Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου: Σὲ ἐ­λεύ­θε­ρη πτώ­ση




ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΦΑΝΗΚΕ ἡ σκιὰ ἑ­νὸς σώ­μα­τος ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὰ κάγ­κε­λα τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ καὶ ἔ­σκυ­βε πρὸς τὰ κά­τω σ’ ἕ­να στε­νό τῆς πό­λης λί­γο πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο, μιὰ λε­πτὴ σκιὰ ποὺ κι­νή­θη­κε δυ­ὸ τρεῖς φο­ρὲς πα­λιν­δρο­μι­κὰ καὶ ἔ­γει­ρε ἐ­λα­φρὰ πρὸς τὸ δρό­μο ἀ­πὸ ὅ­που περ­νοῦ­σε ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἕ­νας πο­δη­λά­της μὲ σκοῦ­φο καὶ μπου­φὰν καὶ ἂν ὑ­πῆρ­χε τὸ φῶς τῆς μέ­ρας θὰ ἔ­βλε­πε κα­νεὶς τὸ μπλὲ μπου­φὰν καὶ τὰ κόκ­κι­να ἀ­θλη­τι­κὰ πα­πού­τσια ποὺ φο­ροῦ­σε, ἀλ­λὰ ἦ­ταν βρα­δά­κι ἐν­νιὰ ἢ ἐν­νιὰ καὶ κά­τι ὥ­στε μό­νο τὰ πα­πού­τσια του φω­σφό­ρι­ζαν ἐ­νό­σω ἡ σκιὰ ἔ­σκυ­βε θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς γιὰ νὰ δεῖ κα­λύ­τε­ρα ἀλ­λὰ ὄ­χι, κοί­τα­ξε μιὰ στιγ­μὴ μό­νο κά­τω καὶ με­τὰ γύ­ρι­σε πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­στέ­ρια ἀλ­λὰ ἦ­ταν γκρί­ζος σὰ μου­τζού­ρα ἐ­νῶ ἀ­πὸ πί­σω της ἀ­κου­γό­ταν ξε­ψυ­χι­σμέ­να καὶ κο­φτὰ για­τὶ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ἀ­έ­ρας ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ μπά­σο καὶ μιὰ βρα­χνὴ ἀν­τρι­κὴ φω­νὴ
καὶ με­τὰ ἕ­να πό­δι ξε­πρό­βα­λε στὸ κάγ­κε­λο καὶ ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ ἀ­κί­νη­το λί­γη ὥ­ρα ἴ­σως με­ρι­κὰ λε­πτά, τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς ποὺ περ­νοῦ­σαν κά­τω ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι ἕ­να ζευ­γά­ρι ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι μὲ σα­κοῦ­λες ἀ­πὸ σοῦ­περ μάρ­κετ καὶ ἀ­κουμ­ποῦ­σε ὁ γέ­ρος τὴ γριὰ στὴν πλά­τη ἀλ­λὰ δὲν πρό­σε­ξαν τὸ πό­δι ποὺ αἰ­ω­ροῦν­ταν πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια τους κα­θὼς μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ γε­λοῦ­σαν καὶ σὰ νὰ πεί­ρα­ζε ὁ γέ­ρος τὴ γριὰ γιὰ κά­τι ποὺ ἔ­κα­νε ἢ εἶ­πε ἀλ­λὰ ἦ­ταν γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια τους τὸ πό­δι χω­ρὶς νὰ τοῦ δώ­σουν ση­μα­σί­α καὶ με­τὰ ἔ­στρι­ψαν κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν στὴ γω­νί­α, ἐ­νῶ ἡ σκιὰ κι­νή­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἐ­πά­νω στὸ κάγ­κε­λο βγά­ζον­τας καὶ τὸ ἄλ­λο πό­δι καὶ κά­τι ἀ­κού­στη­κε τό­τε σὰ νι­α­ού­ρι­σμα ἀ­π’ τὰ σκου­πί­δια ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ ὅ­που μί­α γά­τα ἔ­βγα­λε ξαφ­νι­κά τὸ κε­φά­λι μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν πρά­σι­νο κά­δο ἀ­πορ­ριμ­μά­των γλεί­φον­τας τὰ μου­στά­κια της καὶ τό­τε ἡ σκιὰ μὲ μιὰ ξαφ­νι­κὴ ὤ­θη­ση πρὸς τὰ μπρὸς βρι­σκό­ταν ἤ­δη στὸν ἀ­έ­ρα καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μό­νο ἴ­σως γιὰ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο αἰ­ω­ρή­θη­κε λί­γο πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κάγ­κε­λο με­ρι­κὰ ἑ­κα­το­στὰ ὄ­χι πιὸ πο­λὺ κι ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νὰ ἁ­πλώ­νε­ται στὶς προ­σό­ψεις καὶ τὰ τζά­μια τῶν δι­α­με­ρι­σμά­των κι ἐ­νῶ ἀ­κού­στη­κε τὸ μποὺμ ἀ­πὸ σῶ­μα ποὺ πέ­φτει ὑ­πα­κού­ον­τας στὸ νό­μο τῆς βα­ρύ­τη­τας καὶ ὅ­ταν φτά­σει κά­τω προ­σκρού­ει σὲ κά­τι συμ­πα­γὲς καὶ σκλη­ρὸ ὅ­πως ἂς ποῦ­με στὸ τσι­μέν­το ἑ­νὸς πε­ζο­δρο­μί­ου ἡ σκιὰ συ­νέ­χι­σε ν’ ἁ­πλώ­νε­ται σὲ ὅ­λο το στε­νὸ ἔ­τσι ποὺ ἕ­νας κου­τσὸς σκύ­λος ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε βι­α­στι­κὰ κι ἕ­νας νε­α­ρὸς μὲ ἀ­κου­στι­κὰ καὶ ρυθ­μι­κὸ περ­πά­τη­μα πά­γω­σε ἐ­πὶ τό­που καὶ στά­θη­κε ἐ­κεῖ στὴ μέ­ση του δρό­μου ἄ­φω­νος χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει τί νὰ κά­νει, μο­νά­χα ἔ­κλει­σε τὴ μου­σι­κή.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου (Κο­μο­τη­νή, 1968). Ἐρ­γά­ζο­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νό της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στην Book’s Journal τχ.61, ἐ­νῶ τὸ δι­ή­γη­μά της «Τὸ τσίρκο» ἔ­χει δι­α­κρι­θεῖ στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ μὲ θέμα Hotel XXX ἄ­σε­μνες ἱ­στο­ρί­ες (ψηφιακὸς τόμος, ἐκδ. Πατάκης).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου