Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Μεταμοντέρνες κηδείες




Του Γιάννη Σχίζα, δημοσιεύεται στην ΑΥΓΗ της12.4.16

Αν έλθετε στη κηδεία μου

Θα έλθω κι εγώ στη δική σας.

Γιάννης Βαρβέρης



Οι  κοινωνικές τελετές  επηρεάζονται  από τον εξελισσόμενο περίγυρό τους. Μερικές από αυτές χάνουν τη συναισθηματική τους φόρτιση,  ψευτίζουν, τουριστικοποιούνται, άλλες  παραμένουν ασάλευτες μέσα σε ένα κινούμενο πλαίσιο. Ο θάνατος ως θέμα υπερτερεί έναντι των τελετουργιών και ειδικά έναντι αυτής που τον συνοδεύει – δηλαδή της κηδείας :  Όμως και αυτή   προκαλεί το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια εποχή όπως η σημερινή, όπου η φωτογραφική (και όχι μόνο) αδιακρισία  εκδηλώνεται σε πολλά πεδία.

Σε ένα βιβλίο τουΤένζινγκ Νοργκάϋ (της εθνοτικής ομάδας των Σέρπα που ζουν στα Ιμαλάϊα) ,  κάποιοι τουρίστες κατά παράβαση των  τοπικών εθίμων φωτογραφίζουν   νεκρή μητέρα, που οδηγείται  πάνω σε  κάρο στην τελευταία της κατοικία. Ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011) , εξειδικευμένος «θανατολόγος» με το έργο του, υπαινίσσεται με ένα κατεξοχήν  σουρεάλ τρόπο το   καθεστώς συναλλαγής που χαρακτηρίζει συχνά ακόμη και μια τόσο δραματική και «υπαρξιακή» τελετουργία, όπως η κηδεία.  Όμως ο  Σάββας Παύλου (1951-2016) Κύπριος Πατριώτης και Λόγιος που χάσαμε πρόσφατα, κάνει κάτι πιο διαυγές :
Επιτίθεται   ενάντια στις συμβατικότητες και στη χρησιμοποίηση  του πεδίου των τελετουργιών  για σκοπούς αλλότριους, κάποτε «κοσμικούς» και κάποτε «μικροπολιτικούς». Σε ένα κείμενό του υπό τον τίτλο «Η κηδεία μου»,  ξεκινάει πρώτα από την κριτική της μοντέρνας γαμήλιας τελετής, που έχει  μετατρέψει την εκκλησία «σε ένα στούντιο φωτογράφησης και βιντεογράφησης». Και συνεχίζει : «Η λειτουργία, οι ύμνοι, οι ψάλτες, ο παπάς, εκμηδενίζονται και εξαφανίζονται, υπάρχουν μόνον οι φωτογράφοι και οι βιντεογράφοι. Δίνουν εντολές και κανονίζουν πως θα εξελιχθεί η τελετή, που θα σταθούν και πως θα κινηθούν οι νεόνυμφοι, δίνουν διαταγές ακόμη και στον ιερέα πως θα δράσει κα θα πορευτεί».
Όσον αφορά την κηδεία, ο Παύλου σημειώνει :

« Άρχισε να χαλά και η ακολουθία για την κηδεία, η υπέρτατη τελετή, όταν ο άνθρωπος αποχαιρετά τον κόσμο αυτό. Και εκεί τα πράγματα έχουν φτάσει σε σημείο εξευτελισμού και εξανδραποδισμού. Εκτός από τους φωτογράφους και τους βιντεοφόρους, έχουμε την κατάθεση στεφάνων, τους αλλεπάλληλους επικηδείους, σε μερικές παριπτώσεις έχουμε φτάσει σε διψήφιο αριθμό. Η κηδεία γίνεται πια ένα κοσμικό γεγονός στο οποίο ο νεκρός εξαφανίζεται».



Οι ζωντανοί  που διαχειρίζονται την πολύ συχνά άρρητη πνευματική διαθήκη του πεθαμένου προβαίνουν  σε εκτροπές και ανακαινίσεις κάθε είδους, χωρίς να έχουν το έλλειμμα αυτοκυριαρχίας του ήρωα διηγήματος του Ιωάννη Κονδυλάκη(1916) , που ξεσπά στα γέλια κατά τη διάρκεια της εκφώνησης επικηδείου λόγου και στη συνέχεια τρέπεται σε φυγή….

Υπάρχει  κάτι χειρότερο από αυτά; Κατά τη γνώμη μου ναι, κι αυτό είναι τα χειροκροτήματα προς τον απερχόμενο νεκρό. Θα συμφωνήσω με τον πάσα ένα που ισχυρίζεται ότι όπως η γυναίκα του Καίσαρα  - που πρέπει όχι μόνο να είναι τίμια αλλά και να φαίνεται – έτσι και η λύπη για τον μεταστάντα πρέπει όχι μόνο να υπάρχει, αλλά και να δείχνεται. Όμως ποιος είπε ότι αυτή η εξωτερίκευση της λύπης πρέπει να είναι θορυβώδης; Και ποιος είπε ότι ο θόρυβος  πιστοποιεί την ύπαρξη λύπης;

Ο Σάββας Παύλου, χτικιωμένος από την αμφισβητούμενη ελληνικότητα της γενέθλιας γης του, ζήτησε ως μόνο σκηνικό στοιχείο της κηδείας του την γαλανόλευκη, όμως με το λόγο του έβαλλε εναντίον της επικήδειας συναλλαγής και των ιδιοτελών σκέψεων ενώπιον του θανάτου.   Είναι το θέμα που χειρίστηκε ίσως καλύτερα και λακωνικότερα ο ποιητής Βαρβέρης :  



«Μία μέρα από την πολυθρόνα του
είδε ο κύριος Φογκ
έναν άνθρωπο να πνίγεται.
-Αφού δε γνωριζόμαστε
τι νόημα έχει να τον σώσω, σκέφτηκε.
Με τον καιρό θα με ξεχνούσε
ενώ εγώ για πάντα θα θυμόμουν
την αγνωμοσύνη του.
Ή θα’ τανε δια βίου ευγνώμων
κι έτσι μοιραία θα τον ξεχνούσα.
Θέματα τόσο σοβαρά
καλύτερα να τα ρυθμίζει
η θάλασσα.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου