Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

"Δεν επιτρέπεται" - διήγημα της Ηρώς Νικοπούλου

                                      Από τη συλλογή διηγημάτων «Ελληνιστί :Ο γρίφος»
         
Στο κα­τά­στρω­μα βρι­σκό­μα­σταν οι πέ­ντε ά­ντρες κι ε­γώ. Απ’ το πρω­ί εί­χε έ­να ε­λα­φρύ α­ε­ρά­κι. Πλη­σί­α­ζε α­πό­γευ­μα, οι άλ­λοι είχαν αρ­χί­σει να κου­ρά­ζο­νται, ε­γώ ό­χι. Σε μια στρο­φή περ­νώ­ντας την Αί­γι­να ο αέ­ρας πή­ρε να δυ­να­μώ­νει. Μια ρι­πή κα­τά­φα­σης μου ρά­ντι­σε το νου, σαν να πα­ραμέ­ρι­σε μια κουρ­τί­να κρόσ­σια λά­θη, αμ­φι­βο­λί­ες, αμ­φι­σβη­τή­σεις, πα­λιν­δρο­μήσεις, ξέ­φτια ξέ­νων αι­σθη­μά­των. Και ξαφ­νι­κά μου φά­νη­κε πως ε­πι­τρε­πό­ταν να εί­μαι ο ε­αυ­τός μου. Χρό­νια έ­βρα­ζε κά­τω α­πό τη κρού­στα των ο­νεί­ρων μου αυ­τή η στιγ­μή. Θη­λυ­κό ε­γώ, να τι­μο­νιά­ρω με τό­σους ο­λό­γυ­ρα. Πα­ρά­ξε­νη, ό­σο ’ναι, φαντα­σί­ω­ση. Να φταί­ει που με με­γά­λω­σαν τρεις γε­νιές γυ­ναί­κες, προ­για­γιά, για­γιά και μά­να;
Ό­πως και να ’χει αι­σθα­νό­μουν πως πλη­σί­α­ζε ε­πι­τέ­λους η σει­ρά μου. Έ­νιω­θα κύ­μα­τα α­πω­θη­μέ­νων να πα­φλά­ζουν κά­τω απ’ το διά­φραγ­μα να σπρώχνουν και ν’ α­νε­βαί­νουν, τύ­λι­γαν τα πνευ­μό­νια μου σε μιαν ο­μί­χλη αλ­λό­κοτη και λα­σπε­ρή. Κι ύ­στε­ρα ξε­χύ­νο­νταν α­πό τα μά­τια κι απ’ το στό­μα μου και βου­τού­σαν στ’ άλ­λα κύ­μα­τα, της θά­λασ­σας, να ξε­πλυ­θούν. Ε­δώ εί­μα­στε, ε­πι­τέλους, σκέ­φτη­κα και χα­μο­γέ­λα­σα στ’ α­γιά­ζι. Πά­ει ο και­ρός που δεν μου ’δι­ναν το τι­μό­νι. Της ζω­ής μου το τι­μό­νι. Για αιώ­νες. Γι’ αυ­τό ε­δώ και τρί­α χρό­νια ξε­κί­νη­σα μα­θή­μα­τα ι­στιο­πλοί­ας, για να μά­θω να το βα­στώ, στα­θε­ρά, ί­σια.
Είναι βέ­βαια α­παι­τη­τι­κή η θά­λασ­σα, αλ­λά πιο γεν­ναιό­δω­ρη και ντό­μπρα. Κο­ντά της ε­λευ­θε­ρώ­νο­μαι, μες’ στο α­πέ­ρα­ντο συ­νει­δη­το­ποιώ το ε­λά­χι­στο της ύ­παρξης, το ση­μα­ντι­κό τί­πο­τα, την υ­πέ­ρο­χη σχε­δόν πε­ριτ­τή πι­νε­λιά. Λυ­τρω­τι­κό! Ε­πί πλέ­ον ή­ταν έ­νας τρό­πος να πα­ρα­κι­νή­σω τους γυ­ιούς μου ν’ α­σχο­λη­θούν κι αυ­τοί. Τους λεί­πει η κλί­μα­κα, η σύ­γκρι­ση του με­γά­λου. Ο με­γά­λος της οι­κο­γέ­νειας λι­πο­τά­κτη­σε μό­λις γεν­νή­θη­κε ο μι­κρός, κι έγινε ο μπα­μπάς του Σαβ­βατο­κύ­ρια­κου, κι αυτό σε τέ­τοιες η­λι­κί­ες δεν αρ­κεί. Στο σπί­τι μας πά­ντα κά­τι λεί­πει. Ο α­έ­ρας μας πα­ρα­εί­ναι γλυ­κε­ρός. Λεί­πει η α­ψά­δα του αρ­σε­νι­κού, η τε­στο­στερό­νη του. Σι­γά σι­γά άρ­χι­σα να την πα­ρά­γω, χω­ρίς να το κα­τα­λα­βαί­νω, ε­γώ. Ί­σως εί­χα και την προ­διά­θε­ση, πο­τέ δεν εί­σαι σί­γου­ρος μ’ αυ­τά τα θέ­μα­τα. Η κό­τα ή τ’ αυ­γό; Η ου­σί­α εί­ναι πως τα τε­λευ­ταί­α δε­κα­πέ­ντε χρό­νια έρ­χο­νται στιγμές που λέ­ω μέ­σα μου, πά­ει, ά­ντρε­ψα, αλ­λά και πώς αλ­λιώς να τα βγά­λω πέ­ρα μαζί τους. Στην αρ­χή της ε­φη­βεί­ας τους λοι­πόν άρ­χι­σα να σκαρ­φί­ζο­μαι διά­φο­ρα. Εξ ου και η ι­στιο­πλο­ϊ­α, που συ­μπτω­μα­τι­κά πά­ντα α­γα­πού­σα. Η θά­λασ­σα, ό­σο να ’ναι, δί­νει έ­να μέ­γε­θος για σύ­γκρι­ση. Α­σύ­γκρι­το.
          Ο μι­κρός λα­γο­κοι­μά­ται στην πρύ­μνη κου­λου­ριασμέ­νος στα σκοι­νιά σα γα­τί. Ο κα­πε­τά­νιος και ε­πί τριε­τί­α δά­σκα­λός μας έ­χει κα­τα­λά­βει πως θέ­λω σαν τρε­λή να πά­ρω ε­πι­σή­μως το βά­πτι­σμα του πυ­ρός, οι υπό­λοι­ποι συμ­φω­νούν κου­νούν τα κε­φά­λια τους ρυθ­μι­κά κυ­μα­τι­στά σαν πε­λώρια χνου­δω­τή βε­ντά­λια και μ’ εν­θαρ­ρύ­νουν. Ση­κώ­νο­μαι σο­βα­ρή, μπο­ρεί και βλο­συ­ρή, α­πο­δέ­χο­μαι τη θέ­ση. Μου πή­ρε χρό­νια, εί­μαι έ­τοι­μη. Ό­λα πά­νε πρί­μα, κοι­τά­ζω μό­νο ί­σια μπρο­στά, τα χέ­ρια μου έ­χουν γρα­πω­θεί με α­γω­νί­α στο τι­μόνι, μό­λις το κα­τα­λα­βαί­νω χα­λα­ρώ­νω την λα­βή, τώ­ρα το κρα­τά­ω α­κρι­βώς με ό­ση δύνα­μη χρειά­ζε­ται, το σκα­ρί υ­πα­κού­ει, τα χα­μό­γε­λα πλη­θαί­νουν, τα σι­γο­ψι­θυρί­σμα­τα ε­πί­σης, και κά­ποιες πα­ραι­νέ­σεις. Συ­γκα­τά­νευ­ση. Η πο­ρεί­α μου εί­ναι α­τα­λά­ντευ­τη. Ψά­χνω με τα μά­τια τον με­γά­λο μου γυ­ιό, η δι­κή του α­πο­δο­χή βα­ραί­νει ό­σο ό­λων των άλ­λων μα­ζί. Η συ­γκα­τά­θε­ση, η ά­δεια που μέ­σα απ’ αυ­τόν θα έρ­θει α­πό κά­ποιο ά­γνω­στο α­κό­μη πα­ρελ­θόν μού εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη. Δεν τον βρί­σκω ε­κεί που κα­θό­ταν προ­η­γου­μέ­νως, κά­νω να τον γυ­ρέ­ψω αλ­λού, ό­ταν α­πρό­οπτα τον α­ντι­λαμ­βά­νο­μαι δί­πλα μου να μου σκου­ντά με μια κα­λά υ­πο­λο­γι­σμέ­νη μου­λω­χτή γο­να­τιά το χέ­ρι, κοι­τώ­ντας α­διά­φο­ρα κά­που μα­κριά. Η στρα­βο­τι­μονιά εί­ναι α­πό­το­μη, δύ­ο απ’ τους όρ­θιους ξα­πλώ­νο­νται έκ­πλη­κτοι φαρ­διά πλατιά στο κα­τά­στρω­μα. Ρί­χνω θυ­μω­μέ­νη ε­ρω­τη­μα­τι­κή μα­τιά στον δε­κα­πε­ντά­χρονο σα­μπο­τέρ χω­ρίς ό­μως να τον μαρ­τυ­ρή­σω. Ζη­τώ συ­γνώ­μη, προ­σπα­θώ να ε­πα­ναφέ­ρω το σκά­φος στην πο­ρεί­α, ι­σιώ­νω το τι­μό­νι. Ό­λα εί­ναι πά­λι υ­πό έ­λεγ­χο.
Τρα­βή­ξα­με για λί­γο α­κό­μα έ­τσι κι έ­πει­τα πή­ραμε στρο­φή για το κο­ντι­νό­τε­ρο λι­μά­νι. Έ­βρι­σκα το κέ­ντρο του ε­αυ­τού μου για πρώ­τη φο­ρά στο σω­στό ση­μεί­ο. Μέ­σα μου. Εί­χα στρέ­ψει ό­λα τα ε­σω­τε­ρι­κά μου φώτα πά­νω μου. Ο α­έ­ρας μπου­γά­ζι ορ­μη­τι­κό σά­ρω­νε το στή­θος μου με­θυ­στι­κά. Κι εκεί, πά­νω στη βα­θιά ει­σπνο­ή ήρ­θε μια δεύ­τε­ρη σπρω­ξιά να με τρα­ντά­ξει, συ­νοδευό­με­νη α­πό λο­ξό θο­λω­μέ­νο βλέμ­μα. Το τι­μό­νι ξέ­φυ­γε α­πό τα χέ­ρια, αυ­το­νομή­θη­κε. Το σκα­φά­κι διέ­γρα­ψε έ­να κο­φτό ε­ρω­τη­μα­τι­κό πά­νω στην ε­πι­φά­νεια του νε­ρού. Σω­ριά­στη­καν και οι υ­πό­λοι­ποι ε­πι­βά­τες. Πριν προ­λά­βω ν’ α­ντι­δράσω α­κο­λού­θη­σε μια α­γκω­νιά για ε­πι­βε­βαί­ω­ση. Ο με­γά­λος γυ­ιός μου, «έ­λα κάτσε κά­τω θα συ­νε­χί­σω ε­γώ», μου α­να­κοί­νω­σε ψι­θυ­ρι­στά κοι­τώ­ντας ο­λό­ι­σια μπρο­στά τον ο­ρί­ζο­ντα.
          «Συ­γγνώ­μη», ψέλ­λι­σα κοιτώντας τα σα­νί­δια της κου­βέρ­τας, μέ­σα­ απ’ τα δό­ντια μου,
«Δεν πει­ρά­ζει», χα­μο­γέ­λα­σαν συ­γκα­τα­βα­τι­κά οι συ­νε­πι­βά­τες,
«Πο­λύ αρ­γά το θυ­μή­θη­κες» σύ­ρι­ξε ο γυ­ιός μου,
μάλ­λον πα­ρερ­μή­νευ­σες, δεν θα ’χεις άλ­λη ευ­και­ρί­α, α­να­λο­γί­στη­κε ο ε­αυ­τός μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου