Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς : Βρο­χὴ ὀ­νεί­ρων

ΞΥΠΝΑΣ ἐ­νῶ θὲς νὰ κοι­μᾶ­σαι μέ­χρι τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, νι­ώ­θεις ἀ­παί­σια, ἀ­κό­μη κι ἂν τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ εἶ­δες ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στο, ὅ­μως ἀ­ναγ­κά­ζε­σαι νὰ πᾶς γιὰ δου­λειά. Τὰ πό­δια σου βα­ρί­δια, σέρ­νε­σαι, ὅ­μως τὸ κά­νεις. Ἄλ­λα, πά­λι, ἐ­νῶ θέ­λεις νὰ ξυ­πνή­σεις δυ­στυ­χι­σμέ­νος, ἀ­φοῦ τὸ εἶ­χες σχε­δι­α­σμέ­νο γιὰ νὰ σὲ λυ­πη­θοῦν οἱ δι­κοί σου καὶ ἡ ζω­ή, ἐ­νῶ πά­λευ­ες ὅ­λη νύ­χτα μὲ ἐ­φιά­λτες καὶ ἄ­σχη­μα ὄ­νει­ρα, ση­κώ­νε­σαι μὲ ἀ­πί­στευ­τη δι­ά­θε­ση καὶ ἐ­νέρ­γεια, μιὰ ἀ­νε­ξή­γη­τη δύ­να­μη σὲ τρα­βά­ει πρὸς τὰ πά­νω, σὰ νὰ λύ­νεις τὰ σχοι­νιὰ ἀ­πὸ ἀ­ε­ρό­στα­το. Δὲ θέ­λου­με, ὅ­μως ἀ­ναγ­κα­ζό­μα­στε. Τὸ σχε­δι­ά­ζου­με, ὅ­μως ναυα­γεῖ. Πρω­ι­νὰ ξυ­πνή­μα­τα, μι­κρὲς ἀ­φε­τη­ρί­ες τῆς ζω­ῆς. Κά­θε μέ­ρα ζεῖς ἕ­να νέ­ο ξε­κί­νη­μα, μιὰ και­νούρ­για προ­σμο­νή, μιὰ νέ­α πλά­νη, μιὰ ἐλ­πί­δα τα­ξι­διά­ρα, ἕ­να ἀ­κό­μη ὄ­νει­ρο. Ὅ­πως αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πεις στὸν ὕ­πνο, ὅ­πως αὐ­τὰ ποὺ δι­η­γοῦν­ται δι­κοί σου ἄν­θρω­ποι, φί­λοι, γνω­στοὶ καὶ ἄ­γνω­στοι, ὅ­λοι.

         Ὅ­πο­τε ὀ­νει­ρεύ­ε­ται τὸν παπ­πού του, τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα βρέ­χει, μοῦ λέ­ει.
Καὶ κά­θε φο­ρὰ δι­ευ­κρι­νί­ζει: Ὄ­χι ὅ­τι κά­θε φο­ρὰ ποὺ βρέ­χει τὸν ἔ­χω δεῖ τὴν προ­η­γού­με­νη. Καὶ γε­λά­ει, εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. Ἀ­πὸ τὴ συ­νάν­τη­ση. Τὸ μό­νο σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­ταν τὸν δεῖ, βρέ­χει. Καὶ τὸ κά­θε ὄ­νει­ρο ἔ­χει τὴ δι­κή του ἑρ­μη­νεί­α, τὴ δι­κή του ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ποὺ τοῦ δί­νουν. Καὶ πε­ρι­μέ­νεις νὰ βγεῖ. Τὴν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι νὰ ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος σου ντυ­μέ­νη ὅ­πως δὲν τὴν εἶ­χες ξα­να­δεῖ, μό­νο γιὰ σέ­να, μὲ τὰ μαλ­λιὰ ριγ­μέ­να στοὺς ὤ­μους, βρεγ­μέ­να, ἀ­χτέ­νι­στα, μὲ τὰ μά­τια «πρά­σι­να ἀ­κρω­τή­ρια τῆς κα­λῆς ἐλ­πί­δας», ἀ­νοι­χτά, σὰν ὠ­κε­α­νός. Καὶ πε­ρι­μέ­νεις νά ’ρ­θει. Στη­μέ­νος στὴ δι­ά­βα­ση γιὰ νὰ πε­ρά­σεις τὴ λε­ω­φό­ρο. Σκέ­φτε­σαι. Εἶ­ναι πολ­λοὶ αὐ­τοὶ πού σοῦ λεί­πουν. Περ­πα­τᾶς κι ἀρ­χί­ζει τὸ ψι­λο­βρό­χι. Ποῦ νὰ βρί­σκον­ται, τί θὰ πρέ­πει νὰ συμ­βεῖ γιὰ νά ’ρ­θουν στὰ ὄ­νει­ρα; Καὶ πε­ρι­μέ­νεις νὰ δεῖς. Πλη­σιά­ζεις σ’ ἕ­να κα­φε­νέ, ἀ­πό­λαυ­ση ὁ ἑλ­λη­νι­κός, καὶ τὰ κο­ρί­τσια ἀ­πὸ τὴ σχο­λή, δί­πλα σου, μὲ βρεγ­μέ­να τὰ τζίν, μυ­ρί­ζουν γι­α­σε­μί. Καὶ ἡ βρο­χὴ μα­γι­κή. Δὲν εἶ­σαι σί­γου­ρος, ἂν ἔ­πρε­πε νὰ ση­κω­θεῖς ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ἂν ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νεις ξα­πλω­μέ­νος, δὲν εἶ­σαι σί­γου­ρος ἂν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι, ἂν ὅ­λα συμ­βαί­νουν μπρο­στά σου, ἂν εἶ­σαι στὴ δου­λειὰ ἢ στὸ ἀ­ε­ρό­στα­το. Τὸ μό­νο σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι βρέ­χει κι ἐ­κεί­νη πλη­σιά­ζει.

Πη­γή:ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ  Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ ΑΠΘ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς δι­α­φή­μι­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νη­σί­δες, 2009).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου