μια γυναίκα που ενώ σπούδασε -είναι οικονομολόγος- ο κύριος Σταύρος Γιωργίτσης δεν την αφήνει να δουλέψει, γιατί θα βγεί έξω απ΄το σπίτι και θα γίνει ανεξάρτητη. Ενώ αυτός τη ζηλεύει και τη θέλει μέσα στο σπίτι. Εξαρτημένη. Ένα  αυτό. Είναι πανέμορφη, ενώ εκείνος είναι άσχημος και με σκληρό πρόσωπο, παρά το ωραίο του το κορμί. Δύο. Δεν της κάνει ένα παιδί, γιατί θέλει να την μονοπωλεί ο ίδιος, όταν γυρίζει σπίτι το βράδυ. Τρία. Και αν δε σου  φτάνουν αυτά, άκου κι άλλα. Της έχει μπλοκάρει τα τηλέφωνα, σταθερό και κινητό, ώστε να μην μπορεί να τηλεφωνεί, μα να έρχονται μόνο εισερχόμενες κλήσεις. Της τηλεφωνεί σε άσχετες ώρες, για να την ελέγχει, ώστε να ξέρει ανά πάσα στιγμή που είναι. Μπορεί να πάρει πέντε φορές σερί και μετά να μην ξαναπάρει καθόλου ένα μήνα. Μπορεί να παίρνει και κάθε μισή ώρα ή ένα τέταρτο, επί όλη τη μέρα. Έρχεται και ξαφνικά σπίτι ή στη γειτονιά, ιδίως παλιότερα, και την αναζητάει να εμφανιστεί αμέσως μπροστά του. Της ψάχνει κάθε τόσο την τσάντα, μπροστά της, τα συρτάρια της και τα πράματά της γενικά.
Πολύ μαλάκας.
Μαλάκας δε θα πει τίποτα. Ο υπολογιστής του σπιτιού είναι κλειδωμένος, με κωδικούς που μόνο αυτός ξέρει. Της παίρνει κάθε τόσο το κινητό της και το δοκιμάζει, μήπως το ΄χει κάνει αυτή να παίρνει, και φυσικά κοιτάει και τις κλήσεις, που εννοείται πως πρέπει να είναι μόνο εισερχόμενες και μόνο οι δικές του. Δε χρειάζεται να σου πω ότι το κινητό είναι με σύνδεση κι ότι ελέγχει και το λογαριασμό κάθε  μήνα. Τη γαμάει κάθε πρωί πριν φύγει και κάθε βράδυ όταν γυρνάει, χωρίς να ενδιαφέρεται πώς και τι αρέσει σ΄ αυτήν. Αυτή φυσικά τον κοροϊδεύει ότι είναι μέγας γαμιάς και προσποιείται ότι έχει συνεχείς οργασμούς. Το κτήνος τη γαμάει και στο μουνί, μα χύνει πάντα στο στόμα της ή στον κώλο και την απειλεί μην ξεφύγει καμιά σταγόνα και πιάσει παιδί. Θα τη σκοτώσει, λέει, αν μείνει έγκυος. Γενικά λέει ότι θα τη σκοτώσει, ξέρω γω, αν του φύγει, αν βρει γκόμενο, αν πάει στην αστυνομία, αν κάνει οτιδήποτε απαγορευμένο. Τη δέρνει κιόλας.
Πολύ, πολύ γελοίος αυτός ο Γιωργίτσης.
Στάσου, είναι κι άλλα. Της δίνει τα λεφτά μετρημένα και ζητάει αποδείξεις για το κάθε τι, ώστε η Ρίτα να μην έχει δικά της λεφτά να ξοδεύει. Πιστωτική κάρτα εννοείται ότι δεν έχει, δάνειο δε μπορεί να πάρει αφού δεν έχει εισοδήματα, της έχει απαγορέψει να βγάλει δικό της ΑΦΜ. Κλασικός τσιγκούνης δεν είναι: ό,τι ζητήσει αυτή για το σπίτι ή τον εαυτό της, της το παίρνει εκείνος, γιατί «ξέρει την αγορά». Έτσι λέει. Πάνε μαζί πολλές φορές Σάββατα και της παίρνει, λόγου χάρη, πανάκριβα ρούχα. Αυτή είναι υποχρεωμένη, εκτός από όταν βγαίνει το πρωί για ψώνια, ή καμιά φορά στην Αθήνα, να είναι συνεχώς σπίτι. Πρέπει να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, μαγείρεμα, πλύσιμο, σιγύρισμα, όλα. Βγαίνουνε μόνο με δικούς του φίλους. Οι δικές της φίλες πάψανε λίγο λίγο και να την παίρνουνε τηλέφωνο, αφού δε μπορούνε να τη δούνε. Καυχιέται στους φίλους του ότι έχει την πιο ωραία γυναίκα του κόσμου και την έχει σε «χρυσό κλουβί» για να μη μπορεί να του φύγει- δικά του λόγια, μπροστά της τα λέει. Απαγορεύεται να πάει ακόμα και στους δικούς της, μια ώρα δρόμο μέχρι το Αιγάλεω, αν δεν είναι κι αυτός μαζί της. Κι αυτός άντε να πάει εκεί δυο φορές το χρόνο για μισή ώρα. Επισκέψεις η Ρίτα δε μπορεί να δεχτεί ούτε από τον πατέρα, ούτε από τη μάνα, ούτε από τον αδερφό της.
Οι δικοί της δεν τη βοηθάνε;
Μπα, πού να τη βοηθήσουνε. Είναι αδύναμοι άνθρωποι, φτωχοί, της λένε μη κάνει κάνα αστείο και ζητήσει διαζύγιο. Ούτε λεφτά για δικηγόρο δεν έχουν οι δικοί της. Δεν τη στηρίζουνε. Δεν έχει να περιμένει τίποτα από κανέναν, κατάλαβες; Το σπίτι ανήκει στο Γιωργίτση. Μόνο που δεν την έχει κλειδωμένη μέσα. Κι ενώ αυτή έχει ένα μικρό δικό της διαμερισματάκι, εκείνος τής απαγορεύει να το νοικιάσει, για να μην παίρνει τα λεφτά. Πρέπει να είναι σπίτι του, ανεπάγγελτη, και να στηρίζεται στα χρήματα του άντρα της. Επίσης πρέπει να σηκώνει τα τηλέφωνα αμέσως, ν΄ ανοίγει την πόρτα του σπιτιού μόλις τον δει στο θυροτηλέφωνο και να μην την κλειδώνει. Πολλές φορές ο Γιωργίτσης ανεβαίνει στις μύτες μέχρι το διαμέρισμά τους κι ανοίγει ο ίδιος ξαφνικά, για να δει ότι η πόρτα δεν είναι κλειδωμένη και να πιάσει την κακομοίρα τη γυναίκα να κάνει τι- μέσα στο σπίτι; Τίποτα, φυσικά.
Δεν πειράζει, τα κάνει στο ξενοδοχείο στο πολλαπλάσιο. Όμως είναι φυλακισμένη. Όχι όπως η άλλη ιστορία που μου είπες, η γυναίκα του κυνηγού που κλείδωνε την πόρτα.
Μπα, εκείνη, σε σύγκριση με τη Ρίτα, ζούσε στην απόλυτη ελευθερία.
Και πώς καταφέρνει η Ρίτα και κάνει ό,τι κάνει;
Πρώτα πρώτα, αυτή μπόρεσε,  όπως κάθε γυναίκα, να βάλει στην άκρη λίγα λεφτά. Από τα ρέστα στο φούρνο, στη λαϊκή, στο σούπερ μάρκετ, στο μανάβη. Μ΄ αυτά αγόρασε ένα φτηνό καρτοκινητό, το οποίο το κρύβει, μαζί με το φορτιστή, εκεί που κανένας άντρας δε θα ψάξει ποτέ: στο καλάθι των απλύτων.
Εκτός κι αν ζει μόνος του, όπως εσύ ή εγώ.
Φυσικά, εννοείται αυτό, σου μιλάω τώρα για παντρεμένους, όχι για μας ρε μαλάκα. Την είπες την εξυπνάδα σου.  Άκου τώρα πώς το οργανώνει η ψηλή, εδώ είν΄ όλο το ζουμί, και μη με διακόψεις μέχρι να σ΄ τα πω όλα. Όταν βγαίνει έξω για ψώνια το πρωί, πιάνει κουβέντα με πολλούς άντρες. Κηπουροί του δήμου, ταξιτζήδες, βεντζινάδες, αστυνομικοί, περιπτεράδες, μαγαζάτορες, επιβάτες των τρόλεϊ. Όταν δει ότι κάποιος ενδιαφέρεται (και γιατί να μην ενδιαφέρεται, μουνάρα είναι, ψηλή, με ωραίες καμπύλες, πανέμορφη),  κι όταν κρίνει ότι την ενδιαφέρει κι αυτήν, του δίνει τον αριθμό του κρυφού κινητού και του λέει, όποια μέρα είναι διαθέσιμος, μπορεί να βρεθεί στους Αμπελόκηπους κι έχει 25 ευρώ για το ξενοδοχείο, να την πάρει 9 το πρωί. Ευτυχώς, ο Γιωργίτσης που είναι μάτσο και πολύ άντρας, δεν ξέρει πώς γίνονται οι δουλειές του σπιτιού. Δεν ξέρει πόση ώρα κρατάνε, ίσως ούτε καλά καλά και ποιες είναι.
Οι πολλοί άντρες δεν ξέρουνε-
Πολύ μιλάς, μαλάκα. Άκου. Αυτή μετά το πρωινό γαμήσι παριστάνει συνήθως ότι κοιμάται. Μόλις φύγει ο άντρας της, σηκώνεται, πλένεται από τα χύσια κι ετοιμάζει το σπίτι λαμπίκο σε μισή ώρα. Πηγαίνει για ψώνια νωρίς νωρίς και γυρίζει. Ετοιμάζει το φαγητό, και στις 9 ακριβώς ενεργοποιεί το κρυφό κινητό. Όποιος την πάρει πρώτος, κλείνει ραντεβού μαζί του στο ξενοδοχείο. Κατά τα γούστα της, το σηκώνει και σε δεύτερο ή και σε τρίτο τηλεφώνημα, ειδικά αν είναι βαλαντωμένη παραπάνω από το συνηθισμένο και θέλει να ξεδώσει πολύ. Κλείνει το κρυφό κινητό. Λίγο πριν φύγει για το ξενοδοχείο, βάζει ένα φαϊ στο φούρνο ή στην κατσαρόλα, σε χαμηλή θερμοκρασία. Αν το κρυφό κινητό χρειάζεται φόρτισμα, παίρνει και το φορτιστή για να το φορτίσει στο ξενοδοχείο. Αν όχι το βάζει στην κρυψώνα του. Πόσο ν΄ αποφορτιστεί κι αυτό, με λίγα λεπτά χρήση κάθε πρωί. Μερικές φορές παίρνει ταξί και κάνει κύκλους, πριν πάει στο ξενοδοχείο, για να ΄ναι σίγουρη. Πάει στο ξενοδοχείο και γαμιέται, με το επίσημο κινητό πάντα ανοιχτό. Αν την πάρει ο Γιωργίτσης, διακόπτει αμέσως, ανοίγει το παράθυρο ν΄ ακούγεται θόρυβος του δρόμου, το σηκώνει και λέει ότι είναι για ψώνια. Αν χρειάζεται, τα παρατάει όλα, ντύνεται αμέσως και βγαίνει έξω σ΄ ένα λεπτό. Είχε συμβεί αρκετές φορές κι είχε χαλάσει το γαμήσι, αλλά όσο περνάν τα χρόνια, όλο και πιο σπάνια. Κι εμένα μου ΄χει συμβεί μια φορά. Όλοι όσοι τη γαμάνε το ξέρουν και το ρισκάρουν. Φυσικά καταλαβαίνουν ότι είναι παντρεμένη, αλλά δε θέλουν να χάσουν το κορυφαίο, το εξαιρετικό γαμήσι. Μετά φεύγει, γυρίζει σπίτι, αποτελειώνει το φαγητό, το βγάζει, και περιμένει ήσυχα ήσυχα να γυρίσει το τέρας.
Ωραία, ας πούμε ότι η ψηλή γλιτώνει απ΄  το τέρας. Ο κίνδυνος να την εκβιάσει κανείς;
Και πού να τη βρούνε; Φοράει γυαλιά και μάσκα, δε φαίνονται τα χαρακτηριστικά της. Στο ξενοδοχείο πάει από διαφορετικά δρομολόγια, και παίρνει και ταξί πού και πού, σ΄ το είπα. Φεύγει πάντα πρώτη και προσέχει πολύ αν την ακολουθεί κανείς. Πολλές φορές δε γυρίζει κατευθείαν σπίτι, αλλά κατεβαίνει και στην Αθήνα για ψώνια. Επίσης, υπάρχουν μέρες που για  ξεκάρφωμα κάθεται όλο το πρωί σπίτι.
Απ΄τη στιγμή που όταν γαμιέται φωνάζει τ΄ όνομα του άντρα της, δεν κινδυνεύει να την εντοπίσουν απ΄ αυτό;
Όχι. Το σκέφτηκα κι εγώ και της το ΄πα. Γέλασε και είπε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος. Όντως, δεν υπάρχει Σταύρος Γιωργίτσης  στον τηλεφωνικό κατάλογο. Ούτε στο ίντερνετ βγαίνει. Μπορεί να είναι κανένα ιδιωτικό ψευδώνυμο, ξέρω γω;
Υπάρχει περίπτωση, ρε Χρήστο, να λέει ψέματα για τον άντρα της; Να είναι όλα μια γιγάντια φαντασίωση για να τη βρίσκει καλύτερα με τους εραστές της; Ξέρεις, ο κίνδυνος, ο σύζυγος, το ρίσκο, η ιστορία με το κρυφό κινητό. Μπορεί να είναι μαλακία η σκέψη μου, αλλά-
Ξέρω γω, δε νομίζω. Ξέρω ότι πολλές γυναίκες φτιάχνουν φαντασιώσεις για να ικανοποιούνται, αλλά δε νομίζω.  Σου είπα ότι έχει τύχει να χτυπήσει το νόμιμο κινητό την ώρα που είμαστε μαζί στο δωμάτιο, και να σηκωθεί να φύγει σαν τρελή. Βέβαια, αν είναι στημένο, μπορεί να το κάνει η ίδια να χτυπήσει, να κανονίσει να την παίρνουνε, ή να βάζει το ξυπνητήρι να βαρέσει.
Ωραία, συμφωνώ λοιπόν ότι όλα όσα λέει είν΄ αληθινά. Μάλλον είναι.
Αν είν΄ αληθινά λοιπόν, γιατί κανείς να την εκβιάσει;  Σου είπα ότι διαλέγει ανθρώπους που είναι το αντίθετο του άντρα της. Όχι σκληροί, καταφερτζήδες, πετυχημένοι, μπρατσαράδες, αδίστακτοι, πλούσιοι, μα ήρεμοι, ευγενικοί, αυτό που λέμε καλοί άνθρωποι, φτωχοί συνήθως. Γιατί ένας καλός άνθρωπος να κάνει τέτοια κακία, και γιατί να χάσει το ωραιότερο γαμήσι του κόσμου; Εμένα που με διάλεξε να την πηδάω, εμένα μου είμαι τόσο χαμηλών τόνων, που με κοροϊδεύουν ότι είμαι πολύ πράος και ταπεινός, φαντάζεσαι πόσο με ανέβασε; Στο εξάμηνο που την πηδάω, έχω σκληρύνει κι έχω εξελιχτεί πολύ σα γαμιάς. Και μου ΄χει αυξήσει τις σεξουαλικές μου επιδόσεις στο έπακρο. Μου σηκώνεται περισσότερο τώρα, γαμάω καλύτερα, χύνω δυο φορές μες το νερό, πού και πού και τρεις. Μέσα μισή – μια ώρα, έτσι;  Χρειάστηκε να φτάσω σαρανταφεύγα, για να μάθω αυτά που έμαθα στο γαμήσι. Και τα ΄μαθα μ΄αυτή τη γυναίκα. Με δίδαξε αυτή. Καυλώνω με ό,τι καυλώνει τη Ρίτα. Της λέω αυτά που θέλει να ακούει. Και μ΄ έχει μάθει ν΄ ακούω αυτά που θέλει να λέει.
Αλήθεια, γιατί σε διάλεξε;
Γιατί ο «αριθμός 7» έφυγε γι΄ άλλη πόλη. Και θέλει να ΄χει ένα σταθερό αριθμό εραστών, ώστε όταν ανοίγει το κινητό, να βρεθεί κάποιος διαθέσιμος. Δεν είναι εύκολο ένας εργαζόμενος άνθρωπος να μπορεί να χάσει μια ή δυο ώρες πρωινιάτικα. Και να ΄χει και τα λεφτά στο χέρι.
Περνάς καλά λοιπόν φίλε.
Περνάω πολύ καλά φίλε. Τρώω πολύ καλά.
Καταλαβαίνω τον ψυχισμό αυτής της γυναίκας. Καταλαβαίνω, ας πούμε, γιατί δε θέλει να τηλεφωνεί η ίδια, να παίρνει με τη σειρά τους γαμιάδες. Δε θέλει να προσκαλεί η ίδια ούτε να παρακαλάει,  δεν έχει και λεφτά. Προσφέρει το καλύτερο γαμήσι τζάμπα, ας πάρουν αυτοί.
Ακριβώς έτσι είναι. Εμένα μου το έχει εξηγήσει γιατί δεν παίρνει η ίδια.
Αλλά μου φαίνεται ότι λάθος τρόπο έχει διαλέξει για να ξεδίνει. Και δε μιλάω για το ρίσκο. Μιλάω για την εκδίκηση.
Την εκδίκηση στο Γιωργίτση θες να πεις;
Όχι, την εκδίκηση στον εαυτό της εννοώ. Ας πάμε λίγο πιο πέρα από την καύλα, που είναι όντως μεγάλη. Σκέψου λίγο. Το λάθος ήτανε που τον παντρεύτηκε, σύμφωνοι; Ζει μια ζωή δυστυχισμένη, σύμφωνοι; Γιατί όμως δεν αλλάζει την κατάστασή της; Επειδή φοβάται, απαντάει η ίδια. Και τι κάνει; Καταγαμιέται με έντεκα εραστές, βρίζοντας το σύζυγό της. Ξεχνιέται για λίγο, κι ύστερα, την υπόλοιπη μέρα, γυρίζει στο κλουβί. Όμως, φίλε, εκδίκηση που να μην τη νιώσει ο στόχος της εκδίκησης, δεν υπάρχει. Εκδίκηση που την ξέρει μόνο ο εκδικητής κι όχι το θύμα, δεν έχει βγει ακόμα. Θυμάσαι την άλλη ιστορία που είπες, με τον εφορειακό;
Τον Τέγο και τον άλλο. Που του γαμιόταν η γυναίκα.
Που ο εφορειακός τη γάμαγε κι ο άντρας της  το ήξερε, γιατί εκείνη του το ΄λεγε. Εκείνο μάλιστα, ήταν εκδίκηση.
Δεν έχεις άδικο.
Επομένως εκδίκηση θα ήταν να μάθαινε ο Γιωργίτσης ότι ξενογαμιέται η γυναίκα του, κι ακόμα περισσότερο ότι τον ξεφτιλίζει την ώρα που γαμιέται.  Μα η ψηλή παίρνει όλα τα μέτρα για να   μ η ν   το μάθει ο άντρας της. Άρα εκδίκηση προς τον άντρα της δεν υπάρχει. Υπάρχει εκδίκηση προς τον εαυτό της. Το πιάνεις;
Κάτσε, μια βιάζεσαι. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει εκδίκηση προς τον άντρα της, από πού κι ως πού βγάζεις ότι υπάρχει εκδίκηση προς τον εαυτό της;
Δυο λόγοι, ρε Χρήστο. Ποιος είναι αυτός που ρισκάρει, που δεν μπορεί να χαρεί  ό,τι κάνει, που ανά πάσα στιγμή κινδυνεύει με φόνο (κατά τις απειλές του Γιωργίτση), που πρέπει να σηκώνεται να φεύγει κάθε φορά που χτυπάει το νόμιμο κινητό, που ζει σα φυλακισμένη, που δε βρίσκει το θάρρος ν΄ αλλάξει την κατάστασή της; Η Ρίτα. Ποιος είναι κείνος που από δειλία   δε μπορεί να κοινοποιήσει την εκδίκησή του; Πάλι η Ρίτα. Τιμωρεί λοιπόν τον εαυτό της για την τοτινή της επιλογή, το γάμο της εννοώ, και για την αδυναμία της τώρα  ν΄ αλλάξει την κατάστασή της.
Δεν το ΄χα σκεφτεί ποτέ έτσι. Και δεν ξέρω αν είναι σωστή η σκέψη σου.
Έχω και δεύτερο λόγο. Είναι φως φανάρι, για όποιον ξέρει λίγο τη γυναικεία ψυχολογία. Οι γυναίκες δεν είναι σαν εμάς. Όταν μια γυναίκα θέλει να εκδικηθεί, δεν εκδικείται με το να σκορπίζεται σε αμέτρητους γαμιάδες. Αφήνεται να ερωτευτεί και ερωτεύεται έναν. Έναν μονάχα. Με έναν στο πλευρό της κάνει τον πόλεμό της εναντίον της παλιάς κατάστασης, διαφεύγει και χωρίζει. Χωρίζει πρώτα στο μυαλό της.  Ύστερα, ανάλογα με τα κότσια της,   το κοινοποιεί στο σύζυγο και χωρίζει και στη ζωή. Δεν το κρατάει πια κρυφό. Και δε διαφεύγει με το σεξ, όσο ξεχωριστό κι αν είναι, μα με  τα συναισθήματά της. Σε κολακεύει, σας κολακεύει τώρα, μεταφέρει το ζήτημα στο αντρικό πεδίο και περιμένει. Περιμένει να ξεχωρίσει κάποιος από σας, να τη δει διαφορετικά,  ή μάλλον να τον δει εκείνη διαφορετικά. Σας δοκιμάζει. Προβληματίζεσαι βλέπω.
Προβληματίζομαι, ναι.
Και προχωρώ πιο πέρα. Πες μου, σου ΄δειξε το πρόσωπό της, έβγαλε τη μάσκα, έτσι;
Ναι, και είναι πανέμορφη. Αλλά πώς το ξέρεις;
Περίμενε, μη βιάζεσαι εσύ τώρα.  Άλλη ερώτηση: τελευταία, έχει αυξηθεί η συχνότητα των επαφών μαζί σου, κι έχει μειωθεί η επαφή με τους άλλους;
Ναι και σ΄αυτό.
Επίσης, έχουν πάψει οι παρτούζες. Έχουνε σταματήσει. Σωστά;
Σωστά. Πώς το ξέρεις;
Δεν το ξέρω, τα φαντάστηκα. Αφήνω πάντα μια περίπτωση να είναι τρελή φαντασιομανής και να συζητάμε μπούρδες τόση ώρα. Μικρή πιθανότητα όμως. Νομίζω λοιπόν φίλε  ότι σε ξεχώρισε. Σε μελετούσε από καιρό όπως καθόσουνα στη θέση σου, εκεί πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν. Ήρεμος, διακριτικός,  μικροκαμωμένος. Σου τα ΄ριξε, κάθησες, γάμησες εξαιρετικά, γαμάς εξαιρετικά, τώρα αυτή  προχωράει. Θυμάσαι που σου είπε να τη γαμήσεις δίχως καπότα; Μόνο εσύ. Θυμάσαι που τη γαμάς από μπροστά, που της κάνεις γλειφομούνι; Μόνο εσύ. Θυμάσαι πόσα ξεχωριστά πράγματα σου είπε, που εσύ τα εξέλαβες ότι είναι εξομολογήσεις προς το  ρεσεψιονίστα; Λάθος, ήταν κουβέντες προς το Χρήστο. Σου μιλάει προσωπικά σε σένα, όχι στο γαμιά. Είδες που σου μίλησε για αξιοπρέπεια- μόνο σε σένα. Φίλε, το επόμενο βήμα θα είναι να κόψει εντελώς όλους τους άλλους εραστές και να μείνει μόνο μαζί σου. Νομίζω ότι σ΄ ερωτεύτηκε, σε θεωρεί αξιόπιστο ή και τα δύο. Άσε που μαζί σου δεν έχει να βγάλει και την υποχρέωση ότι ξοδεύεις κάθε φορά 25 ευρώ, γιατί γαμάς τζάμπα- καλά, μη διαμαρτύρεσαι, καλαμπουρίζω σ΄ αυτό.
Δηλαδή, πιστεύεις ότι αυτή θέλει μόνο εμένα, ρε Γιώργο;
Τι σου λέω τόσην ώρα, ρε μαλάκα; Και νομίζω ότι θα πρέπει να σκεφτείς τα επόμενα βήματά σου, όταν σκάσει το ζήτημα. Γιατί σύντομα θα σκάσει. Μάλλον θα το σκεφτεί καλά καλά στις διακοπές που θα ΄ναι μόνο με τον άντρα της και δε θα ξεδίνει, και θα σ΄το πετάξει το φθινόπωρο. Αν μάλιστα σ΄ αρχίσει σε τίποτα τηλεφωνήματα ή μηνύματα με το κρυφό κινητό, μπορείς να είσαι σίγουρος.
Μπα, το κρυφό κινητό το ΄χει μόνο για να την παίρνουνε.
Αν σου λέω, αν. Αν. Μια φορά να το χρησιμοποιήσει προς εσένα όλο αυτό το φρικτό δίμηνο των διακοπών που επακολουθεί, φρικτό γι΄ αυτήν, θα επιβεβαιωθεί η θεωρία μου. Μην  τη θεωρείς σατανική ή υπολογίστρια, είναι αδύναμη και ταλαίπωρη όσο δεν πάει άλλο, με χαμηλότατη αυτοεκτίμηση κι έντονες αυτοκαταστροφικές τάσεις, κι ίσως να νιώθει πως δεν έχει αξιοπρέπεια. Είναι δεμένη κόμπος. Τώρα πάει να ξαναγίνει γυναίκα, μέσα από σένα.
Τι λε΄ ρε φίλε.
Θα τη στηρίξεις φίλε; Θα της σταθείς  να βγει από το κλουβί; Θα συγκρουστείς με το Γιωργίτση, ή όπως αλλιώς τον λένε, εφόσον υπάρχει βέβαια;  Θα συνεχίσεις το ρίσκο τού να χάσεις τη δουλειά σου;  Γιατί στην πραγματικότητα, το μόνο χειροπιαστό πράγμα που υπάρχει αυτή τη στιγμή  είναι ότι εσύ γαμάς όλο και περισσότερο  μια γυναίκα που τη γαμάνε κι άλλοι δέκα όλο και λιγότερο, με τη διαφορά ότι μόνο εσύ, απ΄ όλη την εντεκάδα,  μπορεί να χάσεις τη δουλειά σου.  Ίσως και τη σωματική σου ακεραιότητα, αν πλακωθείτε με  το τέρας. Πρέπει να πάρεις αποφάσεις. Και κάτσε και σκέψου όχι τι σε συμφέρει, μα πώς βλέπεις τη γυναίκα αυτή, τι νιώθεις. Πέρα από συμπόνοια και συμπάθεια, εννοώ. Και πέρα κι από τις καύλες. Σκέψου όπως οι γυναίκες.
Δεν ξέρω τι να πω. Τι πράματα μου δείχνεις τώρα. Έχεις σπουδάσει Ψυχολογία;
Όχι, το ξέρεις ότι δεν έχω. Μα βάζω το μυαλό μου να σκεφτεί. Νωρίτερα, που σε ρώτησα γιατί δε με φωνάζεις και μένα να τη γαμήσω, κώλωσες, δε μου απάντησες. Θα μ΄ έφερνες σ΄ αυτήν θα της έλεγες ΄να ο φίλος μου ο τάδε ο συγγραφέας, σίγουρος άνθρωπος, βαλ΄ τον στη λίστα των εραστών, θέλει κι αυτός να σε ξεσκίσει;’ Δε νομίζω να το ΄κανες. Και δε νομίζω να το ΄θελε κι αυτή, να της φέρεις άλλον.
(…)
Κάτσε και σκέψου, το θες κάτι τέτοιο ή δεν το θες; Μήπως σε πειράζει που τη γαμάνε κι άλλοι;
Έλα ντε. Μπορεί. Μάλλον. Σίγουρα.
«Έλα ντε. Μπορεί. Μάλλον. Σίγουρα» δεν είναι κανονική απάντηση. Πάντως στο «σίγουρα» κατέληξες. Δεν ξέρω, σκέψου το. 
(…)

Γιατί  φίλε μου, αν τη θες μόνο για πάρτη σου, ψάξε μήπως την πάτησες και συ. Κι  αν είν΄ έτσι, αλλάζουν όλα.
Ρε Γιώργο- Εγώ έλεγα ότι σου ΄κανα χάρη, ρε φίλε, με όλα αυτά που σου ΄λεγα τα καυλιάρικα,  για να γράψεις τίποτα στα βιβλία σου-  κι εσύ τώρα μου λες ότι δεν έβλεπα πέρα από τη μύτη μου.
Πέρα από τον πούτσο σου, θες να πεις.
Πέρα από τον πούτσο μου, ναι. Μάλλον έμπλεξα. Έμπλεξα. Δεν είναι μόνο το σεξ λοιπόν. Έμπλεξα.
Σκέψου μήπως την έχεις ερωτευτεί, Χρηστάρα. Μήπως αγαπάς.
(…)

Μπορεί να κάνω και λάθος, βέβαια. Ψάξ΄ το μέσα στο κεφάλι σου. Μόνο εσύ ξέρεις.
Ρε φίλε. Δεν ξέρω. Θέλει σκέψη. Δεν ξέρω.
(Από το κείμενο της απομαγνητοφώνησης έχουν απαλειφθεί επαναλήψεις γεγονότων και κομπιάσματα, έχουν βελτιωθεί  οι αναπόφευκτοι συντακτικοί  «μετεωρισμοί» του προφορικού λόγου, ενώ έχουν συνενωθεί σημεία με νοηματική συνάφεια. Κάθε τι που θα μπορούσε να οδηγήσει στον εντοπισμό  των αληθινών προσώπων  -ονόματα, τοποθεσίες, ηλικίες, επαγγέλματα, πλην φυσικά του ρεσεψιονίστ-  έχει αλλαχτεί. Όλα τα αναφερόμενα καταγράφτηκαν το καλοκαίρι του 2009, προτού ταυτοποιηθούν τα καρτοκινητά και γίνουν ονομαστικά. Είναι άγνωστο αν -και πώς-  έλυσε η «Ρίτα» το σημαντικό αυτό επικοινωνιακό της πρόβλημα). 
***



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου