Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Παραδοσιακό και μεταμοντέρνο Ελληνικό Πάσχα


       Η μεταφυσική, η έκσταση ενώπιον της θριαμβεύουσας άνοιξης,  ο ερωτισμός  που παρά τους  θρησκευτικούς αποκλεισμούς διήγε την   «αιθέρια» ζωή  των  κρυφών βλεμμάτων και των υπαινιγμών , ήσαν τα  υλικά του   παραδοσιακού Ελληνικού Πάσχα. Το Πάσχα που  είχε   θόρυβο και θέαμα,  βαρελότα και σαματά πάσης φύσεως  -     εφάμιλλο κάποιων  σημερινών   σαματάδων   από την κατάκτηση ενός πρωταθλήματος! -    και μάλιστα  σαματά αυτοσχέδιο, χειροποίητο,   παραγόμενο σε μεγάλο βαθμό από τους ίδιους τους καταναλωτές του. Και  όλα αυτά επισφραγίζονταν από την   ασύδοτη  πρωτεϊνοφαγία  μέσα στα πλαίσια μιας προ - κρεοφαγικής  και προ-χοληστερινικής κοινωνίας,  που έπασχε γενικώς από στερητικά σύνδρομα, που φαντασίωνε  την πλουτοκρατία ως τάξη ευτραφών  κοιλαράδων με ημίψηλο και πούρο, που  κατά τα πρότυπα των κλεφτών και των αρματωλών  έκανε  «ξεσχισματικά»  τσιμπούσια  ωρών ή και ημερών, και φυσικά   «σούρες» μεγάλης διάρκειας…


Σε ένα βιβλίο για το Θησείο και γενικότερα για τις γειτονιές που χάθηκαν(Εκδόσεις Φιλιππότη,1991) ο Γιάννης Σιμωνέτης  αναφερόταν  σε αυτά τα πολυποίκιλα υλικά του Ελληνικού Πάσχα, όπως  βιώνονταν από την παιδική ψυχή :  Στο μεθυστικό άρωμα των λουλουδιών, στο λιβάνι και στο φυσικό κερί,  στη «γοητεία και κατάνυξη της Μεγαλοβδομάδας», στο ενδημικό κοριτσομάνι των Επιταφείων,  στον πανζουρλισμό των βεγγαλικών, στη  μαγειρίτσα της Ανάστασης …



Σε εκείνο τον  παρωχημένο χωροχρόνο, όπου  την Μεγάλη Εβδομάδα  ο Μάνος Χατζηδάκης μπορούσε «να προσκυνά σιωπηλά το δικό του Θεό, μεθυσμένος από τη μοναξιά του και τη βαριά μυρωδιά του λιβανιού» – κατά πως γράφει ο Νίκος Κούνδουρος (1)– το Πάσχα  ήταν μια γιορτή πολυδιάστατη,  μεταξύ άλλων και  ένα  μουσικό κοντσέρτο  μεγάλης διάρκειας ή   ένα  θεατρικό  θέμα  παιγμένο με άπειρες παραλλαγές, ακόμη  και  πλαίσιο  για την έκφραση  προσωπικών εκδοχών  του μυστικισμού και της μεταφυσικής…. 


        Στα Αθηναϊκά περίχωρα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 70, στις αλάνες ή στους κήπους,  ανήμερα το Πάσχα έβλεπες  κοκορέτσια και αρνιά να περιστρέφονται «ιδιοχείρως», έβλεπες   καταϊδρωμένους σουβλοκράτορες  να εισπράττουν εκείνες τις υπέροχες και χορταστικές - μέχρις πλήρους κατευνασμού! -  οσμές. Έβλεπες κόσμο πολύ, άκουγες τραγούδια και μουσικές, ανίχνευες   μέσω των τσάμικων και των καλαματιανών  τον  επαρχιώτικο  γονότυπο της  πλειοψηφίας της Ελληνικής πρωτεύουσας,  δεχόσουν προσκλήσεις για φαγοπότι από ανθρώπους άγνωστους…

       Έπειτα τα πράγματα άλλαξαν. Έπειτα  η «πόλη της αντιπαροχής»  ξεπέρασε μια  «κρίσιμη μάζα» και έκανε  τον ελεύθερο κτισμάτων αστικό χώρο ανύπαρκτο έως δυσλειτουργικό.  Ο  ΙΧδισμός άνοιξε νέους ορίζοντες προς την περιφέρεια, το νέφος και η ρύπανση έκαναν την πόλη απωθητική, οι πολυκατοικίες ξεπάτωσαν τις γειτονιές και τις μικρές συλλογικότητες…Τα νέα εισοδήματα  της πρώτης μεταπολεμικής  αναπτυξιακής φάσης  άρχισαν να διοχετεύονται  σε  κατευθύνσεις «κεντρόφυγες» σε σχέση με τον αστικό ιστό:  Οι αργίες έγιναν ευκαιρίες  απόδρασης  από το αστικό περιβάλλον, ο εκδρομισμός και ο τουρισμός  έδωσαν διέξοδο στο κοσμικό πνεύμα της μέγιστης απόλαυσης υπονομεύοντας  το παραδοσιακό εορταστικό πνεύμα, οι εκκλησίες που το βράδυ της ανάστασης έσφυζαν από ζωή έχασαν τα ακροατήριά τους και το «φιλοθεάμον» κοινό των βεγγαλικών .. Κοντά στην «πρόχειρη» ήρθε και η «δομημένη φυγή», ήρθαν τα «εξοχικά» της περιφέρειας σε αναζήτηση της  φύσης  και του  «ιδεώδους» οικογενειακού περιβάλλοντος  :  Τα εξοχικά   των μικρομεσαίων που ξεκίνησαν από αυτοσχέδιες και  δευτερεύουσες  σε σχέση με την κύρια κατοικία  κατασκευές για να μετατραπούν  στη συνέχεια    σε  δομές «ανακτορικών» φαντασιώσεων -  με πλείστους  ευκατάστατους  να χτίζουν   πολυόροφα Κυκλαδίτικα (!) πλαισιωμένα  από  γκαζόν, Ελβετικά σαλέ σε άνυδρα  Μεσογειακά  τοπία,  και γενικώς σπιταρώνες των Χ  υπνοδωματίων και των Ψ μπάνιων,  με σκοπό την  παταγώδη δήλωση κοινωνικής επιτυχίας…

      Σε αυτή τη γωνιά του κόσμου, με το ήπιο και εξαιρετικά φιλικό προς τον άνθρωπο κλίμα, με την όμορφη και πολυποίκιλη  Μεσογειακή φύση, η  ιδέα μιας  ανθρωποποίητης «θεογονίας»  δεν χρειαζόταν πάντοτε την στήριξη ενός  Μαρξ ή ενός  Μπιτσάκη :  Αρκούσε   κάποτε και ένας φυσιολάτρης «Ελληναράς» όπως ο Π.Γιαννόπουλος (2)για  να διαβεβαιώνει ότι «η Ελληνική φύσις αυτή, εντελώς η αυτή και διότι είναι τοιαύτη, εγέννησεν όλους τους θεούς και τους ημιθέους και τους ήρωας και κάτι ακόμη καλλίτερον από τους θεούς τους παρελθόντας, τους παρόντας και τους μέλλοντας,(δηλαδή εγέννησεν) τους Ανθρώπους, τα θαυμάσια Αρχαγγελικά τάγματα των ωραίων, των φαιδρών και ηλιοβόλων ανθρώπων, που οδηγούν τους κορυφαίους της ανθρωπότητος εις τον δρόμον του ωραίου…» . Στο μεγαλειώδες πλαίσιο της Άνοιξης, η μεταφυσική  είχε πάντοτε ως αντίπαλό της τον κοσμικό αυθορμητισμό, δεδομένου ότι τα «οιονεί οργασμικά» συναισθήματα   της κοινωνίας   ήταν αδύνατο   να  στριμωχθούν μέσα στα  θρησκευτικά καλούπια.  Γι αυτό το λόγο το   Πάσχα  ήταν πάντοτε μια «υβριδική» γιορτή :  Σιαμαία σχεδόν με το πνεύμα  της αναγεννώμενης   φύσης, της ανθρώπινης λίμπιντο που αναδυόταν    και εκφραζόταν δια μέσου των γραμμών, των επιφανειών, του συνόλου των αισθήσεων…

        Πέρα από τη μυθολογία  και αλληγορία της  μεταφυσικής, πέρα από τα άλλοτε απλοϊκά  κι άλλοτε  περίπλοκα ιδεοσχήματα    των επίσημων   ή περιστασιακών θρησκευομένων,   υπήρχε – έστω περιθωριοποιημένη ή διωκόμενη -  η «αυτοκρατορία των αισθήσεων» . Αυτή που αξίωνε   εορταστικά γεγονότα απαλλαγμένα προσμίξεων και ενοχών, απαλλαγμένα από οποιαδήποτε αίσθηση «χρέους» απέναντι σε υπερκόσμιες οντότητες, σε Προμηθείς  και  σε  μεταφυσικούς Ζορρό παντός είδους….

         Το Πάσχα ανακαλώ πάντοτε στη σκέψη μου μια κουβέντα του Έριχ Φρομ «για τις πραγματικές γιορτές που λείπουν….».….Για τις γιορτές που  δηλώνουν την συνέχεια  αλλά και την μεταβλητότητα της ζωής, που είναι επομένως ευέλικτες αλλά όχι και τροποποιήσιμες σαν προγράμματα τηλεόρασης, που ενσωματώνουν όλο και μεγαλύτερες δόσεις τέχνης και αποθεώνουν το κοσμικό πνεύμα, που  διαχέουν  χαρά και  έμπνευση. Κατά τα λεγόμενα   του  Έριχ Φρομ : Που   «καλλιεργούν το βίωμα της αγάπης  παραμερίζοντας την αναγκαιότητα της αυταπάτης»…(3)



Σημειώσεις

1.Νίκος Κούνδουρος : «Η Αθήνα του Μάνου Χατζηδάκι», Περιοδικό  «Λέξη», Νοέμβριος 2001.

2.Από το βιβλίο του Χρίστου Ιακωβίδη : «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική και αστική ιδεολογία»,Δωδώνη,1982.

3.Έριχ Φρομ, «Η υγιής κοινωνία», Μπουκουμάνης 1973.            

ΥΓ. Το παρόν κείμενο είναι μετεξέλιξη κειμένου («Ελληνικό Πάσχα») που δημοσιεύτηκε το 2003 στο βιβλίο «ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ», εκδόσεις ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ
Εν όψει, "Ο σκεπτόμενος", του Αυγούστου Ροντέν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου