Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Δω­ρι­κὲς Κυ­κλά­δες



Της Μαρίας Γκέκη
ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ, μαυ­ρο­τσού­κα­λο. Φο­ροῦ­σε ρι­χτὰ μαῦ­ρα ροῦ­χα, ἴ­σα νὰ τὸ κα­λύ­ψει μὲ τὸ πέν­θος τῆς κοι­νό­τη­τας, τῆς θε­μω­νιᾶς ὅ­πως τὴν ἔ­λε­γαν στὰ μέ­ρη τους. Τὸ σῶ­μα της, ξε­ρὸ ὀ­ρει­νὸ το­πί­ο τῆς Φο­λε­γάν­δρου. Μιὰ κο­ρυ­φο­γραμ­μὴ ξυ­ρα­φι­σμέ­νη ἀ­π’ τὸ Βο­ριά, πα­λαι­ό τους συμ­παί­χτη στὶς μου­σι­κές, ὄ­χι σὰν τὸν ἄλ­λο τὸν θε­ομ­παί­χτη τὸν Γαρ­μπή. Αὐ­τὸν τὸν τρέ­μαν στὸ Κα­ρα­βο­στά­σι.

       Τὸ πέν­θος βα­ρύ, γιὰ ἕ­να παι­δὶ ἐ­τῶν δε­κα­τεσ­σά­ρων ποὺ στού­κα­ρε μὲ τὸ μη­χα­νά­κι, βού­τη­ξε ἀ­π’ τὰ ψη­λά, στὴ Χρυ­σο­σπη­λιὰ νὰ γρά­ψει τὸ ὄ­νο­μά του κα­τὰ τὸ ἔ­θι­μο τ’ ἀρ­χαῖ­ο. Χά­ρης - Χά­ρος, αἰ­ώ­νιοι ἀ­γα­πη­μέ­νοι. Τὸ κα­κὸ σα­ράν­τα μέ­ρες ἔ­κλει­νε, τὸ δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο. Νέ­κρω­σε τὰ πα­νη­γύ­ρια τοῦ Ἰ­ου­λί­ου, ὅ­πως πέ­θα­ναν τὰ κα­λο­καί­ρια στὰ νη­σιά, ἀ­π’ ὅ­ταν ἔ­κα­ναν τὸν του­ρι­σμό, βα­ριὰ βι­ο­μη­χα­νί­α. Οἱ ξέ­νοι ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να ἤρ­θα­νε νὰ τοὺς συμ­βου­λέ­ψουν τί εἴ­δους «φου­γά­ρα» νὰ στή­σουν στὸ νη­σί. «Ἀ­να­τυ­πω­μέ­να λευ­κὰ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να δω­μά­τια μὲ λου­λα­κὶ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­λου­μι­νί­ου. Ἴ­σι­ες τα­ρά­τσες.»

       Ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς φι­λέ­ψουν, ἔ­σφα­ξε τὸ πρω­ὶ τὸν κό­κο­ρα, ξά­να­ψε τὸ αἷ­μα της, τό ’σβῆ­σε μὲ κρα­σί. Ξε­ρό, δι­κό της. Τὸ βρά­δυ πῆ­ρε θέ­ση πλά­ι στὸν ἄν­τρα της ποὺ ἔ­παι­ζε τὴ τσαμ­πού­να. Ἦ­ταν καὶ τ’ ἄλ­λα ὄρ­γα­να ἐ­κεῖ πα­ρόν­τα, κι οἱ μαῦ­ρες ται­νί­ες στὰ που­κά­μι­σά τους. Ἀλ­λὰ εἴ­χα­νε κλεί­σει οἱ ξέ­νοι το τρα­πέ­ζι ἕ­να μή­να καὶ βά­λε πρὶν γί­νει τὸ κα­κό. Ὑ­πο­χρέ­ω­ση κι ἡ μιά, κι ἄλ­λη με­γα­λύ­τε­ρη. Συμ­φώ­νη­σαν νὰ μὴ χο­ρέ­ψουν οἱ ντό­πιοι γιὰ νὰ συμ­βι­βά­σουν τ’ ἀ­συμ­βί­βα­στα.

       Οἱ ξέ­νοι γλέν­τα­γαν, στρι­φο­γύ­ρι­ζαν ἄλ­λος βή­μα­τα κα­λα­μα­τια­νοῦ ἄλ­λος πα­ρα­πα­τή­μα­τα ζε­ϊμ­πέ­κι­κου στὸν ἴ­διο κύ­κλο. Κά­τι κυ­ρά­δες, πέ­τα­ξαν τὰ λι­γο­στά τους ροῦ­χα, εἶ­δε τὰ κάλ­λη τους τὸ φεγ­γά­ρι, πῆ­γαν μα­ζὶ νὰ πέ­σουν στὰ νε­ρά, στὴν Ἀγ­κά­λη. Γδυ­τοί, Θε­έ μου ’σχώ­ρα με καὶ στὸ δεῖ­πνο, εἶ­πε μιὰ γριὰ κι ἔ­φτυ­σε στὸν κόρ­φο της. Τὸ σῶ­μα της, σα­ράν­τα χρο­νῶν, δὲ βού­τη­ξε στὴ θά­λασ­σα. Πό­τε κρύ­ω­νε πό­τε κά­ψω­νε. Τὸ ὕ­φα­νε σὰν ἀρ­γα­λει­ὸς ἡ ἁρ­μύ­ρα ποὺ χω­νό­ταν μέ­σα στὸ κρεβ­βά­τι της. Τὸ ἔ­ψη­νε ὁ ἥ­λιος, μὲ τὶς ἀ­φά­νες στὸν πυ­ρο­φοῦρ­νο. Ἄ­να­βε λαμ­πά­δα, στὸ χο­ρό.

       Κρα­σὶ δὲν ἤ­πι­ε, μπου­κιὰ δὲν ἔ­φα­γε, ἡ μου­σι­κὴ ἀ­γρί­ε­ψε τὰ πό­δια της. Ὄρ­θια τὴν σή­κω­σαν. Φεύ­γω εἶ­πε, δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο. Σι­γα­νά, θυ­μω­μέ­να, γε­μά­τη ντρο­πή, «ἔ­χου­με πέν­θος, δὲν ἀ­κοῦ­τε;» συμ­πλή­ρω­σε. Κα­τέ­βη­κε μιὰ σκά­λα στὴ δη­μο­σιὰ κι ἔ­στρι­ψε ἀ­πό­το­μα στὸ πρῶ­το στε­νο­σό­κα­κο. Τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα. Μέ­σα στὴ νύ­χτα δὲ μ’ εἶ­δε. Ἀ­νέ­μι­σε τὸ μαν­τή­λι. Δυ­νά­μω­σαν σὰ ταμ­ποῦρ­λα τὰ τρι­ζό­νια. Στρίγ­γλι­ζε τὸ βι­ο­λὶ καὶ τσούγ­γρι­ζε τὰ ξάρ­τια τῶν ἱ­στι­ο­φό­ρων ἡ τσαμ­πού­να.

       Τὸ σῶ­μα της ἀ­γρι­ο­κά­τσι­κο. Ἄ­στρα­ψαν τὰ ροῦ­χα της στὸ φῶς τῆς σε­λή­νης. Ἀ­πο­γει­ώ­θη­κε. Τὸ μαν­τή­λι της πι­ά­στη­κε στὸ καμ­πα­να­ριό. Ὁ χο­ρός της πά­τη­σε τὸ θά­να­το. Ὁ χο­ρός της ἀ­νέ­στη­σε τὸν Χά­ρη. Χα­μο­γέ­λα­σε. Εἶ­χε ἕ­να δόν­τι, δα­νει­κὸ ἀ­π’ τὴν Ἐ­νυ­ώ, γριὰ ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ της.
.
.

Πηγή:ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Μα­ρί­α Γκέ­κη (Νί­και­α, 1961). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ δη­μό­σιο Νη­πι­α­γω­γεῖ­ο. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Δι­η­γή­μα­τά της ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἀρ. 3 κα­θὼς καὶ στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος, δι­α­δρο­μὴ 2014.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου