Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Μικροῦ μήκους

 του Θεόδωρου  Γρηγοριάδη


H  ΠΥΛΗ ἄνοιξε ἀργά. Μπο­ρεῖ κι αὐ­του­νοῦ νὰ τοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ὅ­λα γί­νον­ταν σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει νὰ βλέ­πει τὸν κό­σμο μὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ μα­τιά, τὸ εἶ­χε σπου­δά­σει, μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει ἀ­κό­μη νὰ γυ­ρί­σει τὴν πρώ­τη του ται­νί­α. Μιὰ ται­νι­ού­λα μι­κροῦ μή­κους εἶ­χε κα­τορ­θώ­σει νὰ φτιά­ξει, κι ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φτα­σε οὔ­τε στὸ φε­στι­βὰλ νέ­ων δη­μι­ουρ­γῶν τῆς Δρά­μας. Μπά, δὲν ἦ­ταν γκαν­τε­μιὰ τω­ρι­νή, αὐ­τὴ τὴν κου­βά­λα­γε χρό­νια, ἀ­πὸ τό­τε. Ἀ­πὸ κεῖ­νον ποὺ θὰ ἔ­βγαι­νε σὲ λί­γο ἀ­πὸ τὴν πύ­λη τῶν φυ­λα­κῶν.
       Οἱ Ἀ­γρο­τι­κὲς Φυ­λα­κές. Ἐ­πί­τη­δες, λές, φτι­αγ­μέ­νες ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, σὲ μιὰ στε­πώ­δη ἀ­νοι­χτω­σιά. Γκρί­ζο χῶ­μα, ἀ­καλ­λι­έρ­γη­το, κά­τι πα­λιὰ ἐρ­γο­στά­σια ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας με­τάλ­λων εἶ­χαν ἀ­φή­σει πί­σω τους ἐ­ρεί­πια καὶ μο­λυ­σμέ­να ὑ­πε­δά­φη. Οἱ κτι­ρια­κὲς ἐγ­κα­τα­στά­σεις μο­να­χι­κές, στὸ που­θε­νά, σὰν νὰ τε­λεί­ω­νε κά­που ἐ­κεῖ ἡ ζω­ὴ καὶ ἀ­μέ­σως πα­ρα­πέ­ρα ν' ἄρ­χι­ζε τὸ τί­πο­τε.
       Πῶς νά '­ταν ἄ­ρα­γε αὐ­τὸς ποὺ εἶ­χε ἀρ­νη­θεῖ νὰ τὸν δεῖ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια; Καὶ για­τί ἔ­πρε­πε νὰ τὸν δεῖ; Νὰ τὸν φορ­τω­θεῖ; Νὰ φορ­τω­θεῖ τὶς δι­κές του τύ­ψεις; Πιὸ λο­γι­κὸ ἀ­κου­γό­ταν νὰ μὴν τὸν συ­ναν­τή­σει ποτέ. Τὰ γράμ­μα­τά του λί­γα. Ἐ­πί­σκε­ψη κα­μιά, καὶ ἄς ἐ­πέ­με­νε ἡ για­γιὰ Ντρού­σκα, λί­γο πρὶν πε­θά­νει, ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὸν συγ­χω­ρέ­σει καὶ νὰ τὸν δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Δι­κός της γιὸς ἦ­ταν ὁ δο­λο­φό­νος, ἂν ἦ­ταν μά­να τῆς νύ­φης, ποι­ὸς ξέ­ρει ἂν θὰ ἀν­τι­δροῦ­σε ἔ­τσι γιὰ τὸν φο­νιά.
       Ἡ δο­κι­μα­σί­α, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νο πα­τέ­ρα του, κρά­τη­σε μῆ­νες.
Τε­λι­κά το ἀ­πο­δέ­χτη­κε καὶ ἦρ­θε. Του­λά­χι­στον ἂς τὸν κα­τέ­βα­ζε μέ­χρι τὴν πό­λη κι ἂς τὸν ἄ­φη­νε στὴν και­νού­ρια του ζω­ή, ὅ­ση τοῦ ἀ­πέ­με­νε.
       Ἡ πύ­λη ἄ­νοι­γε. Ἡ κά­με­ρα στὰ χέ­ρια του. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­βγαι­νε κρα­τοῦ­σε ἕ­να σὰκ βου­α­γι­άζ. Τὸ συννε­φό­κα­μα τοῦ ἔ­φερ­νε πρό­σκαι­ρη τύ­φλω­ση στὰ μά­τια – ἐ­κεῖ μέ­σα δὲν χρει­ά­ζον­ταν γυα­λιά.
       «Κα­λη­μέ­ρα» τοῦ εἶ­πε.
       «Κα­λη­μέ­ρα, πα­λι­κά­ρι μου» εἶ­πε ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος, ζα­ρω­μέ­νος, εὐ­νου­χι­σμέ­νος. Τε­λει­ω­μέ­νος. «Τί κρα­τᾶς στὰ χέ­ρια σου, γι­έ μου;»
       «Μιὰ κά­με­ρα. Θέ­λω νὰ γρά­ψω τὴ ζω­ή σου, ἀρ­χί­ζον­τας ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ βγῆ­κες.»
       «Τί τὴ θέ­λεις τὴ ζω­ή μου» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πάν­τη­ση. «Τὴν ἔ­φα­γα. Μα­ζὶ μ' ἐ­κεί­νη.»
       Ὁ γιὸς τρα­βοῦ­σε συ­νε­χῶς ὑ­λι­κό.
       «Γι' αὐ­τὸ ἦρ­θες νὰ μὲ ὑ­πο­δε­χτεῖς, Τά­σο; Γιὰ νὰ μὲ κά­νεις ται­νί­α;»
       «Αὐ­τὸ σπού­δα­σα, πα­τέ­ρα.»
       «Σπού­δα­σες πῶς νὰ προ­δί­νεις τὴ ζω­ὴ τῶν ἄλ­λων;»
       Ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὴ στά­ση τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων. Κά­θε μί­α ὥ­ρα περ­νοῦ­σε ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο τοῦ ΚΤΕΛ. Δὲν ἔ­βλε­πε στὰ μά­τια τὸν γιό του, για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε, ὁ ἄλ­λος εἶ­χε φρον­τί­σει νὰ φο­ρέ­σει τὰ μά­τια τοῦ φα­κοῦ.
       «Για­τί τὴ σκό­τω­σες;»
       «Αὐ­τὸ ἦρ­θες νὰ μά­θεις ἀ­πὸ μέ­να; Εἴ­κο­σι χρό­νια ἔ­μει­να ἐ­κεῖ μέ­σα στοὺς γα­μη­μέ­νους τοί­χους γιὰ νὰ τὸ ξε­χά­σω...»
       «Ἔ­χεις δί­κιο. Ἡ μά­να δὲν ξε­χνι­έ­ται.»
       «Σω­στά. Στα­μά­τα νὰ μὲ φω­το­γρα­φί­ζεις!»
       «Σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φῶ».
       «Θὲς νὰ μά­θεις για­τί τὴ σκό­τω­σα; Δὲν σοῦ εἶ­πε ἡ για­γιά σου, ἡ κοι­νω­νί­α ἡ σω­στὴ δὲν σοῦ τὸ πρό­λα­βε τὸ μυ­στι­κό;»
       «Τί νὰ προ­λά­βει;»
       «Για­τί τὴ σκό­τω­σα...»
       «Για­τί εἶ­σαι πα­ρα­νο­ϊ­κὸς καὶ τὴ ζή­λευ­ες.»
       Ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος ἄν­τρας στα­μά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν ἄν­θρω­πο-κά­με­ρα.
       «Δὲν θὰ σοῦ τὴ σπά­σω τὴ μη­χα­νή, μπά­σταρ­δε. Ἐ­ξαι­τί­ας σου τὴ σκό­τω­σα. Γρά­ψ' το αὐ­τό. Γιὰ τὴν τι­μή μου. Καί, ἂν τολ­μᾶς, δεῖ­ξε τὴν ται­νία σου καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Καὶ ὕ­στε­ρα ψά­ξε νὰ βρεῖς ποια­νοῦ παι­δὶ εἶ­σαι...»
       Τὸ πλά­νο ἄ­δεια­ζε κα­θὼς ὁ ἄν­τρας ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ στὴ θέ­ση του φα­νε­ρω­νό­ταν τὸ κε­νό, πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­ρεί­πια, πί­σω ἀ­πὸ τὰ φυ­λαγ­μέ­να κτί­ρια, τὸ πιὸ ἀ­κα­τοί­κη­το κε­νό.

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Χάρ­τες. Ἑ­βδο­μή­ντα ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πα­τά­κης, 2007).

Θε­ό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης (Καβάλα, 1956). Σπούδασε ἀγγλική φιλολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Ἔχει ἐκδόσει ἑπτὰ μυθιστορήματα καὶ μία συλλογὴ διηγημάτων. Συνεργάζεται γιὰ τὴν διοργάνωση σεμιναρίων μὲ τὴν Δημόσια Κεντρικὴ Βιβλιοθήκη Σερρῶν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου