Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Ἀ­ρί­στη Τρέν­τελ : Ἐθνικός ὕμνος

   

  
 
ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑ συ­νό­δευ­σε τὴν δε­κα­ε­φτά­χρο­νη ἀ­νι­ψιά της στὸ Λύ­κει­ο ὅ­που ἡ μι­κρὴ θὰ ‘παιρ­νε ἔ­παι­νο. Ἤ­ξε­ρε­ ὅ­τι­ αὐ­τὸς ὁ ἔ­παι­νο­ς θώ­πευ­ε κά­πως τὴν ἐ­φη­βι­κή της με­λαγ­χο­λί­α καὶ ὅ­τι ἡ πα­ρου­σί­α της στὴ σχο­λι­κὴ­ γι­ορ­τὴ ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος ἀ­να­γνώ­ρι­σης. Πρώ­τη στὴ τά­ξη της καὶ τρί­τη στὸ σχο­λεῖ­ο. Ὁ ση­μαι­ο­φό­ρος, ἕ­να ἀ­δύ­να­το ἀ­γό­ρι, μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας φορ­τω­νό­ταν τὴ ση­μαί­α. Εἴκοσι ὀκτὼ Ὀ­κτω­βρί­ου καὶ οἱ ση­μαῖ­ες ξε­ση­κω­μέ­νες, οὔ­τε ἐ­πα­νά­στα­ση νὰ ἤ­τα­νε. Σὰν κα­λὴ μα­θή­τρια πα­ρα­κο­λού­θη­σε προ­σε­κτι­κὰ καὶ χει­ρο­κρό­τη­σε θερ­μά. Καὶ στὸ τέ­λος κά­τι ποὺ δὲν πε­ρί­με­νε, κά­τι ποὺ εἶ­χε ξε­χά­σει, μιὰ φω­νὴ ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ εἶ­χε σω­πά­σει. Σὰν ν' ἀ­να­σται­νό­ταν κά­τι ποὺ εἶ­χε θά­ψει. Ξαφ­νι­κὰ βρῆ­κε τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ τρα­γου­δά­ει πα­ρά­φω­να τὸν ἐ­θνι­κὸ ὕ­μνο. Θυ­μό­ταν τοὺς στί­χους. Συγ­κι­νή­θη­κε κι­ό­λας. Μιὰ Τρί­τη συ­νό­δευ­σε τὸν ἄν­τρα της στὴ δι­α­δή­λω­ση κα­τὰ τοῦ και­νού­ργιου νο­μο­σχε­δί­ου τῆς γαλ­λι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης ποὺ προ­έ­βλε­πε τὴν ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­ση­ τῶν πε­ρι­ο­χῶν. «Θέ­λουν νὰ ἐ­ξο­λο­θρέ­ψουν τὴν ἀλ­σα­τι­κὴ κουλ­τού­ρα οἱ Ἰ­α­κω­βί­νοι», τῆς εἶ­πε ἐ­ξορ­γι­σμέ­νος. Συμ­φώ­νη­σε. Εἶ­χε σπου­δά­σει­ Το­πι­κὲς Γλῶσ­σες καὶ Κουλ­τοῦ­ρες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν πε­ρι­ο­χή. «Μή­πως θέ­λεις νὰ φο­ρέ­σω φι­όγ­κο», τὸν ρώ­τη­σε. Δὲν ἦ­ταν ἡ μό­νη ποὺ τὸ σκέ­φτη­κε. Ὅ­μως οἱ ἄλ­λες δὲν ἀ­στει­εύ­ον­ταν. Πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες εἶ­χαν ντυ­θεῖ ἀλ­σα­τι­κά. Χρό­νια στὴν Ἀλ­σα­τί­α, ἀλ­λὰ πρώ­τη φο­ρὰ­ ἔ­βλε­πε ἀλ­σα­τι­κὴ ση­μαί­α. Ἡ τρί­χρω­μη κυ­μά­τι­ζε σὰν γα­λα­νό­λευ­κη. Πρώ­τη φο­ρὰ ἄ­κου­γε τὸν ἀλ­σα­τι­κὸ ὕ­μνο. Πα­ρά­φω­να μὲ τὰ σπα­σμέ­να γερ­μα­νο­αλ­σα­τι­κὰ της προ­σπά­θη­σε νὰ τρα­γου­δή­σει κι αὐ­τή.

       Με­τά ἦρ­θε ὁ Charlie. Ὄ­χι πὼς ἦ­τα­ν Charlie, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴν Τε­τάρ­τη —κα­τὰ τύ­χη— ἔ­γι­νε. Βρι­σκό­ταν στὸ με­τρό, ὅ­ταν τὸ ἔ­μα­θε. Δὲν ἔ­κα­νε στά­ση στὴν Place de la Republique. Κα­τέ­βη­κε στὴν ἑ­πό­με­νη κι ἔ­συ­ρε τὴ βα­λί­τσα της μέ­χρι τὴν Πλα­τεί­α, ὅ­που γι­νό­ταν ἡ συγ­κέν­τρω­ση. Εἶ­χε κά­τι νὰ μοι­ρα­στεῖ μὲ τὸ­ πλῆ­θος ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρε. Καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη στὴν ἴ­δια Πλα­τεί­α τρα­γού­δη­σε καὶ τὴ­ν Marseillaise, μο­λο­νό­τι­ ἔ­βρι­σκε τοὺς στί­χους βάρ­βα­ρους.
       Τό βρά­δυ ἔ­κα­νε ἕ­να μπά­νιο μὲ ἄ­φθο­νο ἀ­φρό­λου­τρο καὶ Μπε­τό­βεν. Ἡ κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ τὴν βο­η­θοῦ­σε νὰ ξε­χνά­ει τὰ ἐγ­κό­σμια. Ὁ «Ὕ­μνος τῆς χα­ρᾶς» βρόν­τη­σε­ στὸ μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα. Δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε ν΄ ἀ­κού­σει, ἀλ­λὰ κα­λὴ προ­θέρ­μαν­ση γιὰ τὴν δου­λειὰ ποὺ τὴν πε­ρί­με­νε. Σι­γο­τρα­γου­δοῦ­σε καὶ τὶς νό­τες μὲ το κομ­πιοῦ­τερ ἤ­δη ἀ­νοι­χτὸ καὶ τὸ κεί­με­νο αρ­χι­νι­σμέ­νο, «Οἱ πιὸ Εὐ­ρω­παῖ­οι Ἀ­με­ρι­κά­νοι συγ­γρα­φεῖς ...»
       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη κά­ποι­α στιγ­μὴ θυ­μή­θη­κε ὅ­τι ὀ­νει­ρεύ­τη­κε τὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη ση­μαί­α μὲ ση­μαι­ο­φό­ρο τὸν Μί­κυ Μά­ους.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικά καὶ στὰ αγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου