Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2020

Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση. Δελ­τί­ο#11]



[Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo[1]

Η ΜΙΚΡΟΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Emi­ly Ra­bo­teau, ποὺ δια­κρί­θη­κε στὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν IV διε­θνῆ δια­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Mu­se­um of Words – Ce­sar Edi­go Ser­rano Foun­dation τὸ 2015, εἶ­χε τί­τλο Στρεί­δια[2] καὶ ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς:
       Στα­μα­τῶ συ­χνὰ κα­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου στὸ σπί­τι, με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς συ­ναν­τή­σεις στὸ κέν­τρο, στὸ Ὄ­ϊ­στερ μπὰρ στὸ Γκρὰντ Σέν­τραλ Στέ­ι­σιον γιὰ ἕ­να πιά­το μὲ ἕ­ξι Blue Points[3] στὸν πά­γο. Ἐ­χθὲς μιὰ νε­α­ρὴ μη­τέ­ρα κά­θι­σε δί­πλα μου στὸν πάγ­κο, τρώ­γον­τας σὲ ἕ­να μπὸλ βε­λου­τὲ σού­πα μὲ ὀ­στρα­κο­ει­δῆ μὲ τὸ μω­ρό της στὴν ἀγ­κα­λιά της. Χα­μο­γέ­λα­σα στὸ μω­ρό, τὸ ὁ­ποῖ­ο πέ­τα­ξε ἕ­να κου­τά­λι στὸ πά­τω­μα. Ἡ νε­α­ρὴ ἦ­ταν ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη. «Πε­ρι­μέ­νω μὲ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ μπο­ρῶ νὰ τρώ­ω μό­νη μου μὲ ἕ­να βι­βλί­ο», εἶ­πε. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ κοί­τα­ζα πρὸς τὰ πί­σω. Τὸ μω­ρὸ ποὺ ἔ­χα­σα, μι­κρὸ σὰν στρεί­δι, θὰ ἦ­ταν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν κο­ρί­τσι ἂν εἶ­χε ζή­σει.

Tὸ 2004, δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ Quar­ter­ly West ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α —ση­μεῖο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους— μὲ τί­τλο «Ρεύ­μα­τα» («Currents») τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Han­nah Bot­to­my Vos­kuil. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ξε­κι­νά­ει ἕ­να βρά­δυ μὲ τὸν Gary νὰ πί­νει οὐ­ί­σκι στὸ σκο­τει­νὸ μπαλ­κό­νι τοῦ σπι­τιοῦ του μὲ θέ­α τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε κλεί­σει ἀ­φη­ρη­μέ­νη τὰ φῶ­τα, κα­θὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἠ­ρε­μή­σει τὶς δί­δυ­μες δω­δε­κά­χρο­νες ἐγ­γο­νές της. Θέ­λω καὶ οἱ δυ­ό σας νὰ πᾶ­τε γιὰ κο­λύμ­πι αὔ­ριο πρω­ῒ-πρω­ΐ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔ­χω δύ­ο φώ­κι­ες σὰν κι ἐ­σᾶς νὰ φο­βοῦν­ται τὸ νε­ρό, τοὺς ἔ­λε­γε ἐν­θαρ­ρυν­τι­κά. Νω­ρί­τε­ρα ἡ μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐγ­γο­νές της κρα­τοῦ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή της τὸ χέ­ρι ἑ­νὸς συ­νο­μί­λη­κού της Φι­λιπ­πι­νέ­ζου, κα­θὼς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τοὺς ἀν­θρώ­πους τῶν πρώ­των βο­η­θει­ῶν νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸν νε­κρὸ ἀ­δελ­φό του μὲ τὸ φο­ρεῖ­ο ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἡ ἀ­δερ­φὴ τοῦ κο­ρι­τσιοῦ ἄ­δεια­ζε τὸ στο­μά­χι της πά­νω ἀ­πὸ μιὰ λε­κά­νη του­α­λέ­τας. Ἕ­ως τό­τε πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ χέ­ρι τοῦ νε­κροῦ ἀ­γο­ριοῦ νὰ πα­ρα­δέρ­νει ἄ­ψυ­χο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ φο­ρεῖ­ο ὥ­σπου νὰ τὸ με­τα­φέ­ρουν τρέ­χον­τας ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Νω­ρί­τε­ρα ὁ Gary εἶ­χε δι­α­κρί­νει ἕ­να κε­φά­λι ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα, ἀλ­λά, λό­γῳ τῆς ξαφ­νι­κῆς θα­λασ­σο­τα­ρα­χῆς καὶ ἀ­να­στά­τω­σης, κα­θὼς ὅ­λοι κο­λυμ­ποῦ­σαν πα­νι­κό­βλη­τοι πρὸς τὰ ἔ­ξω, τὸ εἶ­χε πε­ρά­σει γιὰ μιὰ συ­στά­δα φύ­κια. Ὁ ναυ­α­γο­σώ­στης εἶ­χε μό­λις ση­μά­νει συ­να­γερ­μὸ γιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να πα­λιρ­ροια­κὰ ρεύ­μα­τα ποὺ πλη­σί­α­ζαν στὴν πα­ρα­λί­α. Μό­λις πρίν, ὅ­μως, τοὺς εἶ­χε κα­λέ­σει ὅ­λους ἀ­πὸ τὸ με­γά­φω­νο νὰ σχη­μα­τί­σουν μιὰ ἀν­θρώ­πι­νη ἁ­λυ­σί­δα ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτὴ ἕ­ως τὰ ἀ­βα­θῆ, ἀ­νά­με­σά τους ὁ Gary καὶ οἱ δί­δυ­μες κό­ρες του, προ­κει­μέ­νου νὰ σώ­σουν ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ πνι­γό­ταν, σύμ­φω­να μὲ τὸν ἀ­δερ­φό του. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος εἶ­χε τρέ­ξει νὰ εἰ­δο­ποι­ή­σει τὸν ναυ­α­γο­σώ­στη δεί­χνον­τάς του ξέ­πνο­ός τα κύ­μα­τα, λέ­γον­τας μό­νο ὁ ἀ­δερ­φός μου. Πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἦ­ταν μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη, κα­λο­και­ρι­νὴ μέ­ρα.
Τὸ 2010 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ ἱ­στο­ρί­ες ἕ­ως 25 λέ­ξεις Hint Fi­ction: an an­tho­lo­gy of Sto­ri­es in 25 Words or Fe­wer (ἐπ. Robert Swart­wood), στὴν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε καὶ ἡ Joy­ce Ca­rol Oa­tes. Ἡ ἱ­στο­ρί­α της εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἑ­ξῆς: Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας, Μὲ κρά­τη­σα ζων­τα­νή (Widow’s First Year, I kept myself alive). Σὲ αὐ­τὴ συμ­πυ­κνώ­νει μὲ ἀ­κρί­βεια τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ βι­ώ­νου­με με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια ἀ­γα­πη­μέ­νων προ­σώ­πων. Ὁ Geor­ges Bra­que[4] εἶ­χε πεῖ ὅ­τι Ἡ ἐ­πι­βί­ω­ση δὲν κα­ταρ­γεῖ τὴν ἀ­νά­μνη­ση καὶ ὁ Γιῶρ­γος Πρε­βε­δου­ρά­κης[5] στὸ ποί­η­μά του «Ὧ­ρες-ὧ­ρες», ὅ­τι: Ἂν δὲ σοῦ ἔ­μοια­ζε ἀ­σή­κω­τη ἡ ζω­ὴ δὲν θά ’χες δύ­να­μη οὔ­τε σε­λί­δα νὰ γυ­ρί­σεις. Ἡ Oates τὸ 2008 ἔ­χα­σε τὸν ἄν­τρα της Raymond Smith με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια κοι­νοῦ βί­ου. Τὸ 2011 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο της A wi­dow’s sto­ry (Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χή­ρας) στὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­γρά­φει τὴν ἐμ­πει­ρί­α της μέ­σα ἀ­πὸ γε­γο­νό­τα, ἀ­να­μνή­σεις, σκέ­ψεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ἀ­πὸ τὴ συμ­βί­ω­σή τους καὶ τὴν ἀ­πώ­λεια.
       Ὁ J. Derrida στὸ βι­βλί­ο τοῦ Of Grammatology (1967) ὁ­ρί­ζει τὴ γρα­φὴ ὡς κά­τι ποὺ φέ­ρει μέ­σα του τὸ ἴ­χνος μιᾶς αἰ­ώ­νιας με­τα­βο­λῆς: τὴ δο­μὴ τῆς ψυ­χῆς, τὴ δο­μὴ τοῦ ση­μεί­ου. Ὁ Θα­νά­σης Βαλ­τι­νὸς ὁ­λο­κλη­ρώ­νει τὸ ἀ­φή­γη­μά του Μπλ βα­θύ, σχε­δν μα­ρο γρά­φον­τας: Ἀλ­λὰ ἡ μνή­μη δὲν πα­ρα­με­ρί­ζε­ται. Ἡ μνή­μη εἶ­ναι.
       Σὲ αὐ­τὸ τὸ πνεῦ­μα κι­νεῖ­ται καὶ ἡ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ συλ­λο­γὴ 51 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Fin­ding a way (Ad hoc, 2019) τῆς Βρε­τα­νί­δας ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους Dia­ne Sim­mons, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ζω­ὴ λάμ­πει διὰ τῆς ἀ­που­σί­ας της με­τὰ τὴν ξαφ­νι­κὴ ἀ­πώ­λεια τῆς κό­ρης της Laura τὸ 2015. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τῆς θλί­ψης μὲ ρε­α­λι­σμὸ καὶ γεν­ναι­ό­τη­τα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς μη­τέ­ρας, τοῦ πα­τέ­ρα, τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καὶ τοῦ συ­ζύ­γου τῆς νε­α­ρῆς.
Τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2019 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Θυ­μή­σου»[6] («Remember») τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Dan Schwartz, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι χρει­ά­στη­κε πε­ρί­που εἴ­κο­σι χρό­νια γιὰ νὰ τὴν ὁ­λο­κλη­ρώ­σει. Ὁ ἀ­νώ­νυ­μος ἥ­ρω­ας γλύ­τω­σε στὰ ἑ­πτά του ἀ­πὸ μιὰ πει­να­σμέ­νη τί­γρη ποὺ τὸ εἶ­χε σκά­σει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­πὸ τό­τε εἶ­χε ἐκ­φρά­σει τὴν ἀ­δι­α­νό­η­τη ἐ­πι­θυ­μί­α του νὰ ζή­σει στὸ νε­ρό. Χρει­ά­στη­καν πολ­λὰ χρό­νια ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νων σπου­δῶν, ἀλ­λὰ καὶ τύ­χη, ὥ­σπου δή­λω­σε ἐ­θε­λον­τὴς στὸ πα­ρά­τολ­μο πεί­ρα­μα ἑ­νὸς ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος ποὺ θὰ ἐ­ξέ­τα­ζε τὶς πι­θα­νό­τη­τες δι­α­βί­ω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που στὰ βά­θη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Ὁ ἥ­ρω­ας πα­ρέ­μει­νε γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πο­κομ­μέ­νος ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν ὑ­πο­βρύ­χια ζω­ή του, ἀ­νά­με­σά σε ὄ­μορ­φα σι­ω­πη­λὰ πλά­σμα­τα, καλ­λι­ερ­γών­τας τὸν κῆ­πο του, παί­ζον­τας βι­ο­λὶ καὶ κα­τα­γρά­φον­τας τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές του πα­ρα­τη­ρή­σεις γιὰ ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραί­α ποὺ μὲ εἶ­χαν ξε­χά­σει. Τὰ ζῶ­α ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρα στὴ φύ­ση τους καὶ δὲ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν.
       Μιὰ μέ­ρα ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας δύ­της ἀ­πὸ τὸ πρό­γραμ­μα, δι­ά­βα­σα γιὰ σέ­να σὲ κά­τι ξε­χα­σμέ­νες ση­μει­ώ­σεις καὶ ἤ­θε­λα νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­ποι­ο λά­θος, τοῦ εἶ­πε. Ἔ­λεγ­ξε τὴν πό­λη ποὺ εἶ­χε κα­τα­σκευά­σει ὁ ἥ­ρω­ας κι ἔ­φυ­γε γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴν ἐ­πι­φά­νεια, ὅ­μως χά­θη­κε. Στὴν ἐ­πι­φά­νεια ση­μαί­νει ἀ­κό­μα πολ­λὰ ὅ­ταν κά­ποι­ος ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, κι ἔ­τσι ἀ­κο­λού­θη­σε νέ­α ὁ­μά­δα γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν ἀ­γνο­ού­με­νο δύ­τη, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­ταν ἔ­φτα­σε σὲ μέ­να μοῦ ἔ­δω­σε νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι τὸ πεί­ρα­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τὴν πό­λη μου. Ἂν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ σβή­σω.
       Ἡ γῆ δὲν ἦ­ταν πιὰ ἡ ἴ­δια γιὰ τὸν ἥ­ρω­α. Τὸν δυ­σκό­λευ­ε ἡ ἀ­ε­ρό­βια ἀ­να­πνο­ή, τὸ βά­δι­σμα, οἱ ἐγ­χρή­μα­τες συ­ναλ­λα­γές, ἡ λε­κτι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, τὸ νὰ εἶ­ναι ἕ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος. Κα­νεὶς δὲ μὲ θυ­μᾶ­ται, ἑ­πο­μέ­νως κα­νεὶς δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ θυ­μη­θῶ. Ὁ δύ­της ἀ­γνο­εῖ­ται ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ὁ ἥ­ρω­ας τὸν φαν­τά­ζε­ται νὰ κρύ­βε­ται στὸ βυ­θὸ γιὰ νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση του. Κα­θέ­νας βρί­σκει ὅ,τι ἀ­φή­νει ὁ ἄλ­λος πί­σω του: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να μελ­λον­τι­κὸ ἐ­ρεί­πιο.
Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2020 ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται τὸ Bas­sins de Lu­miè­res στὸ Bordeaux, ἕ­να ἀ­κό­μα μου­σεῖ­ο ψη­φια­κῆς, δι­α­δρα­στι­κῆς τέ­χνης μὲ ἐκ­θέ­σεις-πα­ρα­γω­γὲς ἐμ­βύ­θι­σης (immersive exhibitions) σὲ μὴ στα­τι­κά, κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ εἰ­κα­στι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τῆς προ­ηγ­μέ­νης τε­χνο­λο­γί­ας. Ἀ­νά­λο­γη μό­νι­μη μου­σεια­κὴ στέ­γη ὑ­πάρ­χει ἀ­πὸ τὸ 2018 καὶ στὸ Mori­Buil­ding Di­gi­tal Art Mu­seum στὸ Τό­κυ­ο, ὅ­που πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ ὁ­μά­δα team­Lab Bor­der­less. Ἐ­κεῖ ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ καὶ νὰ χα­θεῖ μέ­σα σὲ συ­ναρ­πα­στι­κοὺς κα­ταρ­ρά­κτες, ὠ­κε­α­νούς, δά­ση, κ.ἄ. Ἡ Χρι­στί­να Δη­μα­κο­πού­λου στὸ ἄρθρο της ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: Ἄλ­λω­στε, ἡ ἴ­δια ἡ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς ὁ­μά­δας (teamLab Borderless) εἶ­ναι ἐ­δῶ ἀ­πο­λύ­τως δη­λω­τι­κὴ ἑ­νὸς καλ­λι­τε­χνι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος ποὺ μοιά­ζει μέ­σῳ τῆς ἄρ­σης τῶν ὁ­ρί­ων νὰ ὑ­πό­σχε­ται στὸν θε­α­τὴ ἕ­να ψη­φια­κὰ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γη­μέ­νο ὠ­κε­ά­νει­ο αἴ­σθη­μα σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα τ χα­μέ­νη προ­νο­μια­κή του ­πο­πτεία.
Ἡ νου­βέ­λα Σφι­χτές ζ­νες κα λ­λα δέρ­μα­τα (Ἄ­γρα, 2011) τῆς Ἕλε­νας Πέγκα ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ 36 μι­κρές, αὐ­τό­νο­μες ἱ­στο­ρί­ες. Στὰ «Κε­φά­λια» ἕ­να κα­λο­καί­ρι στὴν ὑ­πό­γεια ἀ­πο­θή­κη ἑ­νὸς σπι­τιοῦ στὴν Κά­λυ­μνο βλέ­που­με δύ­ο παι­δι­κὰ κε­φά­λια νὰ ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­νά­με­σα σὲ μιὰ θά­λασ­σα ἀ­πὸ φου­σκω­τὰ σφουγ­γά­ρια. Τὰ παι­διὰ —ἕ­να κο­ρί­τσι κι ἕ­να ἀ­γό­ρι— φι­λι­οῦν­ται καὶ χα­ϊ­δεύ­ουν τὸ ἕ­να τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄλ­λου. Ὁ ἀ­φη­γη­τής, τὸ τό­τε δε­κά­χρο­νο ἀ­γό­ρι ποὺ ἔ­χει πιὰ με­γα­λώ­σει, θυ­μᾶ­ται τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ εἶ­χαν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή: δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τό, κα­μί­α σω­μα­τι­κὴ μνή­μη. Τὰ σώ­μα­τά τους ἦ­ταν χω­μέ­να μέ­σα στὰ σφουγ­γά­ρια, δὲν τὰ ἔ­νι­ω­θαν, σὰ νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χαν. Αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­βάλ­λει τὸν στί­χο τοῦ Χρι­στι­α­νό­που­λου ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Μι­κρά ποι­ήμα­τα: Τὸ φι­λὶ ἑ­νώ­νει πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὸ κορ­μί.
Ἡ Ἰ­σπα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας Julia Otxoa, σύγ­χρο­νη ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς, γρά­φει σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς δη­μο­φι­λέ­στε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες της μὲ τί­τλο «Ἡ δύ­να­μη τῆς μοί­ρας»[7]: Ὁ σκύ­λος μα­λώ­νει μὲ τὴ γά­τα, ἡ γά­τα μὲ τὸν πον­τι­κό, ὁ πον­τι­κὸς μὲ τὴ μυ­γα­λή, ἡ μυ­γα­λὴ μὲ τὴν ἀ­ρά­χνη, ἡ ἀ­ρά­χνη μὲ τὴ μύ­γα, ἡ μύ­γα μὲ τὸ μυρ­μήγ­κι, τὸ μυρ­μήγ­κι μὲ τὸν ψύλ­λο, ἀλ­λὰ ὁ ψύλ­λος, τό­σο μι­κρὸς ποὺ εἶ­ναι δὲν ἔ­χει σὲ ποι­ὸν μι­κρό­τε­ρο νὰ τὰ ψάλ­λει, κι ἔ­τσι, ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος, προ­ε­τοι­μά­ζει τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση γιὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὸν σκύ­λο.
Βρι­σκό­μα­στε στὴν αὐ­γὴ μιᾶς νέ­ας δι­α­στη­μι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης, τς ­πα­νά­στα­σης το μικρο, ἀ­να­κοί­νω­σε τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2019 ὁ Peter Beck, ἱ­δρυ­τὴς τῆς δι­α­στη­μι­κῆς ἑ­ται­ρεί­ας κα­τα­σκευ­ῆς πυ­ραύ­λων Rocket Lab (2006) ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ χερ­σό­νη­σο Mahia στὸ Auckland τῆς Νέ­ας Ζη­λαν­δί­ας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἐρ­γα­στή­ριο ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ὁ σχε­δια­σμὸς τῶν Electron, τῶν πιὸ σύγ­χρο­νων καὶ μι­κρό­τε­ρων πυ­ραύ­λων ἕ­ως σή­με­ρα, ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μᾶς δί­νουν τὴ δυ­να­τό­τη­τα μί­ας ἐ­κτό­ξευ­σης κά­θε 72 ὧ­ρες χω­ρὶς δι­α­στη­μι­κὰ ἀ­πό­βλη­τα. Ἤ­δη μέ­χρι τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2019 εἶ­χαν τε­θεῖ σὲ τρο­χιὰ ἀρ­κε­τοὶ Electron, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν στὸ ἡ­λια­κό μας σύ­στη­μα ἑκατοντάδες μικρές κεφαλὲς σὲ μέ­γε­θος δα­χτυ­λι­κοὺ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τος ποὺ συλ­λέ­γουν καὶ μᾶς δι­α­βι­βά­ζουν χρή­σι­μα δε­δο­μέ­να γιὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ δι­α­στή­μα­τος μέ­σω τεσ­σά­ρων κα­με­ρῶν καὶ χι­λιά­δων αἰ­σθη­τή­ρων ποὺ φέ­ρει κα­θε­μί­α.
Ὁ Κρό­νος, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ὁ­ποί­ου προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν χρό­νο, εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ὀ­μορ­φό­τε­ρους πλα­νῆ­τες τοῦ ἡ­λια­κοῦ μας συ­στή­μα­τος χά­ρη στοὺς ἐν­τυ­πω­σια­κούς του δα­κτυ­λί­ους. Ἀ­πὸ τὸ 2007 τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δι­α­στη­μι­κὸ σκά­φος Cassini τῆς NASA, ὥ­σπου κα­τα­στρά­φη­κε πρό­σφα­τα στὸ δι­ά­στη­μα. Μιὰ δε­κα­ε­τί­α πε­ρί­που νω­ρί­τε­ρα ὁ Γερ­μα­νὸς W. G. Se­bald, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πέ­με­νε νὰ ἐ­ξερευ­νᾶ τὴ μνή­μη καὶ εἶ­χε ἐν­τρυ­φή­σει στὸ ἔρ­γο τρι­ῶν κύ­ρι­ων προ­δρό­μων τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Kafka, Borges καὶ Bernhard), στὸ βι­βλί­ο του Ο δα­κτύ­λι­οι το Κρό­νου, ποὺ βρί­θει ἀ­πὸ μι­κρές, ἐγ­κι­βω­τι­σμέ­νες ἱ­στο­ρί­ες καὶ συγ­κλο­νι­στι­κὲς εἰ­κό­νες, γρά­φει:
       […] ὅ­ταν ξάφ­νου μοῦ φά­νη­κε πὼς εἶ­δα μιὰ ὠ­χρό­λευ­κη μά­ζα νὰ σα­λεύ­ει στὴν ἀ­κρο­για­λιά. Κυ­ρι­ευ­μέ­νος ἀ­πὸ ξαφ­νι­κὸ πα­νι­κό, κά­θι­σα ἀ­να­κούρ­κου­δα καὶ κοί­τα­ξα πά­νω ἀ­πὸ τὸ χεῖ­λος τοῦ γκρε­μοῦ. Ξα­πλω­μέ­νο ἐ­κεῖ κά­τω, στὴ ρί­ζα τοῦ βρά­χου, ἦ­ταν ἕ­να ζευ­γά­ρι, ἕ­νας ἄν­δρας, σκέ­φτη­κα, πε­σμέ­νος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κορ­μὶ ἑ­νὸς ἄλ­λου πλά­σμα­τος ποὺ μό­νο τα πό­δια του ξε­χώ­ρι­ζαν, λυ­γι­σμέ­να καὶ ἀ­νοιγ­μέ­να δι­ά­πλα­τα. Μέ­σα στὸ ξαφ­νι­κὸ σά­στι­σμα ποὺ ἔ­νι­ω­σα στὴ θέ­α αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας, μοῦ φά­νη­κε πὼς τὰ πό­δια τοῦ ἄν­δρα τι­νά­χτη­καν μὲ ἕ­ναν σπα­σμό, ὅ­πως συμ­βαί­νει ὅ­ταν κά­ποι­ος πε­θαί­νει στὴν ἀγ­χό­νη. Ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, ὁ ἴ­διος ἦ­ταν τώ­ρα ἀ­κί­νη­τος, ὅ­πως γα­λή­νια καὶ ἀ­σά­λευ­τη ἦ­ταν καὶ ἡ γυ­ναί­κα. Σὰν ἕ­να γι­γάν­τιο μα­λά­κιο ξε­βρα­σμέ­νο στὴν ἀ­κτὴ κει­τό­ταν ἐ­κεῖ κά­τω σμί­γον­τας σὲ ἕ­να δύ­σμορ­φο σῶ­μα, ἕ­να πο­λυ­πλό­κα­μο δι­κέ­φα­λο θα­λάσ­σιο τέ­ρας πα­ρα­συρ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ κύ­μα­τα, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δεῖγ­μα ἑ­νὸς τρο­με­ροῦ εἴ­δους ποὺ ξε­φυ­σών­τας τὸν ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὰ ρου­θού­νια τοῦ βου­λιά­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ βα­θιὰ στὸ χα­μό του.
Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις
Νὰ πα­ρα­τη­ρεῖς καὶ νὰ κα­τα­γρά­φεις συ­στη­μα­τι­κὰ κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τά σου, τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά σου, τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἀν­θρώ­πων, ζώ­ων, κοι­νω­νι­ῶν, τὸν και­ρό, ἱ­στο­ρι­κὰ καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὰ γε­γο­νό­τα, πάν­τα σύμ­φω­να μὲ τὰ προ­σω­πι­κά σου ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α πρέ­πει νὰ ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι. Νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­σαι συ­νε­χῶς στὶς ση­μει­ώ­σεις σου, νὰ δου­λεύ­εις κά­θε λέ­ξη, νὰ ἐ­πι­με­λεῖ­σαι ἐν­τα­τι­κά τα κεί­με­νά σου καὶ νὰ δι­α­βά­ζεις τοὺς κα­λύ­τε­ρους κλα­σι­κοὺς καὶ σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς, χω­ρὶς νὰ ἑ­στιά­ζεις ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στοὺς τε­λευ­ταί­ους. Ἀ­νή­κεις ἤ­δη στὸ πα­ρόν.
       Οἱ πα­ρα­πά­νω εἶ­ναι μερικὲς ἀ­πὸ τὶς προ­τά­σεις γιὰ ὀ­ξυ­δερ­κεῖς ἀ­να­γνῶ­στες καὶ συγ­γρα­φεῖς —πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γλώσ­σας καὶ τοῦ κό­σμου— τῆς Ly­dia Da­vis, ση­μαν­τι­κῆς ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους. Πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δο­κί­μια τῶν τε­λευ­ταί­ων τριά­ντα ἐ­τῶν ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο Es­says O­ne (Farrar, Straus and Giroux, Νο­έμ­βριος 2019). Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στι­κὴ πε­ρι­πλά­νη­ση στὴν τέ­χνη τῆς γρα­φῆς μὲ οἰ­κου­με­νι­κὴ καὶ δι­α­χρο­νι­κὴ δι­ά­στα­ση. Ἡ ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­ση τοῦ τό­μου ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­να­γνω­στι­κὴ πρό­κλη­ση κι ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ πρό­τα­ση γιὰ θε­ω­ρη­τι­κοὺς τοῦ εἴ­δους. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς προ­σω­πι­κές της ἐ­ξε­ρευ­νή­σεις καὶ τὴν πο­λυ­ε­τῆ, ἐν­τα­τι­κὴ ἄ­σκη­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας κα­τα­γρά­φει τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ βλέμ­μα καὶ τὶς νέ­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ὁ­δοὺς ποὺ δι­ά­νοι­ξαν ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους καὶ μὴ ὅ­πως οἱ Kafka, Walser, Altenberg, Borges, Beckett, Bernhard, Isaac Babel, Grace Paley, Clarice Lispector, Regina Ullmann, κ.ἄ.
       Γιὰ τὴν Davis ὁ χα­ρα­κτή­ρας εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα. Πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι ἡ ρη­μα­τι­κὴ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει ἀ­να­νε­ω­τι­κὴ ἢ ρη­ξι­κέ­λευ­θη μορ­φὴ (π.χ. σὲ ἐ­πί­πε­δο σύν­τα­ξης, γραμ­μα­τι­κῆς, στί­ξης, ἐ­πι­λο­γῆς λε­ξι­λο­γί­ου) εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α μιᾶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης καὶ νο­η­τι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας. Τὸ πῶς βλέ­πει κα­νεὶς τὰ πράγ­μα­τα ὄ­χι μό­νο μέ­σῳ τῆς ὅ­ρα­σης ἀλ­λὰ καὶ τοῦ τρό­που ποὺ σκέ­φτε­ται δι­α­μορ­φώ­νει τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, τὶς φόρ­μες ποὺ ἐ­πι­λέ­γει καὶ τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές του, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ στὸ «A be­lo­ved duck gets coo­ked, On forms and in­flu­en­ces», ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πέν­τε δο­κί­μιά της ποὺ ἀ­πο­τέ­λε­σαν τὴ βά­ση τῶν δι­α­λέ­ξε­ών της στὸ πα­νε­πι­στή­μιο ὅ­που δί­δα­σκε Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸν τό­μο.
       Ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γιὰ νὰ κα­τα­νο­η­θεῖ καὶ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει τὸν στό­χο της —τὴν ἀ­να­νέ­ω­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν ψυ­χα­γω­γί­α— προ­α­παι­τεῖ εὐ­ρυ­μά­θεια, ἀρ­γὴ ἀ­νά­γνω­ση, πλή­ρως ἐ­νερ­γὸ καὶ συμ­με­το­χι­κὸ ἀ­να­γνώ­στη καὶ πο­λυ­σχι­δῆ συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀν­τί­λη­ψη καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη συ­νεί­δη­ση. Ἡ ση­μα­σί­α ποὺ ἀ­πο­δί­δουν πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους στὴ δύ­να­μη τῆς εἰ­κό­νας[8] καὶ στὴ δύ­να­μη τῆς λέ­ξης δὲν εἶ­ναι κά­τι νέ­ο. Ἡ E. Dickinson ἔ­λε­γε: Δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ ἔ­χει τό­ση δύ­να­μη ὅ­ση ἡ λέ­ξη. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς γρά­φω μί­α καὶ τὴν κοι­τά­ζω μέ­χρις ὅ­του ἀρ­χί­σει νὰ λάμ­πει. Ὁ J. P. Sartre ἐν­τό­πι­ζε στὶς λέ­ξεις-κλει­διὰ τὴν οὐ­σί­α τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης. Ὁ W.G.Sebald στοὺς Δα­κτύ­λιους τοῦ Κρό­νου ἔ­γρα­φε: Ὅ­πο­τε τυ­χαί­νει νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω κά­ποι­α ἀ­πὸ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ση­μει­ώ­σεις, ἀ­πο­ρῶ πάν­τα πῶς ἕ­να ἴ­χνος χα­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ στὸ νε­ρὸ ἢ στὸν ἀ­έ­ρα, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξί­τη­λο ἐ­δῶ, πά­νω στὸ χαρ­τί. Ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει πρό­ο­δος δί­χως πα­ρελ­θόν. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ μα­νι­φέ­στο τῶν Ψη­φια­κῶν Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν (Digital Humanities Manifesto 2.0) ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὅ­πως σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πα­να­στά­σεις τῶν μέ­σων, τὸ πρῶ­το κύ­μα τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης κοί­τα­ζε πί­σω κα­θὼς προ­χω­ροῦ­σε μπρο­στά. Ἡ κύ­ρια θε­μα­το­λο­γί­α ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὸν δυ­τι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να —ζω­ή, ἔ­ρω­τας, θά­να­τος— ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται[9] καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ σὰν χα­μη­λό­φω­νος, γλυ­κὸς στε­ναγ­μός.
       Ὁ Ἐμμ. Ρο­ϊ­δης ἔ­λε­γε ὅ­τι Ἂν δὲν ὑ­πῆρ­χον δύ­ται, οὐ­δὲ μαρ­γα­ρῖ­ται ἤ­θε­λον ὑ­πάρ­χει. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­τὸ τὸ ἀρ­χι­πέ­λα­γος ἀ­πὸ σύν­το­μες καὶ πε­ρι­ε­κτι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­μορ­φώ­νε­ται κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄80 καὶ με­τά, ἡ ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση καὶ ἡ κα­τά­δυ­ση ἀ­φο­ροῦν ἰ­σο­με­ρῶς συγ­γρα­φέ­α καὶ ἀ­να­γνώ­στη ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τη καὶ πολ­λὰ ὑ­πο­σχό­με­νη, λό­γῳ τῆς δυ­να­τό­τη­τας ἀλ­λα­γῆς κλί­μα­κας καὶ ὀ­πτι­κῆς ποὺ πα­ρέ­χει.
Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης
Τὸ ἄρ­θρο τῆς Anne Weisgerber «Flash fiction as language art», στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται ὡς τέ­χνη τῆς γλώσ­σας.
Τὸ βι­βλί­ο λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς τῆς Jane Alison μὲ τί­τλο Me­an­der, Spi­ral, Ex­plo­de: De­sign and Pat­tern in Nar­rati­ve γιὰ τὸ ἔρ­γο συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως οἱ W. G. Se­bald, An­ne Car­son, Mar­gue­ri­te Du­ras, Ga­bri­el Ga­rcia Ma­rquez, Ja­ma­ica Kin­caid, Cla­ri­ce Li­spe­ctor, κ.ἄ., ποὺ ἔ­χουν ἀ­νοί­ξει νέ­ους δρό­μους στὴν ἀ­φή­γη­ση.
Τὸ βι­βλί­ο τοῦ Sa­muel Beckett, Πρό­ζες 1945-1980, μτφρ. Ἐ. Μα­ρω­νί­τη, εἰ­σα­γω­γὴ Γ. Βῶ­κος, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2010.

[1]. Γλυ­κεῖς στε­ναγ­μοί.

[2]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[3]. Εἶ­δος στρει­δι­ῶν.

[4]. Braque George, Ἡ μέ­ρα καὶ ἡ νύ­χτα (Τε­τρά­δια 1917 -1955), 2η ἔκ­δο­ση, μτφρ. καὶ σχό­λια Γ.Π. Σαβ­βί­δης, Ποι­κί­λη Στο­ὰ – Λέ­σχη, Ἀ­θή­να, 1989.

[5]. Πρε­βε­δου­ρά­κης Γι­ῶρ­γος, Στιγ­μι­ό­γρα­φο, Πλα­νό­διον, Ἀ­θή­να, 2011.

[6]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[7]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[8]. Ἰ­δέ­α ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τό­σο τὴν ὀ­πτι­κή μας ἀν­τί­λη­ψη στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­γε­λια­νὴ ἀν­τί­λη­ψη τῆς τέ­χνης σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ τέ­χνη κα­λεῖ­ται νὰ πεῖ μὲ εἰ­κό­νες αὐ­τὸ ποὺ ἡ φι­λο­σο­φί­α λέ­ει μὲ ἔν­νοι­ες.

[9]. Στὸ βι­βλίο τοῦ Gil­les De­leu­ze Διαφορὰ καὶ ἐπανάληψη (Dif­fére­nce et Ré­pé­ti­tion, 1968), ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα σὲ με­τά­φρα­ση Κων­σταν­τί­νου Β. Μπούν­τα, με­λε­τᾶ­ται καὶ ἡ τε­χνι­κή του σύγ­χρο­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ δι­α­φο­ρὰ καὶ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη, ὄ­χι μό­νο στὸν πλέ­ον ἀ­φη­ρη­μέ­νο στο­χα­σμὸ τοῦ ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ στὶς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νες τε­χνι­κές του. Ὡ­στό­σο ἡ ἔν­νοι­α τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης στὸν Deleuze, δι­α­τη­ρεῖ πολ­λὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ F. Nietzsche καὶ τοῦ Søren Kierkegaard, τοῦ Δα­νοῦ ὑπαρξιστῆ φι­λο­σό­φου, ὅ­πως τὴν ἀ­νέ­λυ­σε στὸ βι­βλί­ο του Ἡ ἐ­πα­νά­λη­ψη: Ὁ κύ­κλος τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης: Ἐ­πανα­λαμ­βά­νον­τας τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη, τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δέ­ουν ἄρ­ρη­κτα μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι Σκαν­δι­να­βοὶ θε­ω­ρη­τι­κοί του εἴ­δους.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).

Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Εἰκόνα: Τὸ πραγματικὸ Grand Central Oyster Bar – New York.

(https://www.afar.com/places/grand-central-oyster-bar-new-york)





 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου