Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Τὸ πεῖ­σμα



 του ΠΕΤΡΟΥ ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ 

ΔΕΝ ΘΥ­ΜΑ­ΜΑΙ τὴν τε­λευ­ταί­α μου δή­λω­ση. Ὑ­πο­θέ­τω πὼς δὲν ξέ­φευ­γε ἀ­πὸ τὰ πε­πα­τη­μέ­να. Δὲν ἔ­πε­φτε μὲ τὸ γδοῦ­πο μιᾶς τα­φό­πλα­κας ἢ μὲ τὴν ὀρ­γὴ μιᾶς θε­ο­μη­νί­ας. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν κά­πως ὀ­ξύ­τε­ρη ἀ­π' ὅ­σο συ­νή­θως – μὰ καὶ πά­λι, ἴ­σως ὄ­χι, δὲν θυ­μᾶ­μαι.
       Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι κα­θα­ρά, λὲς καὶ τὸ βλέ­πω τώ­ρα, ἦ­ταν πὼς ση­κώ­θη­κα ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­θρό­να μου, ἐ­νό­σω ἀ­κό­μη μι­λοῦ­σα, καὶ κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Δὲν φαν­τα­ζό­μουν πὼς μὲ τὴν ἁ­πλὴ αὐ­τή κί­νη­ση —ἐν μέ­ρει ἀυ­θόρ­μη­τη, ἐν μέ­ρει προ­σποι­η­τή— θὰ ἔμ­πη­γα ἕ­ναν πάσ­σα­λο ἀ­νά­με­σά μας. Πε­ρί­με­να νὰ κυ­λή­σουν λί­γα λε­πτὰ κι ἔ­πει­τα ν' ἀ­κού­σω τὰ βή­μα­τά της. Νὰ τὴν ἀ­κού­σω καὶ —προ­τοῦ προ­λά­βω νὰ τρα­βη­χτῶ— νὰ πέ­σει στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Τό­τε ὁ με­τρη­τὴς θὰ μη­δέ­νι­ζε ὅ­λη τὴν ἔν­τα­ση. Τὰ σκλη­ρά μας λό­για θὰ ἔ­τρε­χαν νὰ συ­ναν­τή­σουν ὅ­σα πα­ρό­μοι­α ἀν­ταλ­λά­ξα­με στὸ πα­ρελ­θόν. Νὰ ἀρ­χει­ο­θε­τη­θοῦν καὶ νὰ λη­σμο­νη­θοῦν. Ν' ἀ­φή­σουν μο­νά­χα μιὰ μι­κρὴ οὐ­λή, δί­πλα στὶς τό­σες ἄλ­λες. Ἄ­κου­σα τὰ βή­μα­τά της, πράγ­μα­τι, ἀλ­λὰ δὲν τ' ἄ­κου­σα νὰ πλη­σιά­ζουν. Τὰ ἄ­κου­σα νὰ ξε­μα­κραί­νουν. Βρόν­τη­ξε τὴν πόρ­τα πί­σω της. Κι ἐν­τού­τοις δὲν κου­νή­θη­κα.
       Ὑ­πο­λό­γι­σα πὼς εἶ­χε με­ρι­κὰ ἀ­κό­μη δευ­τε­ρό­λε­πτα στὴ δι­ά­θε­σή της ἕ­ως ὅ­του κα­λέ­σει τὸ ἀ­σαν­σέρ, ἕ­ως ὅ­του τὸ ἀ­σαν­σὲρ ἀ­νέ­βει στὸν ἕ­κτο ὄ­ρο­φο. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ χτυ­πή­σει ξα­νὰ τὸ κου­δού­νι. Τό­τε θὰ πε­τα­γό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου. Πά­λι ὁ με­τρη­τὴς θὰ μη­δέ­νι­ζε. Ἴ­σως καὶ ἡ οὐ­λὴ —οὔ­τε κἂν ἡ οὐ­λή— δὲν θὰ ἔ­με­νε. Θὰ τὴν σκέ­πα­ζε ἡ λή­θη.
       Πα­ρ' ὅ­λο ποὺ ἔ­χουν πε­ρά­σει ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­φυ­γε, δὲν ἔ­χω πά­ψει ν' ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι μή­πως κι ἐ­κεί­νη πε­ρί­με­νε πό­τε θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω στὸ σα­λό­νι, πό­τε θὰ πέ­σω στὴν ἀγ­κα­λιά της.
       Μή­πως κι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν βέ­βαι­η —ὅ­σο τὸ ἀ­σαν­σὲρ πλη­σί­α­ζε— πὼς θ' ἀ­νοί­ξω τὴν πόρ­τα μου καὶ θὰ τὴν τρα­βή­ξω ξα­νὰ κον­τά μου. Μή­πως οἱ δρό­μοι μας χώ­ρι­σαν ἐ­πει­δή —μό­νο καὶ μό­νο— ἡ σκέ­ψη μας ἀ­κο­λού­θη­σε τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. .
.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 13 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος (Ρέ­θυ­μνο, 1959). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Οἱ ἀ­νή­λι­κοι (1980). Ἄλ­λα ἔρ­γα: Κι­νού­με­να σχέ­δια (δι­η­γή­μα­τα, 1984), Ἡ καρ­διὰ τοῦ κτή­νους (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1987), Ἡ κα­λο­σύ­νη τῶν ξέ­νων (αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­φή­γη­μα, 2006), Τὸ βι­βλί­ο γιὰ τὰ βι­βλί­α. Ἡ ἀ­να­γνω­ση ὡς ἀ­πό­λαυ­ση (2010) κ.ἄ.

 

Εἰκόνα: Edvard Munk, Separation, 1900, Λάδι σὲ μουσαμά, 125.5 x 190.5 cm.

 .



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου