Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ : Πό­σο κά­νει ἕ­να πα­γω­τό;





ΕΝΑ ΚΑΙ ΟΓΔΟΝΤΑ ΓΙΑΓΙΑ.» Ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πάν­τη­ση, συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸ πρῶ­το πα­γω­τὸ γιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι. Τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ Αὐ­γού­στου. Ἴ­σα ποὺ πρό­λα­βε. «Ὁ­λό­κλη­ρο κα­λο­καί­ρι ζη­τάω ἀ­πὸ τὸν Γι­ῶρ­γο νὰ μοῦ φέ­ρει καὶ τὸ ξε­χνά­ει.» Γι­ῶρ­γος ἦ­ταν ὁ μπαμ­πάς, ἔ­νι­ω­σα ἄ­σχη­μα, «ὅ,τι ἄλ­λο θέ­λεις, για­γιά...», μὲ ἔ­κο­ψε, «ἐν­τά­ξει εἶ­μαι, τὸ ἔ­φα­γα καὶ ἡ­σύ­χα­σα».
       Πα­γω­τὸ ξυ­λά­κι μὲ ἐ­πι­κά­λυ­ψη σο­κο­λά­τας καὶ κρέ­μα βα­νί­λια – τὴ νό­στι­μη, αὐ­τὴ ποὺ τὴ λέ­νε βα­νί­λια Μα­γα­δα­σκά­ρης. Τα­ξί­δι στὴν ἀ­νε­με­λιά – τό­τε πού. Τὸ δυ­να­τὸ σῶ­μα τῆς για­γιᾶς ἁ­λώ­νι­ζε τὴν Πο­λί­χνη. Ὁ σφι­χτὸς κό­τσος ἀ­πὸ γκρί­ζα μαλ­λιὰ ἔ­φτα­νε ὣς τὴ μέ­ση ὅ­ταν τὸν ἔ­λυ­νε. Λού­σι­μο, πλέ­ξι­μο, «σγου­ρά», ἔ­λε­γε, «σὰν τὰ δι­κά σου».
       Στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας χρει­ά­στη­κε νὰ κον­στο­στα­θῶ, ἦ­ταν κι ἕ­να ξυ­λά­κι μη­δὲν τοῖς ἑ­κα­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πορ­ρί­φθη­κε πά­ραυ­τα. Εἶ­ναι ἀρ­γὰ γιὰ δι­α­τή­ρη­ση τῆς φόρ­μας, ἔ, για­γιά;
       Ἡ για­γιὰ εἶ­ναι κλει­σμέ­νη στὸ σπί­τι ποι­ὸς ξέ­ρει πό­σα χρό­νια – τὰ πό­δια της δὲ τὴ βα­στᾶ­νε. Ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­τέ­βει τὶς σκά­λες γιὰ νὰ κά­νει μιὰ βόλ­τα στὴν πυ­λω­τή, νὰ πο­τί­σει τὰ λου­λού­δια. Ἀρ­γὰ καὶ καμ­που­ρι­α­σμέ­νη κά­νει τὴ δι­α­δρο­μὴ ντι­βά­νι-μπαλ­κό­νι-μπά­νιο, οὔ­τε λό­γος γιὰ πιὸ πέ­ρα.
Μό­νι­μη προ­σπά­θεια ὅ­λων νὰ μὴν πέ­σει. Φαί­νε­ται δὲν προ­σπα­θοῦ­με ἀρ­κε­τά, για­τί ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη της ἐ­ξι­στό­ρη­ση εἶ­ναι τὰ ἐν­νιὰ πε­σί­μα­τα. Τρί­α ἀ­π’­αὐ­τὰ στὴ σκά­λα, κά­ποι­α στὸ μπά­νιο, ἄλ­λα στὸ δι­ά­δρο­μο. Ὅ­λα μὲ τὴν ἴ­δια πε­ρί­που κα­τά­λη­ξη. Ρά­γι­σμα ἰ­σχύ­ου. Μώ­λω­πες. Πό­νος. Μὲ χει­ρό­τε­ρη τὴ βα­σα­νι­στι­κή, πο­λύ­ω­ρη ἀ­να­μο­νή. Για­τὶ γιὰ νὰ πέ­σει κα­νεὶς δὲ χρει­ά­ζε­ται βο­ή­θεια, ἀλ­λὰ γιὰ ρώ­τα, ἰ­σχύ­ει τὸ ἴ­διο γιὰ νὰ ση­κω­θεῖ;
       «Τὸ χαν­τά­κω­σαν τὸ σπί­τι, οὔ­τε ἕ­να ἀ­σαν­σὲρ δὲν ἔ­χου­με. Τό­σο ξέ­ρα­με. Τά­χα δὲ χω­ροῦ­σε στὰ σχέ­δια.» Τὸ ἀ­σαν­σὲρ ποὺ ἀ­μέ­λη­σε ὁ ἀρ­χι­τέ­κτο­νας νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει στὴ με­λέ­τη γιὰ τὸ δι­ώ­ρο­φο, ἔ­χει με­ρί­διο εὐ­θύ­νης. Ἂν ὑ­πῆρ­χε, τό­τε ἡ για­γιὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­κάμ­ψει τὴν ἀ­πό­το­μη σκά­λα καὶ νὰ περ­πα­τή­σει κού­τσα-κού­τσα μέ­χρι τὸ ψι­λι­κα­τζί­δι­κο στὸ τέ­λος τοῦ στε­νοῦ. Νὰ δεῖ τὰ παι­δά­κια νὰ παί­ζουν ἀμ­πά­ρι­ζα. Νὰ μι­λή­σει μὲ τὴ γει­τό­νισ­σα. Νὰ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να κι­λὸ νε­κτα­ρί­νια ἀ­πὸ τὸν μα­νά­βη μὲ τὴν κα­ρό­τσα.
       Ἡ ἑ­βδο­μά­δα ποὺ ξέ­κλε­ψα γιὰ νὰ τῆς κά­νω πα­ρέ­α ἄ­χνι­ζε θλί­ψη. Τὴν ἔ­βλε­πα μα­ρα­μέ­νη νὰ πέ­φτει γιὰ ὕ­πνο, νὰ ξυ­πνά­ει, νὰ τρώ­ει δί­χως νὰ εὐ­φραί­νε­ται. Ποὺ καὶ ποὺ νὰ ἀγ­γο­μα­χά­ει. «Τί θέ­λεις νὰ σοῦ πά­ρω ἀ­πὸ τὸ μάρ­κετ για­γιά;» Ὁ ἀ­πέ­ναν­τι τοῖ­χος μᾶς ἔ­γνε­φε. «Πα­γω­τό, για­γιά; Σο­κο­λά­τα; Μπι­σκό­τα;». Φω­τί­στη­κε τὸ πρό­σω­πό της, «ναί», συμ­φώ­νη­σε ἀ­νυ­πό­μο­να, «ἕ­να πα­γω­τὸ νὰ μοῦ φέ­ρεις, ξυ­λά­κι».
       Τὴν κοί­τα­ζα νὰ τρώ­ει, γή­ι­νη, ὅ­πως κά­πο­τε. Τό­ση εὐ­χα­ρί­στη­ση αἰ­σθάν­θη­κα, ποὺ ἦ­ταν σὰ νὰ τὸ ἔ­τρω­γα ἐ­γώ. Ἐ­τοῦ­το τὸ ξυ­λά­κι ἦ­ταν τὸ μό­νο ἱ­κα­νὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα ἐ­νάν­τια στὴ μουν­τὴ ἐ­ναλ­λα­γὴ τῶν ἀ­δει­ῶν με­ρό­νυ­χτων τῆς ἐν­νε­νην­τά­χρο­νης γη­ραι­ᾶς κυ­ρί­ας ποὺ μό­νο της μέ­λη­μα εἶ­ναι νὰ φύ­γει. Τὸ ἄλ­λο­τε δυ­να­τό της σῶ­μα ἔ­χει ζα­ρώ­σει, τὴ μα­κριὰ κο­τσί­δα της τὴν ξε­φορ­τώ­θη­κε μὲ μιὰ ψα­λι­διά. Ἐ­νῶ ἐ­μεῖς, τέ­ρα­τα ἐ­γω­ϊ­σμού, ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ τὴν κρα­τᾶ­με κον­τά μας. Προ­σπα­θοῦ­με νὰ ξε­γε­λά­σου­με τὸ βαρ­κά­ρη τοῦ Ἀ­χέ­ρον­τα καὶ τὴν ἴ­δια μὲ πα­γω­τὸ ξυ­λά­κι ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση. Πρό­σφα­τες δη­μο­σι­εύ­σεις της λο­γο­τε­χνι­κῆς/ποι­η­τι­κῆς ὑ­φῆς βρί­σκονται στοὺς ἱ­στό­το­πους Ποι­εῖν, Θρά­κα, Bibliotheque. Συμ­με­τέ­χει στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ Πό­λη αὐ­τὴ τὴ Νύ­χτα, Τό­μος Α’ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις poema.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου