Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ «ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς» .

 .
Στιγ­μι­ό­τυ­πα τοῦ βί­ου του καὶ γρα­φὴ τοῦ στιγ­μι­ό­τυ­που

του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ
. 

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΟΝΟΜΑ τοῦ Peter A­l­t­e­n­b­e­rg (1859-1919), ὁ­ρι­σμέ­νως ἑ­βραί­ου, ὁ­ρι­σμέ­νως κο­σμο­πο­λί­τη καὶ ἀ­νέ­στιου σκι­τσο­γρά­φου τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, εἶ­ναι R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er. Μό­νι­μος πλέ­ον κά­τοι­κος τῆς Βι­έν­νης καὶ θα­μώ­νας τοῦ C­a­fé Cen­tral, ὅ­που μᾶς ὑ­πο­δέ­χε­ται σή­με­ρα ὑ­πὸ μορ­φὴν πε­πι­ε­σμέ­νου χαρ­τιοῦ, ἐν­δε­δυ­μέ­νος ροῦ­χα ἐ­πο­χῆς, ἀ­νέγ­γι­χτος στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τὸν θαύ­μα­σαν ὁ K­a­rl K­r­a­us, ὁ A­r­thur Schni­tzler, ὁ H­u­go v­on H­o­f­m­a­n­n­s­t­h­al, ἡ Βι­έν­νη τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸν Rilke εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος ἀγ­γε­λι­α­φό­ρος τῆς μον­τέρ­νας Βι­έν­νης: κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο ἡ πό­λη χτί­ζε­ται πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ μὲ θε­μέ­λια τὰ ἐ­σώ­τε­ρα στοι­χεῖ­α της. Τὸν ἔ­κρι­ναν μὲ συμ­πά­θεια ὁ T­h­o­m­as M­a­nn καὶ μὲ κα­τα­νό­η­ση οἱ συμ­πο­λί­τες φί­λοι ποὺ συν­τή­ρη­σαν μὲ πολ­λὲς δυ­σκο­λί­ες τὴν πέννα του, τὴν ἀν­θρω­πι­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ τα­πει­νὸ καὶ τὸ φευ­γα­λέ­ο. Ἥ­ρω­ές του οἱ ἀ­νώ­νυ­μοι, οἱ πα­ρα­δο­μέ­νοι στὴ φθο­ρά, οἱ σι­ω­πη­λοί. Ἕ­νας θυ­μό­σο­φος Σω­κρά­της τῶν βι­εν­νέ­ζι­κων δρό­μων καὶ κα­φε­νεί­ων, αὐ­τοῦ τοῦ ὑ­πο­δο­χέ­α καὶ ἀν­τη­χεί­ου τῶν θο­ρύ­βων τῆς B­e­l­le É­p­o­q­ue, τοῦ F­in de s­i­è­c­le, τοῦ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ πλη­θω­ρι­σμοῦ. Περ­πά­τη­σε στὴ με­σαί­α γραμ­μὴ τῆς Βι­έν­νης, ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ ἔ­βλε­παν στὴν πό­λη τὴν ἁρ­μο­νί­α καὶ τὴν ὡ­ραι­ό­τη­τα, καὶ ἐ­κεί­νους ποὺ τὴν θε­ω­ροῦ­σαν προ­κε­χω­ρη­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα αὐ­το­α­ναί­ρε­σης τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Λη­σμο­νη­μέ­νος, τὴν ἐ­παύ­ριο κι­ό­λας τοῦ θα­νά­του του, ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg (τὸ ὄ­νο­μά του ση­μαί­νει τὴν πέ­τρα, τὸ ἀρ­χαῖ­ο βου­νό, τὸν σκλη­ρὸ ὄγ­κο) ἐ­πι­στρέ­φει μὲ τὸ πι­κρό, εἰ­ρω­νι­κό του χα­μό­γε­λο στὸ γύ­ρι­σμα τοῦ νέ­ου αἰ­ώ­να. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φο­ρή­θη­καν στὴν Γερ­μα­νί­α ἅ­παν­τα τὰ σκί­τσα του σὲ κα­λαί­σθη­τη τρί­το­μη ἔκ­δο­ση (D­as B­u­ch d­er B­ü­c­h­er, W­a­l­l­s­t­e­in V­e­r­l­ag, G­ö­t­t­i­n­g­en 2009).
       Καλ­λι­έρ­γη­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ τὴ «σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α», αὐ­τὴν ποὺ δι­α­σώ­ζει τὸ τυ­χαῖ­ο ἀ­νά­με­σα στὰ θο­ρυ­βώ­δη θραύ­σμα­τα τῶν πα­ράλ­λη­λων μο­νο­λό­γων τῶν θα­μώ­νων τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἀ­παι­τών­τας τὴ μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τὴ δα­πά­νη. Ἄ­θε­λά του (;) ὑ­πο­νό­μευ­σε τὴ μα­κρό­πνο­η ἀ­φή­γη­ση, τὴ με­γά­λη λο­γο­τε­χνί­α, τὴ σύν­θε­τη πλο­κή, προ­κρί­νον­τας τὸ σύν­το­μο, νευ­ρῶ­δες, αἱ­ρε­τι­κὸ ἀ­φή­γη­μα κα­τὰ τὸ πρό­τυ­πο τοῦ P­oe καὶ τοῦ B­a­u­d­e­l­a­i­re.
Ἀ­πέ­ναν­τι στὴν τά­ξη τῶν γι­γάν­των τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἀ­πὸ τὸν D­o­s­t­o­j­e­v­s­ki ὣς τὸν T­h­o­m­as M­a­nn, εἶ­ναι ὁ k­l­e­i­n­er M­a­nn, ὁ βρα­χύ­σω­μος γρα­φιὰς τῶν ἄ­ναρ­χων f­e­u­i­l­l­e­t­o­ns, τῶν ἀλ­λε­πάλ­λη­λων ὁ­μοι­ω­μά­των καὶ ἀν­τι­γρά­φων ποὺ κα­ταρ­γοῦν τὴν ἔν­νοι­α τοῦ πρω­το­τύ­που. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μο­σι­ο­γρα­φῶν ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg, αὐ­τὸς ὁ «ἀ­φρο­ε­ρευ­νη­τὴς τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας», πε­ρι­ό­ρι­σε τὶς ἔμ­μο­νες ἰ­δέ­ες του σὲ ἀγ­γε­λί­ες τοῦ ἡ­με­ρή­σιου τύ­που, σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα πρὸς ἀ­νώ­νυ­μους δυ­νη­τι­κοὺς ἀ­γο­ρα­στές, σὲ ἀ­ναλ­φά­βη­τους καὶ σὲ ὦ­τα μὴ ἀ­κου­όν­των.
       Στὸν πρα­κτι­κὸ το­μέ­α τῆς ζω­ῆς δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει κά­τι. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὶς σπου­δὲς στὴ Νο­μι­κὴ καὶ μιὰ κα­λὴ θέ­ση σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο οἰ­κο­γε­νεια­κοῦ φί­λου. Πρώ­τη ἰ­α­τρι­κὴ δι­ά­γνω­ση: «Ὑ­πε­ρευ­αί­σθη­το νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα». Εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ τοῦ μο­να­χι­κοῦ δρό­μου ἑ­νὸς γνή­σιου μπο­έμ. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο (W­ie i­ch es s­e­he [Ὅ­πως τὸ βλέ­πω ἐ­γώ]) κυ­κλο­φο­ρή­θη­κε τὸ 1896: πέ­να λε­πτὴ ποὺ δι­στά­ζει ἀ­νά­με­σα στὸ ρε­πορ­τὰζ καὶ τὴ χα­μη­λὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φω­νή. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ο­τυ­πί­α (στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς θυ­μί­ζει τὸν Μη­τσά­κη τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ στὴν Ἀ­θή­να) θὰ τὸν ἀ­να­γο­ρεύ­σει σύν­το­μα σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους αὐ­στρια­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τῆς στρο­φῆς τοῦ αἰ­ώ­να. Ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ ρεῦ­μα τοῦ S­i­m­p­l­i­c­i­s­s­i­m­us, συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰD­ie F­a­c­k­el (Ὁ πυρ­σός) τοῦ K­a­rl K­r­a­us καὶ D­ie Schaubü­h­ne (Ἡ σκη­νή, Βε­ρο­λῖ­νο). Ὁ E. F­r­i­e­d­e­ll τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­νει μία μο­νο­γρα­φί­α. Τί­τλος: E­c­ce p­o­e­ta. Πα­ρα­με­ρί­ζουν καὶ στὴν Βι­έν­νη, «γιὰ νὰ πε­ρά­σει ὁ ποι­η­τής». Ὑ­περ­βο­λές; Ὁ A­l­b­an B­e­rg με­λο­ποι­εῖ «πέν­τε εἰ­κό­νες» του. T­ὶς ἐ­νορ­χη­στρώ­νει ὁ Ar­nold S­c­h­ö­n­b­e­rg. Εἰ­σό­δια στὸν να­ὸ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Γρή­γο­ρα, ὅ­μως, θὰ τὸν κα­τα­βά­λουν τὸ πο­τό, ἡ ἀ­νέ­χεια, ἡ ἐν­δο­γε­νὴς μό­νω­ση. Ἀ­πὸ τὸ 1910 πε­ρι­φέ­ρε­ται σὲ κλι­νι­κὲς καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Κύ­κνει­ον ἀ­σμά­τιον: M­e­in L­e­b­e­n­s­a­b­e­ndἩ δύση τῆς ζω­ῆς μου (1919).
.
Τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg. Ἐ­πι­τα­γὴ τοῦ F­in de s­i­è­c­le;
. 
­ταν τοῦ ζη­τή­σουν νὰ ­ξη­γή­σει τὴν ἐμ­μο­νή του στὴ «μι­κρὴ φόρ­μα», ­παν­τᾶ: «Οἱ ἐν­τυ­πώ­σεις μου δὲν ­χουν διά­ρκεια. Εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ‘ὀρ­γα­νι­κῆς ἀ­δυ­να­μί­α­ς’ […­]. Ὁ κό­σμος πα­ρα­έ­γι­νε πλού­σιος, γιὰ νὰ χά­νει τὸν και­ρό του μὲ ὁ­τι­δή­πο­τε. Ἔ­χω ἕ­ναν ἐ­πι­τα­χυ­μέ­νο με­τα­βο­λι­σμό! Δὲν μπο­ρῶ νὰ μα­κρη­γο­ρῶ. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι ἕ­νας ἰ­δα­νι­κὸς κι­νη­μα­το­γρά­φος» (ἀ­χρο­νο­λό­γη­τη ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν μου­σι­κο­λό­γο R­o­b­e­rt H­i­r­s­c­h­f­e­ld [1857-1914]). Πύ­κνω­ση τῆς ποι­η­τι­κῆς του ἀλ­λὰ καὶ σύμ­πτω­μα τῆς ἐ­πο­χῆς του, τοῦ F­in de s­i­è­c­le ποὺ ἐ­πέ­βα­λε τὴ σύν­το­μη φόρ­μα πλά­ϊ στὸ σύν­το­μο (ἀν­τι­ε­πι­κὸ) ποί­η­μα, τὸν ἀ­φο­ρι­σμό, τὸ πε­ζο­τρά­γου­δο, τὸ συ­νο­πτι­κὸ δο­κί­μιο. Ἐ­δῶ ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ λο­γο­τέ­χνη συ­ναν­τι­έ­ται μὲ τὸ Z­e­i­t­g­e­i­st, τὴν ἀ­πό­λυ­τη ‘χρο­νι­κὴ λι­τό­τη­τα’. Λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀν­τα­να­κλα­στι­κὴ ἀρ­χὴ ἑ­νὸς με­τα­να­του­ρα­λι­στι­κοῦ ρεύ­μα­τος τοῦ ὑ­πο­κει­με­νι­σμοῦ. Εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ τῆς «νε­α­ρό­τα­της Γερ­μα­νί­ας» [D­as jüng­ste D­e­u­t­s­c­h­l­a­nd], οἰ­κο­δο­μη­μέ­νης μὲ κρα­τί­δια-θραύ­σμα­τα, ἀλ­λὰ καὶ τῆς νε­α­ρῆς Βι­έν­νης [D­as j­u­n­ge W­i­en] μὲ ἰ­σχυ­ρὰ ἀ­κό­μη τὰ ἐ­ρεί­σμα­τα τοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ. Ὁ ρο­μαν­τι­σμὸς πα­ρα­τεί­νε­ται ὣς τὸ τέ­λος τοῦ αἰ­ώ­να, ἐ­νῶ τὸ κο­σμο­εί­δω­λο δί­νει τὴ θέ­ση του στὸ στιγ­μι­ό­τυ­πο. Ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πο­λι­τι­κή, τε­χνο­λο­γι­κή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὁ­λό­τη­τα ὁ τε­θραυ­σμέ­νος ψυ­χι­κὸς ‘μι­κρό­κο­σμο­ς’ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σύν­θε­τος καὶ πα­ρά­λο­γος. Τὸ θραῦ­σμα ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὴ γρα­φή. Τὴν ὀ­νο­μά­ζουν, ἐλ­λεί­ψει εἰ­δο­λο­γι­κοῦ προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ, «S­t­u­d­ie», «F­r­a­g­m­e­nt», καί, προ­πάν­των, «S­k­i­z­ze». Ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg ἐ­πι­νο­εῖ ἀ­κό­μη τὸν ὅ­ρο «πεν­τά­λε­πτη σκη­νή», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χουν δι­α­λο­γι­κὰ χω­ρί­α. Σὲ ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν φί­λο του H. B­a­hr μι­λᾶ γιὰ «ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς». Ἐ­πι­τεί­νει τὴ σύγ­χυ­ση καὶ μὲ ἄλ­λα βα­πτι­στι­κά: πα­ρα­μύ­θι, μῦ­θος, μπα­λάν­τα, ἔκ­θε­ση ἢ πα­ρα­βο­λή. Ἀ­κό­μη καὶ «ἄ­νυδ­ρη πραγ­μα­τεία». Ἐ­πι­κρα­τεῖ ὅ­μως τὸ «σκί­τσο» ποὺ τὸ 1900 φαί­νε­ται νὰ ἀ­πο­δί­δει τὴν πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νη, ἐ­πί­και­ρη, στυ­λι­ζα­ρι­σμέ­νη ἐκ­φρα­στι­κὴ μορ­φή. Ἄλ­λοι συγ­κρί­νουν τὴ γρα­φή του μὲ τὴν ἰ­α­πω­νι­κὴ πε­ρι­γρα­φι­κὴ ἀ­φαί­ρε­ση. «Εἶ­ναι ἕ­νας Ἰ­ά­πω­νας, ἢ γνή­σιο βλα­στά­ρι τῶν Ἰ­α­πώ­νων, ἕ­νας προρ­ρα­φα­η­λί­της» (O. S­t­o­e­s­sl, D­as M­a­g­a­z­in f­ür Li­te­ra­tur, 1896). Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, κρί­νει ὁ E. F­r­i­e­d­e­ll, «ἀ­νοί­γει ὁ δρό­μος γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ μι­κροῦ σχή­μα­τος, ἐ­πει­δὴ ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος δὲν θέ­λει ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ λη­στεύ­ει τὸν χρό­νο, ἀλ­λὰ τὸν ἐ­ξοι­κο­νο­μεῖ. Βι­βλί­ο ‘ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ’ ποὺ αἰχ­μα­λω­τί­ζει, δὲν κα­τα­πο­νεῖ καὶ ‘συγ­κρα­τεῖ’ τὸν χρό­νο». Ἡ ἀ­κρι­βὴς στὰ μέ­τρα γρα­φῆς τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg γρα­φή.
.
Ἑ­κα­τὸ χρό­νια με­τά, στὸ νέ­ο F­in de s­i­è­c­le, ἡ ἔ­κρη­ξη τοῦ μι­κροῦ (ἢ ὑ­πέρ­μι­κρου) δι­η­γή­μα­τος (βλ. «Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς ‘ὅ­ρου’», Πλα­νό­διον, Ἰ­ού­νιος 2011, τχ. 50, 296) ἀ­να­γνω­ρί­ζει πολ­λοὺς θι­α­σῶ­τες ἀλ­λὰ ὄ­χι γεν­νή­το­ρες. Στὸν μᾶλ­λον λη­σμο­νη­μέ­νο σή­με­ρα P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg (καὶ τὸν βι­εν­νέ­ζι­κο κύ­κλο του) θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ ἡ τι­μὴ τοῦ θιασώτη, του­λά­χι­στον γιὰ τὸ πά­θος καὶ τὴ συ­νέ­πεια ποὺ ἔ­δει­ξε, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν εἰ­λι­κρι­νὴ ἀ­φο­σί­ω­σή του στὸ τα­πει­νό, ἀ­νώ­νυ­μο ὑ­πη­ρε­τι­κὸ προ­σω­πι­κὸ τῶν μι­κρῶν ξε­νο­δο­χεί­ων. Στὴν ἐ­πο­χή μας τὸν θαύ­μα­σε ὁ T­h­o­m­as Bern­hard (1931-1989), θι­α­σώ­της καὶ αὐ­τὸς τοῦ βι­εν­νέ­ζι­κου κα­φε­νεί­ου, ἀ­να­χω­ρη­τὴς τοῦ G­m­u­n­d­en (ὅ­που πέ­θα­νε), ὁ­δη­γη­μέ­νος ἐ­κεῖ πι­θα­νὸν ἀ­πὸ τὰ ἐ­ξαί­σια «σκί­τσα» τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg. Ἡ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ στά­ση, ἡ ρο­ϊ­κή, θραυ­σμα­τι­κὴ γρα­φὴ τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg ἐ­πι­βι­ώ­νουν καὶ στὸν χα­ρα­κτή­ρα τῶν κει­μέ­νων τῆς E­l­f­r­i­e­de J­e­l­i­n­ek (1946). Γρα­φὴ βι­ω­μα­τι­κή, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη στά­ση καὶ ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο ψυ­χι­σμὸ τῶν τρι­ῶν (τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg, τοῦ B­e­r­n­h­a­rd, τῆς J­e­l­i­n­ek) ἀ­πέ­ναν­τι στὸν κοι­νω­νι­κὸ πε­ρί­γυ­ρο καὶ τὰ ἐ­πί­μο­να αἰ­τή­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς των.
.
Λι­ψί­α, Ἰ­ού­λιος 2011
.
Πη­γές:
Egon Friedell, Das Altenberg-Buch, Wien 1922.
P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, D­ie L­e­b­e­n­s­m­a­s­c­h­i­n­e­r­ie. ­πί­με­τρο E­l­ke E­rb, R­e­c­l­am, L­e­i­p­z­ig 1980.
I­r­e­ne K­ö­w­er, P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg a­ls A­u­t­or d­er l­i­t­e­r­a­r­i­s­c­h­en K­l­e­i­n­f­o­rm [ P.A. ὡς συγ­γρα­φέ­ας τῆςμι­κρῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας]. Ἐκδ. P­e­t­er L­a­ng, F­r­a­n­k­f­u­rt <M.­>, B­e­rn, N­ew Y­o­rk, P­a­r­is 1987.
P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, S­o­m­m­e­r­a­b­e­nd in G­m­u­n­d­en. ­πί­με­τρο B. S­p­i­n­n­en, Schöf­fling & Co., Frank­furt <M.> 1997.
P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, D­ie S­e­l­b­s­t­e­r­f­i­n­d­u­ng e­i­n­es D­i­c­h­t­e­rs. B­r­i­e­fe u­nd D­o­k­u­m­e­n­te 1892-1896. ­πι­μέ­λεια καὶ ­πί­με­τρο L­e­on A. L­e­n­s­i­ng, W­a­l­l­s­t­e­in V­e­r­l­ag, G­ö­t­t­i­n­g­en 2009.
Rainer Maria Rilke, «Μο­ντέρ­να ποί­η­ση» [1898], Μι­κρὰ δο­κί­μια γιὰ τὴν τέ­χνη. Μτφρ. Ἰ. Πα­ρα­σκε­λί­δη, ἐ­πιμ. Π. Τσι­νά­ρη, Printa, Ἀ­θή­να 2010.
 .
Bonsai-03c-GiaIstologio-04.
Πηγή: ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ Πρώτη δημοσίευση.

Σταμ­που­λοῦ, Συ­με­ὼν Γρ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)·Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, Ἀ­πὸ τὴν ἐ­λε­γεί­α στὸ ἐ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν,Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).
Εἰκόνα: Πορτραῖτο τοῦ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ. Ἔργο (1909) τοῦ ζωγράφου Gustav Ja­ger­spacher (; -1929).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου