Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Στέλλα Παρασχᾶ: Κακοκαιρία







ΗΣΥΧΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ περ­πα­τοῦ­σε στὴν κεν­τρι­κὴ λε­ω­φό­ρο ἡ ὁ­μά­δα τοῦ φοῦτ­μπολ. Ἦ­ταν ντυ­μέ­νοι χον­τρά, σχε­δὸν φα­σκι­ω­μέ­νοι μὲ δι­πλὴ στρώ­ση πα­νω­φό­ρια, σκου­φιά, κα­σκὼλ καὶ γάν­τια. Ἄ­μα­θοι σὲ τέ­τοι­ο κρύ­ο —ἄλ­λω­στε δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ ’κεῖ— καὶ δὲ συ­νη­θί­ζε­ται, λέ­νε, τὸ βα­ρὺ κλί­μα μὲ τί­πο­τα. Σκέ­φτη­καν νὰ μὴ χά­σουν τὸν ἑ­βδο­μα­δια­ῖο φι­λι­κὸ ἀ­γώ­να. Ἤ­θε­λαν νὰ κρα­τι­οῦν­ται σὲ φόρ­μα, για­τὶ, τὸ μυα­λὸ δου­λεύ­ει κα­λύ­τε­ρα σὲ σῶ­μα ὅ­λο σφρί­γος, ἔ­τσι λέ­νε.
       Τουρ­του­ρί­ζον­τας πα­ρό­λη τὴ ζε­στὴ πα­νοπλί­α τους προ­χω­ροῦ­σαν δί­χως νὰ μι­λοῦν. Προ­σε­χτι­κά, για­τὶ οἱ δρό­μοι ἦ­ταν πα­γω­μέ­νοι. Ἀ­πὸ τὴ μέ­ση τοῦ ὁ­δο­στρώ­μα­τος – ἀ­πὸ ’κεῖ ποὺ ὁ δῆ­μος εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ρί­ξει ἁ­λά­τι γιὰ νὰ δι­ευ­κο­λύ­νει τὴν ἔ­λευ­ση τῶν ὀ­χη­μά­των. Τὰ βή­μα­τα συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ ἤ­χους κρυ­στάλ­λων ποὺ ἔ­σπα­ζαν. Σὲ με­ρι­κὲς με­ρι­ὲς γυ­ά­λι­ζε κιόλας ἡ πίσ­σα, λὲς καὶ ἦ­ταν στρω­μέ­νη μι­κρὰ δι­α­μάν­τια – ἦ­ταν ποὺ τὸ χον­τρὸ ἁ­λά­τι ἔ­με­νε ἀ­κό­μη ἀ­νέγ­γι­χτο, σί­γου­ρα θὰ εἶ­χε λι­ώ­σει με­τὰ τὸ πέ­ρας τοῦ ἀ­γώ­να.

       Ὁ ἀ­κρια­νός, ὁ πιὸ νέ­ος ποὺ εἶ­χε ξε­μεί­νει καὶ περ­πα­τοῦ­σε νω­χε­λι­κά, σχε­δὸν ὀ­νει­ρο­πό­λα, ἄ­νοι­ξε τὸ βῆ­μα του νὰ προ­φτά­σει τὸν πιὸ κον­τι­νό του. «Ἄ­κου, τοῦ εἶ­πε, τὸν ἦ­χο ποὺ κά­νει τὸ ἁ­λά­τι ποὺ σπά­ει, μοιά­ζει μὲ τὸν ἦ­χο ποὺ κά­νουν τὰ χα­λί­κια κά­τω ἀ­πὸ τὰ γυ­μνὰ πέλ­μα­τα. Μοιά­ζει σὰν ἦ­χος πά­λης τοῦ μπλὲ καὶ τοῦ γκρὶ ποὺ πι­τσι­λί­ζε­ται μὲ γα­λα­κτε­ροὺς τό­νους, ξέ­ρεις τί χρῶ­μα βγαί­νει τε­λι­κά; Ὄ­χι γκρί, ὅ­πως θὰ πε­ρί­με­νε κα­νείς, ἀλ­λὰ θα­λασ­σὶ σὲ ἀ­πο­χρώ­σεις ποὺ δὲν ἔ­χεις μα­τα­δεῖ.»
       Ὁ ἄλ­λος δὲν ἀ­πο­κρί­θη­κε. Ἴ­σως νὰ δυ­σκο­λευ­ό­ταν ν’­ἀ­κού­σει, ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν προ­στα­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ μάλ­λι­νο σκου­φά­κι μὲ τὴ γού­νι­νη ἐ­πέν­δυ­ση. Ἡ ὑ­πό­λοι­πη ὁ­μά­δα συ­νέ­χι­ζε μὲ ἀ­μεί­ω­το ρυθ­μό, ἀ­νυ­πό­μο­να σχε­δόν, ἐ­πι­θυ­μών­τας νὰ φτά­σει τὸ συν­το­μό­τε­ρο στὴ θερ­μαι­νό­με­νη αἴ­θου­σα τοῦ συ­νοι­κια­κοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου. Τὸ νέ­ο ὅ­μως ἡ σι­γὴ δὲν τὸν πτό­η­σε δι­ό­λου: «Σ’ἐκείνη τὴν πα­ρα­λί­α γνώ­ρι­σα πέρ­σι μιὰ κο­πέ­λα μὲ ὄ­μορ­φα πρά­σι­να μά­τια. Εἶ­χε στή­σει τὸ κα­βα­λέ­το της καὶ ζω­γρά­φι­ζε τὸ νε­ρὸ νὰ ἀ­φρί­ζει ἀ­νά­με­σα στὰ χα­λί­κια. Τὸ χει­μώ­να προ­τι­μῶ νὰ στή­νω τὸ κα­βα­λέ­το στὸ μπαλ­κό­νι, μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε. Μιὰ φο­ρὰ ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­βα­ζα τὸν οὐ­ρα­νὸ στὸν καμ­βὰ μὲ πλα­τι­ὲς πι­νε­λι­ές, χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο. Τὰ νέ­α πού μοῦ μή­νυ­σαν ἦ­ταν μαῦ­ρα σὰ τὴ νύ­χτα, ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι βι­α­στι­κὰ καὶ ὅ­ταν γύ­ρι­σα με­τὰ ἀ­πὸ και­ρὸ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ πέν­θος, βρῆ­κα τὸ μι­σὸ οὐ­ρα­νὸ νὰ στέ­κε­ται στὴ μέ­ση του μπαλ­κο­νιοῦ ἀ­γέ­ρω­χος. Ὁ και­ρὸς εἶ­χε χα­λά­σει μέ­σα μου κι ἦ­ταν τό­ση ἡ μα­νί­α νὰ ἐ­ξα­φα­νί­σω τὴ μπλὲ κα­λο­και­ρί­α, ποὺ ἄρ­χι­σα νὰ ξύ­νω τὸ χρῶ­μα μὲ μα­νί­α. Κι ἔ­τσι ὅ­πως ἄρ­χι­σε νὰ ξε­κολ­λά­ει καὶ νὰ πέ­φτει σὲ φαρ­δι­ὲς λω­ρί­δες γε­μί­ζον­τας τὸ μπαλ­κό­νι, αἰ­σθάν­θη­κα τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ πα­τή­σω ἐ­πά­νω της, μή­πως καὶ θυ­μη­θῶ τὶς μέ­ρες πρὶν τὸ κα­κό. Πῶς ἔ­τρι­ζε κα­θὼς θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἡ μπλὲ κα­λο­και­ρί­α! Ὁ ἦ­χος μὲ ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­τρι­χιά­σω, ἀλ­λὰ συ­νέ­χι­σα μὲ μα­νί­α νὰ πο­δο­πα­τά­ω τὶς μπλὲ φλοῦ­δες. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ χρει­ά­στη­κε νὰ μου­λιά­σω πολ­λὴ ὥ­ρα τὰ πό­δια μου στὴν πλα­στι­κὴ λε­κα­νί­τσα γιὰ νὰ βγά­λω τὸ μπλὲ ἀ­πὸ πά­νω μου

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ .

Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση. Πρό­σφα­τες δη­μο­σι­εύ­σεις της λο­γο­τε­χνι­κῆς/ποι­η­τι­κῆς ὑ­φῆς βρί­σκονται στοὺς ἱ­στό­το­πους Ποι­εῖν, Θρά­κα, Bibliotheque. Συμ­με­τέ­χει στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ Πό­λη αὐ­τὴ τὴ Νύ­χτα, Τό­μος Α’ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις poema







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου