Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Ἡ πρό­τα­ση

του Τάσου Γουδέλη

(μα­κρι­νό)

ΚΑΘΟΝΤΑΝ στὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι. Τοὺς ἔ­κρυ­βε κά­θε τό­σο ὁ σερ­βι­τό­ρος καὶ οἱ πε­λά­τες ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν ἀ­νά­με­σά μας. Οἱ φρά­σεις τους, μέ­σα στὸ θό­ρυ­βο τοῦ φα­στ φούντ, ἔ­φθα­ναν μι­σές. «...Εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ εὐ­και­ρί­α», ἔ­λε­γε ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ πλα­στι­κὸ μπου­φὰν στὴν ξαν­θιά, βό­ρεια γυ­ναί­κα μὲ τὸ ντε­κολ­τέ, ποὺ τὸν ἄ­κου­γε μὲ προ­σο­χὴ χω­ρὶς ν' ἀγ­γί­ζει τὸ φα­γη­τό της. «...μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ δι­κή της ἰ­δέ­α... Θέ­λουν τέ­λος πάν­των νὰ εἶ­ναι ἀ­π' αὐ­τόν, ἀλ­λι­ῶς θὰ ἔ­ψα­χναν...» Κά­ποι­οι πέ­ρα­σαν γε­λών­τας καὶ κά­λυ­ψαν τὰ λό­για τοῦ ἄν­τρα. «Ἐ­γὼ θὰ κά­νω τὴ με­τα­φο­ρά...» ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ γυ­ναί­κα νὰ μι­λά­ει μὲ ἕ­να ὕ­φος εἰ­ρω­νι­κῆς ὑ­πο­τα­γῆς. Κά­τι εἶ­πε ὁ ἄν­τρας μέ­σα στὸ παν­δαι­μό­νιο μιᾶς πα­ρέ­ας ἀ­νη­λί­κων μὲ τζό­κε­η κολ­λε­γί­ου, ποὺ εἶ­χε μπεῖ στὸ ρε­στο­ρὰν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Ὁ γιὸς μου εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸ πιά­το του καὶ βι­α­ζό­ταν. Πε­ρά­σα­με μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ ζευ­γά­ρι ποὺ τώ­ρα κά­πνι­ζε ἀ­μί­λη­το.

(κον­τι­νὸ)

Ὁ ἄν­τρας με­τα­κί­νη­σε κά­πως νευ­ρι­κά το φλι­τζά­νι του καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια πρὶν μι­λή­σει. Πε­ρί­με­νε μέ­χρι ὁ σερ­βι­τό­ρος νὰ σκου­πί­σει τὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι, ἀ­π' ὅ­που εἶ­χαν μό­λις ση­κω­θεῖ δύ­ο θο­ρυ­βώ­δεις νε­α­ροί. Τὸ φὰ­στ φοὺντ ἦ­ταν γε­μά­το, καὶ ἡ μου­σι­κὴ ἀ­κου­γό­ταν στὴ δι­α­πα­σῶν. «Νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ βα­σα­νί­ζου­με. Εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ εὐ­και­ρί­α...» τῆς εἶ­πε κα­θὼς πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὰ δά­χτυ­λά της μὲ τὰ ἔν­το­να βαμ­μέ­να νύ­χια. Δὲν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὸ φα­γη­τό της. Ἡ φω­νή του σκε­πά­σθη­κε ἀ­πὸ τὰ γέ­λια μιᾶς κον­τι­νῆς πα­ρέ­ας, «...ἡ γυ­ναί­κα του δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση, ἐ­ὰν αὐ­τὸ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀ­π' ὅ,τι κα­τά­λα­βα, μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ δι­κή της ἰ­δέ­α. Δὲν μᾶς νοιά­ζει...» Γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὴν κα­τεύ­θυν­ση μιᾶς κο­πέ­λας ποὺ πέ­ρα­σε δί­πλα τους ἀ­φή­νον­τας ἕ­να δυ­να­τὸ ἄ­ρω­μα. Ἐ­κεί­νη συ­νέ­χι­σε νὰ μὴ μι­λᾶ, ἐ­νῶ ἕ­σφιγ­γε τὸ πο­τή­ρι μὲ τὴν μπύ­ρα. «Θέ­λουν, τέ­λος πάν­των, νὰ εἶ­ναι ἀ­π' αὐ­τόν, ἀλ­λι­ῶς θὰ ἔ­ψα­χναν γιὰ υἱ­ο­θε­σί­α...» «Ἐ­γὼ θὰ κά­νω τὴ... με­τα­φο­ρά, σὰν νὰ λέ­με», εἶ­πε ἡ ἄλ­λη σπά­ζον­τας τὴ σι­ω­πή της. «Πὲς τὸ ὅ­πως θές...»
Τῆς ἄ­να­ψε τὸ τσι­γά­ρο μὲ τὸ φαν­τα­χτε­ρὸ ἀ­να­πτή­ρα του. «Πά­λι κα­λὰ ποὺ ἐ­δῶ ἐ­πι­τρέ­πε­ται τὸ κά­πνι­σμα. Ἀ­κό­μα καὶ στὴ χώ­ρα σου τὸ ἔ­χουν ἀ­πα­γο­ρεύ­σει σὲ δη­μό­σιους χώ­ρους. Ἂν καὶ σεῖς Βαλ­κά­νια εἶ­σθε, ὅ­μως...» Σὰν νὰ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε ἕ­να δι­ά­λειμ­μα, καί­τοι ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ κρύ­ψει τὴν ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α του. «Ἐν­νιὰ μῆ­νες δὲν εἶ­ναι λί­γοι...» Ἡ φω­νή της εἶ­χε βρα­χνιά­σει τώ­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν κα­πνό. «Θὰ σὲ προ­σέ­ξουν σὰν νὰ εἶ­σαι τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἐ­ξάλ­λου, πό­σα θὰ ἔ­βγα­ζες στὸ ἴ­διο δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποῦ κά­νεις;» Πιὸ μα­κριά τους, ἕ­νας νε­α­ρὸς μὲ κα­πέ­λο τζό­κε­η, κά­νον­τας ἀ­στεί­ους μορ­φα­σμούς, πέ­τα­ξε στὸν ἀ­πέ­ναν­τί του μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα ποὺ εἶ­χε σχη­μα­τί­σει σὲ μπά­λα. Ἡ γυ­ναί­κα πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὴ σκη­νὴ ἀ­φη­ρη­μέ­νη.
 

Πηγή: Ἡ παρουσία (διηγήματα), ἐκδ. Κέδρος 2010.

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου