Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Ἀλεξὰντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын) : Ἡ λίμνη Σεγκντέν




ΓΙΑ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΑΥΤΗ δὲν γρά­φουν οὔ­τε μι­λοῦν φω­να­χτά. Κι ὅ­λοι οἱ δρό­μοι ποὺ ὁ­δη­γοῦν σ’ αὐ­τὴν εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­σμέ­νοι, σὰ νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­ποι­ο μα­γι­κὸ κά­στρο. Πά­νω ἀ­π’ ὅ­λους τοὺς δρό­μους κρέ­με­ται μιὰ ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ πι­να­κί­δα, μὲ μιὰ ἁ­πλή, βου­βὴ γραμ­μή. Ὁ ἄν­θρω­πος ἢ τὸ ἄ­γριο ζῶ­ο ποὺ θὰ δοῦν στὸν δρό­μο τους αὐ­τὴ τὴ γραμ­μὴ θὰ πρέ­πει νὰ τὸ στρί­βουν. Τού­τη τὴ γραμ­μὴ τὴν το­πο­θε­τεῖ ἐ­κεῖ ἡ ἐ­πί­γεια ἐ­ξου­σί­α. Ση­μαί­νει: ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ τα­ξι­δεύ­ειν, ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ ἵ­πτα­σθαι, ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ βα­δί­ζειν καὶ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ ἕρ­πειν.

            Δί­πλα στοὺς δρό­μους, μέ­σα στὸ πυ­κνὸ πευ­κο­δά­σος, ἐ­νε­δρεύ­ουν φρου­ροὶ μὲ κον­τό­κα­να, πλα­τύ­στο­μα του­φέ­κια καὶ πι­στό­λια.

           Τρι­γυρ­νᾶς μέ­σα στὸ σι­ω­πη­λὸ δά­σος, ὁ­λο­έ­να τρι­γυρ­νᾶς καὶ γυ­ρεύ­εις τὸν τρό­πο νὰ φτά­σεις στὴ λί­μνη – δὲν θὰ τὸν βρεῖς, καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νεὶς νὰ ρω­τή­σεις: ὁ κό­σμος τρό­μα­ξε, κα­νεὶς δὲν συ­χνά­ζει σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δά­σος. Καὶ μο­να­χὰ παίρ­νον­τας στὸ κα­τό­πι τὸν ὑ­πό­κω­φο ἦ­χο ἀ­πὸ τὸ κου­δου­νά­κι μιᾶς ἀ­γε­λά­δας θὰ μπο­ρέ­σεις νὰ δι­α­σχί­σεις μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ δά­σος, ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ μο­νο­πά­τι τῶν ζώ­ων, μιὰ ὥ­ρα τοῦ με­ση­με­ριοῦ, κά­ποι­α βρο­χε­ρὴ ἡ­μέ­ρα. Μό­λις δεῖς τὴ λί­μνη νὰ γυ­α­λί­ζει, πε­λώ­ρια, ἀ­νά­με­σα στοὺς κορ­μοὺς τῶν δέν­δρων, πο­λὺ πρὶν τρέ­ξεις πρὸς τὸ μέ­ρος της, ἤ­δη τὸ γνω­ρί­ζεις: αὐ­τὴ τὴ γω­νί­τσα πά­νω στὴ γῆ θὰ τὴν ἀ­γα­πή­σεις γιὰ ὅ­λη σου τὴ ζω­ή.


           Ἡ λί­μνη Σεγ­κντὲν εἶ­ναι στρογ­γυ­λή, σὰν νὰ χα­ρά­χτη­κε μὲ δι­α­βή­τη. Ἂν φω­νά­ξεις ἀ­πὸ τὴ μί­α ὄ­χθη (ὅ­μως δὲν θὰ φω­νά­ξεις, γιὰ νὰ μὴν σὲ πά­ρουν χαμ­πά­ρι), στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη θὰ φτά­σει μό­νο μιὰ ἀλ­λοι­ω­μέ­νη ἠ­χώ. Ἡ λί­μνη βρί­σκε­ται μα­κριά. Εἶ­ναι πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸ πα­ρό­χθιο δά­σος. Τὸ δά­σος εἶ­ναι ἐ­πί­πε­δο, τὸ ἕ­να δέν­τρο εἶ­ναι δί­πλα στὸ ἄλ­λο, καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος οὔ­τε γιὰ ἕ­ναν πα­ρα­πα­νί­σιο κορ­μό. Ὅ­ταν φτά­σεις στὸ νε­ρό, βλέ­πεις ὅ­λη τὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῆς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νης ὄ­χθης: ἀλ­λοῦ ὑ­πάρ­χει μιὰ κί­τρι­νη λω­ρί­δα ἄμ­μου, κά­που ἕ­να γκρί­ζο κα­λα­μά­κι προ­βάλ­λει ἀ­μυ­νό­με­νο, κά­που ἀλ­λοῦ ἁ­πλώ­νε­ται τὸ νε­α­ρὸ γρα­σί­δι. Τὸ νε­ρὸ εἶ­ναι ἐ­πί­πε­δο, λεῖ­ο, δί­χως ρυ­τί­δες, κά­που-κά­που στὴν ὄ­χθη εἶ­ναι κα­λυμ­μέ­νο μὲ νε­ρο­φα­κές, κι ἔ­πει­τα ἕ­να δι­ά­φα­νο ἄ­σπρο – κι ὁ ἄ­σπρος βυ­θός.

           Πε­ρί­κλει­στο τὸ νε­ρό. Πε­ρί­κλει­στο καὶ τὸ δά­σος. Ἡ λί­μνη κοι­τά­ει τὸν οὐ­ρα­νό, ὁ οὐ­ρα­νὸς τὴ λί­μνη. Ἀ­κό­μα κι ἂν κά­τι ὑ­πάρ­χει στὴ γῆ ἢ πά­νω ἀ­πὸ τὸ δά­σος, αὐ­τὸ πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στο κι ἀ­ό­ρα­το. Ἀ­κό­μα κι ἂν κά­τι ὑ­πάρ­χει, ἐ­δῶ εἶ­ναι ἄ­χρη­στο καὶ πε­ριτ­τό.

          Νὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ ἐ­δῶ γιὰ πάν­τα… Ἐ­δῶ ἡ ψυ­χή, σὰν τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ τρε­μί­ζει, θὰ ρυ­ά­κι­ζε ἀ­νά­με­σα στὸ νε­ρὸ καὶ στὸν οὐ­ρα­νό, κι οἱ σκέ­ψεις θὰ κυ­λοῦ­σαν κα­θά­ρι­ες καὶ βα­θει­ές.

            Ὅ­μως ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Ὁ θη­ρι­ώ­δης πρίγ­κι­πας, ὁ ἀλ­λή­θω­ρος κα­κοῦρ­γος, κα­τέ­λα­βε μὲ τὴ βί­α τὴ λί­μνη: νά ἡ ντά­τσα του, νά καὶ τὸ μέ­ρος ὅ­που κο­λυμ­πά­ει. Τὰ παι­διά του ψα­ρεύ­ουν καὶ πυ­ρο­βο­λοῦν πά­πι­ες μέ­σα ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα. Στὴν ἀρ­χὴ ἐμ­φα­νί­ζε­ται λί­γος γα­λά­ζιος κα­πνὸς πά­νω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη, κι ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο ἀ­κοῦς τὴν του­φε­κιά.

          Ἐ­κεῖ, πί­σω ἀ­πὸ τὰ δά­ση, καμ­που­ριά­ζει καὶ σέρ­νε­ται ὅ­λη ἡ γύ­ρω πε­ρι­ο­χή. Ἐ­νῶ ἐ­δῶ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐ­νο­χλή­σει κα­νείς, οἱ δρό­μοι εἶ­ναι κλει­στοί, ἐ­δῶ οἱ ὑ­πο­τα­κτι­κοί τους ψα­ρεύ­ουν καὶ κυ­νη­γοῦν τὰ θη­ρά­μα­τα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γι’ αὐ­τούς. Ἰ­δοὺ καὶ τὰ ἴ­χνη: κά­ποι­ος ἑ­τοί­μα­ζε φω­τιά, κι αὐ­τοὶ τὴν ἔ­σβη­σαν μὲ τὴν πρώ­τη καὶ τὸν ἔ­δι­ω­ξαν.

            Ἔ­ρη­μη λί­μνη. Λί­μνη ἀ­γα­πη­μέ­νη.

            Πα­τρί­δα…

Ὁ Ἀ­λε­ξὰν­τρ Σολ­ζε­νί­τσιν διαβάζει τὸ πεζό του «Ἡ λίμνη Σεγκντέν»

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Издательство Эксмо, Москва 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κι­σ­λο­­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ.  Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου