Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Δημήτρη Φύσσα: «Η κρυφή πόρτα» και η φανερή γοητεία της.


Το καινούργιο βιβλίο του Αλέξη Πανσέληνου που κυκλοφόρησε μόλις από το «Μεταίχμιο» είναι ένα πυκνογραμμένο μυθιστόρημα τριτοπρόσωπης αφήγησης με μόλις 170 γραμμένες σελίδες, με κεντρικό θέμα την παράλληλη φθορά μιας πόλης κι ενός ατόμου που προσπαθεί να το παίξει αυτάρκης.
Ο Ευγένιος, ένας εξηντάρης ταξικά ξεπεσμένος, πρόωρος συνταξιούχος του Δημοσίου και χωρισμένος, πετυχημένος μεταφραστής και αποτυχημένος πεζογράφος (που ωστόσο πάντα ελπίζει…), ζει με ελάχιστες κοινωνικές επαφές  σ΄ ένα  μεγάλο  κληρονομημένο διαμέρισμα στη Νεάπολη της Αθήνας. Το καλοκαίρι του 2013, καθώς η οικονομική κρίση χειροτερεύει  και τα εισοδήματά του πέφτουν,  μερίζει το διαμέρισμα και βγάζει στο νοίκι ένα κομμάτι του, διατηρώντας άχτιστη (αν και φανερή) την ενδιάμεση πόρτα ανάμεσα στα δυο τμήματα. Μια νεαρή γυναίκα νοικιάζει το νεοσχηματισμένο διαμέρισμα και τότε, λίγο λίγο, εμφανίζεται η ισχυρή πιθανότητα ότι  «το παρελθόν επιστρέφει σαν απειλή και εκτροχιάζει τη ζωή του»- όπως γράφει το οπισθόφυλλο. Τον προεκλογικό Γενάρη του 2015 ο ήρωας, σε πλήρη αβεβαιότητα για το πώς ερμηνεύονται όσα τον έχει βάλει ο συγγραφέας να ζήσει, μένει μετέωρος έξω από το κουκούλι του.

Το βιβλίο  δημιουργεί τη γοητεία του βασιζόμενο ιδίως στη γεμάτη αμφιβολίες ψυχολογική σχέση του Ευγένιου προς την πιτσιρίκα νοικάρισσά του, σχέση που προκύπτει από τη διαφορά των φύλων και της ηλικίας, σε συνάρτηση με την άμεση, αμεσότατη γειτνίαση των σωμάτων τους (Πώς και πληρώνει ένα τρακοσάρι έτσι εύκολα;  Κάνει πράγματι τη δουλειά που λέει ότι κάνει; Γιατί θέλει την ενδιάμεση πόρτα ανοιχτή;  Έχω δικαίωμα να ψάχνω στο διαμέρισμά της όταν λείπει; Την ερωτεύτηκα; Τι ρόλο παίζουν οι άντρες που την επισκέπτονται; Είναι και ποιήτρια; Γιατί  μου πετάει σπόντες; Τυχαία ήρθε εδώ ή ξέρει κάτι για μένα; κλπ κλπ), ενώ παράγει και όνειρα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) και αποτελεί πρόσκαιρη συγγραφική τόνωση.
Το επίπεδο αυτό μέχρι που μπορεί να θεωρηθεί ότι σατιρίζει τη ροζ λογοτεχνία. Ενδεικτικά:  «το σώμα της είχε ξυπνήσει μέσα του χίλιους πόθουςž μια φουρτούνα τάραζε τα ακίνητα νερά της λίμνης που ήταν η ερωτική του ζωή»,  «αυτό που παρακολουθεί μαγνητισμένος ήταν μια ακόμα προσφορά της στον πόθο του», «ένα χέρι σιδερένιο έσφιγγε την καρδιά του» κλπ- κι αν διαβάζω λάθος, έτσι κι αλλιώς η σάτιρα (και η ειρωνεία και ο  σαρκασμός κλπ) είναι στοιχεία παρόντα στο βιβλίο.  Κάπου εδώ «κολλάνε» και οι εμμονές στο τι (δε) φοράει η πιτσιρίκα κάθε φορά, καθώς και ο λεπτομερής κατάλογος των προσωπικών της αντικειμένων.
Μερικά άλλα αξιοσημείωτα στοιχεία:
Η πόλη. Κατονομάζονται ρητά δεκάδες δρόμοι, πλατείες, μαγαζιά και άλλοι χώροι της Αθήνας, όλα υπαρκτά,  δημιουργώντας ένα πλαίσιο τόσο κυριαρχικό, που επικαθορίζει τον κεντρικό ήρωα.
Η διάλυση και η κρίση.  Φτώχεια, άστεγοι, διαλυμένα σπίτια που κάποτε άκμαζαν, πλουσιότερες γενιές που οδήγησαν σε επόμενες ξεπεσμένες, φθορές κτισμάτων (άλλοτε από το χρόνο κι άλλοτε ηθελημένες) παράλληλα με τις φθορές των ανθρώπων που τα κατοικούν ή κατοικούσαν, αιωρούμενα παλιόχαρτα, βροχές που διαλύουν τα πάντα, επεισόδια, φωτιές, ΜΑΤ, μπαχαλάκηδες, λεηλασίες κλπ: οι κατά τη γνώμη μου κορυφαίες σελίδες του βιβλίου είναι ακριβώς οι αφηγήσεις της παρακμής.
Ο πολιτισμός της πολυκατοικίας. Μπαλκόνια, γλάστρες, μεσοτοιχίες, κοινόχρηστα, ασανσέρ, «ματάκια» της πόρτας, πάγκος του θυρωρείου,  κουτσομπόληδες γείτονες, νοικάρηδες και σπιτονοικοκύρηδες, μπανιστήρι στους απέναντι που  –σε ευθεία γραμμή–  είναι δίπλα, κεραίες τηλεόρασης, ρετιρέ όπου (υποτίθεται ότι) δε φτάνουν όσα διαδραματίζονται στους  δρόμους.
Τα εκδοτικά – λογοτεχνικά ήθη. Ο παραδόπιστος εκδότης, μια κάποια Βεατρίκη που λύνει και δένει στον οίκο του, τα μπεστ σέλερ, η  γαλλική λογοτεχνία, το «Πόλεμος και ειρήνη», οι δυσκολίες του μεταφραστικού επαγγέλματος, επίδοξες ποιήτριες, η διπλή καταστροφή  (πυρκαγιά συν σκουπίδια) που υφίσταται το στοκ ενός αποτυχημένου μυθιστορήματος κλπ
Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες. Ο κυνικός  φίλος, η παλιά αλλά πάντα επικίνδυνη γκόμενα, ο καταληψίας άστεγος, η φουρνάρισσα – ποιήτρια, ο «ανέκδοτος» ποιητής, η  απειλητική αποστεωμένη θαυμάστρια κλπ είναι πρόσωπα με αξέχαστα περάσματα από το μικρόκοσμο του ήρωα.
Ο πεπεποιημένος άμεσος λόγος (διάλογοι, σημειώματα, ποιήματα) του Πανσέληνου είναι εξαιρετικά ψηλού επιπέδου, ενώ έντονη παρουσία έχουν η επιγραμματικότητα-  φιλοσοφική διάθεση. Ενδεικτικά: «η ηλικία ήταν από μόνη της μια εξασφάλιση»,  «τα γειτονικά μπαλκόνια και τα παράθυρα ήταν ο νέος του κοινωνικός περίγυρος», «ήταν αρκετά μεγάλοι για να παθιαστούν και η αλληλοεκτίμηση σε κάνει να ακούς τη γνώμη του άλλου ακόμα και αν διαφωνείς» κλπ.
Στο τέλος του βιβλίου, και οι τρεις ομόκεντροι κύκλοι που το συνθέτουν (πόλη – πολυκατοικία – Ευγένιος) εμφανίζονται θρυμματισμένοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου