Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

ΓΙΑ ΤΟΝ "ΚΗΠΟ", ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΧΙΖΑ

 Της Στέλλας Καλαμαρά

(Εικαστικός, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ε.Μ.Π.)

Αθήνα Ιούνιος 2015


Το καινούριο βιβλίο του Γιάννη Σχίζα ξεκινά με μια αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν όταν ακόμα στις παρυφές της πόλης υπήρχαν κήποι με λαχανικά και οπωροφόρα δένδρα. Οι προσωπικές μνήμες από τις αναφορές των αισθήσεων όπως τα ειδώματα, τα αγγίγματα, οι οσμές και οι γεύσεις είναι παρούσες με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο. Διηγείται πως η μυρωδιά του ευκαλύπτου και του ρετσινιού  και οι άλλες φυσικές μυρωδιές ανακατεύονταν με το καυσαέριο των αυτοκινήτων και τις άλλες οσμές που προέρχονται από την ανθρώπινη μαζική εγκατάσταση και κατάληψη της φύσης  στα όρια της πόλης και τις εξοχές της νέα Σμύρνη Ηλιούπολη Πατήσια. Στη συνέχεια μας ταξιδεύει μέσα από τις προσωπικές μνήμες στον κοινωνικό περίγυρο του 50-60 με έμφαση στη γειτονιά του. Παραθέτει το αίσθημα μελαγχολίας που προέρχεται από την ενδοστρέφεια τις ώρες της απραξίας τις Κυριακές και τις σχόλες. Μια βόλτα στον κήπο ένα άγγιγμα στα δένδρα ένα μύρισμα στα λουλούδια γεμίζουνε τις μέρες εκείνης της ζωής. Βλέπουμε τις μεγάλες συκιές και τη βερικοκιά φύλακες αγγέλους του κήπου, και μετά τη χιώτικη μανταρινιά, τις τζανεριές, κορομηλιές και τις μουσμουλιές την ψηλόλιγνη καρυδιά και την καστανιά. Τα λουλούδια μέσα σε γλάστρες και ντενεκέδες έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένας λειτουργικός χώρος που πέρα από την ωφελιμιστική του ιδιότητα  δίνει την ευκαιρία στους χρήστες  του τα παιδιά να τον κατακτήσουν να οραματιστούν και να δημιουργήσουν τα παιχνίδια τους. Τα τζιτζίκια, τα τριζόνια και τα πουλιά κρατούσαν το ίσο σε μια συμφωνία γεμάτη από ήχους της φύσης, εκεί που οι κρότοι και οι θόρυβοι δεν έχουν θέση . Οι γεύσεις από τα φρέσκα ζαρζαβατικά είναι ακόμα ζωντανές και εναρμονισμένες με την αλληλουχία της εναλλαγής των εποχών του χρόνου που σηματοδοτούν οι διαφορετικές δράσεις. « Τα καλοκαίρια ήταν μεγάλα, τα φθινόπωρα δεν τέλειωναν, οι χειμώνες φαίνονταν γιγαντιαίοι, κάναμε αμάν μέχρι η άνοιξη να παραχωρήσει τη θέση της στα καλοκαίρια.»

Ο φίλος Γιάννης Σχίζας γεννήθηκε και μεγάλωσε κοντά στον κήπο του στην Ηλιούπολη. Σπούδασε νομικά, πολιτικές και οικονομικές επιστήμες και αγγλική φιλολογία.
Άσκησε το επάγγελμα του ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας.
Από το 1977 συμμετείχε στο αντιπυρηνικό κίνημα, στους «Οικολόγους Εναλλακτικούς», σε αυτοδιοικητικές κινήσεις και κινήσεις ορειβατικές και φυσιολατρικές.
Συμμετέχει στο κίνημα υποστήριξης των ΑΜΕΑ.
Συμμετείχε σε εκδοτικά εγχειρήματα όπως το «Περιβάλλον και Ρύπανση», «Οικολογία και Περιβάλλον», «Νέα Οικολογία» και «Οικολογική Εφημερίδα». Συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά όπως «Εποχή» «Αυγή» «Οικονομικός Ταχυδρόμος» «Άρδην» «Γαλέρα» κ.α.
Την περίοδο 1997 έως 2007 διεύθυνε το περιοδικό «Οικοτοπία».
Εξέδωσε το περιοδικό «Οικολογείν» και σήμερα διαχειρίζεται τους ιστότοπους oikoniki και oikologein.

Η απουσία της βίαιης κινούμενης εικόνας που χαρακτηρίζει  την εποχή  του Γιάννη Σχίζα παραχωρεί τη θέση της στα βιβλία βαριάς ρώσικης και γαλλικής λογοτεχνίας αλλά και στα εβδομαδιαία φυλλάδια αστυνομικού ενδιαφέροντος,  που μέσα από τον διασκεδαστικό τους ρόλο συμβάλλουν και αυτά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα δικαίου  της  συγκεκριμένης γενιάς.  Η ηχητική μνήμη είναι παρούσα ξεκινώντας από τα θροίσματα των φύλλων την ορμή του αέρα τον ήχο της βροχής μέχρι τα τραγούδια που τραγουδούν οι καθημερινοί άνθρωποι και όχι μόνο, αλλά έχουμε και μια αναφορά στην ελληνικότητα μέσα από τους ελληνικούς χορούς του Νίκου Σκαλκώτα.
Η επικοινωνία γινότανε με την φυσική παρουσία των ανθρώπων αλλά και απρόσκλητα όπως η βερικοκιά -  που έκανε αρμένικη βίζιτα στον κήπο για 16 χρόνια. Γύρω στο 1970 όλα τείνουν να μετατραπούν, τα ήθη και ο περιβάλλων χώρος. Οι κήποι παραχωρούν τη θέση τους σε τσιμεντένια οικοδομήματα, τα σπίτια γίνονται πολυώροφα κουτιά. Λέει ο Γιάννης Σχίζας:
«κι όμως, κατά βάθος αισθανόμουν τη δυναμική των πραγμάτων. Την αισθανόμουν και την απεχθανόμουν ταυτόχρονα. Έβλεπα το μεταίχμιο αστικής και υπαίθριας ζωής που ζούσαμε, την «ισορροπία» που ολοένα κλονίζονταν, που ολοένα προανήγγελλε την κατάλυση της ανοικτότητας του χώρου».
Και πιο κάτω: «Η παλιά πόλη με τα διακριτά αγροτικά περίχωρα εξέπνεε. Ο νέος ουρμπανισμός αποθέωνε την κυριαρχία των τεχνημάτων, των ανθρωπογενών μορφών, των νεοτερισμών που δεν υπερέβαιναν απλώς την παράδοση αλλά την απαξίωναν και την έσβηναν από τον χάρτη της ζωής. Ο νέος ουρμπανισμός   άλλαξε τους όρους ζωής, τα καταναλωτικά αγαθά, τα αποταμιευτικά πρότυπα, την κατοικία τη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου. «Τηλεόραση φθηνή, ψυγεία, δόσεις, γιωταχί, και οικοδομές. Πριζουνίκ, πρατήρια και χρηματιστήρια και διακοπές» στιχουργούσε ο Σαββόπουλος».
Έχοντας βιώσει την μετατροπή και τα μειονεκτήματα της άκρατης αστικοποίησης  από την μια και όντας γαλουχημένος κοντά στη γη έχοντας αποκομίσει τα οφέλη από αυτή τη γειτνίαση είναι σε θέση να μορφώσει το δικό του όραμα και να το προσφέρει στο τέλος.
«Όλοι όσοι αναφέρονται στο δικαίωμα στη διαφορά, θα έπρεπε να επεκτείνουν αυτό το δικαίωμα προς όφελος του ακανόνιστου, του φυσικού, του ζωικού μέσα στην πόλη…θα’ πρεπε να στηρίξουν μια νέα συμβιωτική σχέση με τη φύση….
Να εντάξουν στους σχεδιασμούς των μεγαπόλεων  τις αισθήσεις μιας φθινοπωρινής μπόρας. Να μην κλειδώνουν τις εποχές έξω από τον αστικό χώρο στο όνομα της βολής, της καθαριότητας, της κυριαρχίας του ανθρωπογενούς στοιχείου. Να δουν τα πάρκα της πόλης σαν μεγάλους συμμετοχικούς κήπους».

Το βιβλίο περιέχει ένα ανταποκριτικό διάλογο ανάμεσα στην αφήγηση και στα σχέδια της Άννας Φιλίνη. Τα σχέδια αυτά μορφοποιούν τις μνήμες της εποχής εκείνης υποδηλώνοντας τη λιτότητα των μέσων. Με καθαρή γραμμή που καμπυλώνεται εξπρεσιονιστικά, εμφανίζονται οι σκηνές της εποχής εκείνης. Η γραμμή είναι πάλλουσα και περιγράφει ακουμπώντας μαλακά τους όγκους. Οι εικόνες που δημιουργούνται  υπογραμμίζουν καθοριστικά την αφήγηση.
Η απουσία του χρώματος μας οδηγεί σε μια απαραίτητη λιτότητα και οικονομία σύμφωνη και με το πνεύμα του συγγραφέα. Μυθικές προσωπικότητες, Καζαντζίδης, Βισκόντι, Λε Κορμπυζιέ, προσκυνητές στον κήπο του Γιάννη Σχίζα, είναι και αυτοί παρόντες μέσα από τα σχέδια της Άννας Φιλίνη. Το βλέμμα τους βαθύ υπογραμμίζεται με πιο  σκούρους τόνους που τους προσδίδουν ένα μυστήριο. Εμφανίζονται απρόσμενα και μας ξαφνιάζουν ανάμεσα στις λεμονιές τις τριανταφυλλιές, τα χρυσάνθεμα και τα άλλα λουλούδια στους ντενεκέδες. Οι εικόνες του νεαρού αγοριού μέσα στο χωρικό του πλαίσιο, στο σκηνικό της δράσης του, στη στάση του λεωφορείου, μέσα στον κήπο, κοντά στο σπίτι,  επαναπροσδιορίζουν το χρονικό όριο των πληροφοριών που παίρνουμε από το κείμενο καθώς και την αντίληψη της σχέσης της ανθρώπινης κλίμακας με τον χωροχρόνο. Το σπίτι με τα λουλούδια και τα φυτεμένα ζαρζαβατικά, το δένδρο με το σχοινί και τα απλωμένα ρούχα, το νεαρό αγόρι σε άλλο επίπεδο, φορά πέδιλα και καλοκαιρινά ρούχα, το βιβλίο στα πόδια του, μόλις το άφησε κάτω, οι γυμνοί λόφοι στο βάθος. Μια εικόνα σύμφωνη με την αφήγηση δοσμένη με ακρίβεια στη λεπτομέρεια. ‘Όλα λιτά καθαρά και τακτοποιημένα.
Οι λόφοι που εμφανίζονται στην εικονογράφηση δεν είναι πολύ μακρινοί. Είναι κοντινοί χωρίς κανένα ίχνος επέμβασης οικιστικής ακόμα, μιας επέμβασης που θα τους πλήγωνε.
Ο Γιάννης Σχίζας είναι ένα άτομο με βαθειά οικολογική συνείδηση. Προσκυνά τη φύση όσο καιρό τον ξέρω. Διαβάζοντας το βιογραφικό του το καταλαβαίνει ο καθένας που μπορεί να μην τον ξέρει. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έχει αφιερώσει στους αγώνες του για τη φύση και στην επαφή του με αυτή. Μέσα από τις μνήμες της νεανικής του ηλικίας που μας προσφέρει σε αυτή την έκδοση μπορούμε να κατανοήσουμε την προέλευση και τους στόχους του.
Είναι ένας οραματιστής που ρισκάρει και προτείνει  στο τέλος τις ριζοσπαστικές του ιδέες για περισσότερη συνειδητότητα σε όλες τις εκφάνσεις των ενεργειών μας.
Προτείνει ένα χώρο μια διείσδυση της φύσης μέσα στην πόλη, που λείπει και είναι τόσο απαραίτητη.. Μια διείσδυση που στις μέρες μας είναι αποκλεισμένη και ζητά έξοδο επιτακτικά. Θέλει περισσότερο χώρο για να μπορούμε να ανασάνουμε, ένα περιβάλλον που τώρα δεν υπάρχει. Μια κραυγή που αν πληθύνει μπορεί κάπως να ακουστεί.
Πέρα από τις πρωτοποριακές του προτροπές μπορεί κανείς να απολαύσει την διήγηση του με τον ρέοντα λόγο, που σε μεταφυτεύει στον χωροχρόνο. Σε κάνει να ακούς το θρόισμα των φύλων των δένδρων και τον ήχο της βροχής και τις κραυγές των ζώων. Παλεύει με δύο πρόσωπα Το πρώτο είναι του ψυχρού καταγραφέα που κρατά τον έλεγχο και δεύτερο είναι του ευαίσθητου νεανία που τον περιορίζει σε ανώδυνες διαδρομές. Στο πίσω μέρος υποβόσκει μια καλπάζουσα ευαισθησία που προσπαθεί να χαλιναγωγήσει, ένα νοσταλγικό κλάμα για τη χαμένη ευκαιρία.
Νομίζω ότι αυτή η περιήγηση μπορεί να βάλει σε σκέψη ακόμα και τον λιγότερο ευαίσθητο αναγνώστη για μια πιο ανθρώπινη και ενσυνείδητη ζωή.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου