Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

ΚΗΠΟΣ


Της Μαρίας Αρβανίτη –Σωτηροπούλου

……Για μένα που μεγάλωσα (στις Κυκλάδες) με την ολόχρονη ευχή, να βρέξει ώστε να γεμίσουν οι στέρνες και να μη διψάσουμε, η πρώτη εικόνα μιας φυσικής πηγής, στο Αίγιο έξω από την Παναγία την Τρυπητή, που χύνεται στη θάλασσα,  φάνηκε βλασφημία….


Ευχαριστώ το φίλο Γιάννη Σχιζα, γιατί με το βιβλίο του μας έδωσε την αφορμή όχι απλώς ν’ αναπολήσουμε και ν’ αναζητήσουμε τους κρυμμένους παραδείσους της Αθήνας, αλλά και να συλλογισθούμε το μέλλον των πόλεών μας.
Καθώς κατάγομαι και μεγάλωσα στις Κυκλάδες, ο κήπος για μένα έχει τη γεύση του ονειρικού και απαγορευμένου.
Την εποχή που το νερό ήταν πολύτιμο και ζούσαμε όλο το χρόνο με ότι μάζευαν οι στέρνες το Χειμώνα, τόσο στη Σαντορίνη, όσο και στη Σύρο, τα καλλωπιστικά και ζαρζαβατικά μας περιοριζόντουσαν στις αλιτάνες των αυλών, που ξεδιψούσαν από τ’ απόνερα της πλύσης και του νεροχύτη μας, που -καθώς τότε χρησιμοποιούσαμε μόνο σαπούνι- αποτελούσαν θαυμάσιο λίπασμα.
Για μένα που μεγάλωσα με την ολόχρονη ευχή, να βρέξει ώστε να γεμίσουν οι στέρνες και να μη διψάσουμε, η πρώτη εικόνα μιας φυσικής πηγής, στο Αίγιο έξω από την Παναγία την Τρυπητή, που χύνεται στη θάλασσα φάνηκε βλασφημία, ενώ εξακολουθώ να θεωρώ σήμερα -την εποχή των γεωτρήσεων και των αφαλατώσεων- παράλογη την φαντασμαγορία των πισίνων, που πνιγμένες σε χρώματα πολυανθών κηπαρίων, αντικρύζουν αφ’ υψηλού τον τρόμο του ηφαιστείου.

Στην πατρίδα μου τη Σαντορίνη πάντα υπήρχαν αμπέλια και χωράφια στην εξοχή, όμως το χώμα ήταν πολύτιμο και ακόμη και τα λιγοστά αμνοερίφια, ποτέ δεν έβοσκαν ελεύθερα, αλλά πάντα υπό την επιτήρηση του Βοσκού (όπου βοσκός αποκαλείται ο συνοδός και όχι ο ιδιοκτήτης του κοπαδιού, ο οποίος συγκέντρωνε κάθε πρωί τα ζώα του χωριού για να τα οδηγήσει σε ασφαλές για τα πολύτιμα φυτά περιβάλλον).

 Οι αυλές ομόρφαιναν και με τις αυτοσχέδιες γλάστρες, από ασβεστωμένους τενεκέδες στους οποίους αυγάτιζαν όλα τα μυριστικά και σε παραμελημένα βαρέλια, όπου οργίαζαν αφρόντιστα τ’ Αγιόκλημα και το Κεράκι, που μας μεθούσαν τις καλοκαιρινές νύχτες με φεγγάρι, καθώς από τη βεράντα αντικρίζαμε τα φωταγωγημένα πλοία να μπαίνουν στο λιμάνι.

Τότε για μένα κήποι υπήρχαν στην Εδέμ, τη Βαβυλώνα, και γύρω από κάποιες εκκλησιές και πλουσιόσπιτα. Σε κήπο ζούσε και το τέρας που ερωτεύτηκε η πεντάμορφη. Κήπο είχαν τα παλάτια όπως οι Βερσαλλίες και στην Αθήνα ένα από τα θαύματα της πρωτεύουσας ήταν ο Βασιλικός κήπος -υπέροχος ακριβώς γιατί μαγικά έπνιγε την ταραχή από τις πολύβουες λεωφόρους που τον κύκλωναν. Για την παιδική μας πραγματικότητα στα νησιά ότι κοντινότερο σε κήπο ήταν τα χαλάσματα, όπου η φύση μεγαλουργούσε άναρχα, όπως δάσος αποτελούσε για μας κάθε ισχαιμική συστάδα δένδρων. Για να φανταστείτε την κλίμακα των παρεξηγήσεων σχετικά με τα δένδρα σκεφθείτε ότι για τους Σαντορινιούς, τ’ Αλμυρίκια είναι η αντιπροσωπευτική εικόνα του δένδρου, και Πλάτανος αποκαλείται η Κουφοξυλιά. Όμως η σχετικότητα ισχύει και για τους κήπους παντού στον κόσμο, όπως επιβεβαίωσα αργότερα στις περιπλανήσεις μου. Στην Ιαπωνία για παράδειγμα κήποι είναι και οι οργιώδεις κρεμαστοί κήποι τούνελ και οι αυστηροί βραχόκηποι.
Κήπος για μένα ήταν πάντα η υπέρβαση της πραγματικής  δίψας του ανθρώπου για το χατίρι της ομορφιάς.
Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω τις αναμνήσεις ενός λαϊκού συγγραφέα του Βάλσαμου Πιτσικάλη από την περίοδο της Κατοχής που ο πατέρας μου υπηρέτησε σαν άμισθος τότε δάσκαλος στο μικρό νησί της Θηρασιάς απέναντι από τη Σαντορίνη.
«Ήταν η εποχή που οι ιταλοί είχαν καταλάβει το σχολείο μας για χώρο διαμονής τους και τα θρανία τα χρησιμοποιούσαν για καύσιμη ύλη για να μαγειρεύουν. Και επειδή δίπλα ακριβώς στο σχολείο υπήρχε μια μακρόστενη πεζούλα, οι ιταλοί έβαλαν βιαίως όλους τους άνδρες του χωριού και έσκαψαν ένα βαθύ και φαρδύ όρυγμα σε σχήμα μαιάνδρου για το φόβο των βομβαρδισμών.
Ο Δάσκαλος τότε έψαξε να βρει τρόπο να στεγάσει τα παιδιά του, διότι όλους τους μαθητές του της Θηρασιάς τους θεωρούσε σε όλη του τη ζωή δικά του παιδιά. Συμφώνησε λοιπόν ο Δάσκαλος με τον παπά και τον ιδιοκτήτη της Αναλήψεως, μιας μεγάλης εκκλησίας ακριβώς στο μέσον του χωριού του Μανωλά, να τη χρησιμοποιήσει για σχολείο και έτσι το κάθε παιδί πήγαμε από μία καρέκλα για τραπέζι και ένα σκαμνάκι για κάθισμα, και έτσι είμαστε μέχρι την απελευθέρωση…..
….Αμέσως μετά την αποχώρηση των Ιταλών και την επάνοδό μας στο σχολείο μας και μέχρι που οι υπηρεσίες να στείλουν θρανία, εμείς συνεχίζαμε με την καρέκλα και το σκαμνάκι μας.
Τότε έβαλε όλα τα παιδιά να ρίξομε το χώμα που υπήρχε έξω από τα ορύγματα, να γεμίσουμε τα κενά και να δημιουργήσουμε έναν ωραίο κήπο με σειρές 4 δένδρων κατά το διάμηκες. Αυτές οι σειρές πρέπει να ήταν πάνω από 15 μετρα απόσταση η μια από την άλλη σειρά γύρω στα 5 μέτρα και το διάστημα από δένδρο σε δένδρο σε 4 πάλι σειρές ήταν φυτεμένα λουλούδια και όριζε πάντα την ευθύνη να την έχουν τα παιδιά της Πέμπτης και της Έκτης τάξης για το πότισμα και τη λίπανση, ένα αγόρι για κάθε τετράδα δένδρων και ένα κορίτσι για κάθε τετράδα λουλουδιών.»
Αυτά τα δένδρα, αυτός ο σχολικός κήπος, που δημιουργήθηκε σε καιρούς βαθύτατης ένδειας, εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι σήμερα και οι κάτοικοι της Θηρασιάς εξακολουθούν να τιμούν τη μνήμη του πατέρα μου αποφασίζοντας ομόφωνα το 2012 να δώσουν στο δημοτικό σχολείο το όνομά του.
Στα περισσότερα Κυκλαδονήσια δεν υπάρχουν κήποι με την κλασσική έννοια. Τα πυκνοκτισμένα, για λόγους ασφάλειας, δαιδαλώδη χωριά επιτρέπουν μόνο αυλές και αλιτάνες με ανθεκτικά φυτά. Έξω από τον οικισμό αφθονούν τα περιβόλια, αλλά με στόχο την παραγωγή φρούτων και λαχανικών, τα λουλούδια χρησιμεύουν περισσότερο σαν εντομοκτόνα (τρουτσέκια) ή φράχτες (αγριοτριανταφυλιές) παρά σαν καλλωπιστικά.
Και στην Ερμούπολη όμως, όπου έζησα 8 μαθητικά μου χρόνια, οι λιγοστοί δημοτικοί κήποι ήταν πάντα απεριποίητοι κι ανθεκτικοί.
Όταν κατά την εφηβεία μου εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα, το σπίτι μας είχε μια εσωτερική θλιβερή αυλή, που μύριζε υγρασία, με μια πανάρχαιη συκιά να επιβιώνει πεισματικά, όπου εγκαταστάθηκαν και οι κότες, που είχαμε φέρει από το νησί και που αναγκασθήκαμε να σφαγιάσουμε μετά τα παράπονα των γειτόνων, λίγα χρόνια πριν τελικά και αυτό το οικόπεδο δοθεί για αντιπαροχή.
Κείνη την εποχή μ’ εντυπωσίαζε το δημοτικό περιβολάκι της γειτονιάς, γιατί ήταν τόσο φροντισμένο και- κείνες τις εποχές, που οι παιδικές χαρές ήταν ελάχιστες- μάζευε τα παιδιά της γειτονιάς, να κάνουν τσουλήθρα στα σκαλάκια του, τ’ απογεύματα και να παίζουν με τις φλογερές μπαλλίτσες των πυράκανθων, που ευδοκιμούσαν παρά την άγρια συγκομιδή. Άλλη μια αθηναϊκή για μένα αποκάλυψη ήταν η οργιώδης λουλουδιασμένη βλάστηση των κήπων στο τότε παραθεριστικό θέρετρο της Φραγκοκλησιάς, που κάποια θεία μας καλούσε τις καυτές μέρες να δροσιστούμε.
Όπως περιγράφει και ο Γιάννης όλα τα παραδοσιακά σπίτια στην Αθήνα είχαν κήπους -κάποια και πηγάδι- και ας μη ξεχνάμε ότι -όχι πολλά χρόνια πριν- λίγο πριν από το 1940, οι κήποι στην Αθήνα ήταν τόσοι πολλοί, ώστε ο ίδιος ο Μεταξάς προέτρεπε τους αθηναίους να καλλιεργούν βρώσιμα, λόγω του εμπάργκο, που προηγήθηκε της έκρηξης του πολέμου.
Υπάρχει βέβαια μια βασική παρανόηση ως προς τον ορισμό του κήπου, μια τεράστια βεντάλια εννοιών από τους παραγωγικούς, στους καλλωπιστικούς ή εκπαιδευτικούς (βοτανικούς) με στόχους που συχνά αλληλοκαλύπτονται.
Ο κήπος άλλωστε είναι τόσο μια προσπάθεια να μιμηθούμε τη φύση στο αστικό περιβάλλον, όσο και την υποτάξουμε στους ανθρώπινους κανόνες, έτσι κι αλλιώς δηλαδή να τη χρησιμοποιήσουμε.
 Ο κήπος εξ ορισμού δημιουργείται για να αποδίδει κάτι στον άνθρωπο τροφή ή αισθητική απόλαυση ή και τα δυο. Ήδη ο Όμηρος μας περιγράφει με ακρίβεια σαν ιδανικό τον κήπο του Αλκίνοου, αλλά με τρυφερότητα και τον απλούστερο του Λαέρτη. Αν και οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας  αποτελούσαν ένα από τα 7 θαύματα του αρχαίου κόσμου δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κλασσική Αθήνα, παρά την διαχρονική λειψυδρία της, διέθετε εκτός από άφθονους ανθόκηπους σε όλα τα αρχοντικά (με πιο περίφημο εκείνον του Επικούρου) και ένα δημόσιο κήπο στο χώρο της  Ακαδημίας.
Οι ρωμαίοι αντέγραψαν με υπερβολή -όπως κάθε τι- τους κήπους της Ανατολής και της Ελλάδας σε κάθε πόλη, με κραυγαλέο παράδειγμα τους τεράστιους κήπους του Σαλλουστίου στη Ρώμη.
Ο άνθρωπος μέσα από τους κήπους πάντα περνούσε φιλοσοφικά και θρησκευτικά μηνύματα. Βασικό παράδειγμα οι κήποι της Ιαπωνίας, που συνδιαλέγονται με την ουσία της ύπαρξης, ενώ στους κήπους της Ακαδημίας ο Πλάτωνας φιλοσοφούσε περπατώντας. Ας θυμηθούμε τον κήπο των αρετών του Επίκουρου και τον κήπο των απολαύσεων του Ιερώνυμο Μπος. 
Μη ξεχνάμε ότι στον Κήπο της Γεσθημανή δόθηκε το φιλί του Ιούδα, κι ας θυμηθούμε ότι από τον Ιουδαϊκό νόμο απαγορευόταν η μείξη διαφόρων σπόρων στους κήπους, με σκοπό να θυμίζει τους εβραίους την φυλετική τους καθαρότητα, που με μια εκδικητική παραξενιά της Ιστορίας μεταλλάχθηκε στο κυρίαρχο ναζιστικό δόγμα που πυρπόλησε τις φρικαλεότητες του Ολοκαυτώματος. Η ίδια ακριβώς λογική σήμερα αξιοποιείται με την νομοθετική προστασία των μεταλλαγμένων και την κατοχύρωση πατέντας σε υβρίδια, που κατέστρεψαν ήδη την πανάρχαια πρακτική της  ανακύκλωσης σπόρων για παραγωγή βασικών τροφίμων σε χώρες του Τρίτου κόσμου.


Ο άνθρωπος πάντα με τους κήπους προσπαθούσε να δώσει τάξη στο χάος και να γονιμοποιήσει την έρημο. Από τους γοητευτικούς κήπους της Αλάμπρα,- όπου ο ήχος των υδάτων συναγωνίζεται τα κελάδημα των αηδονιών-  το μείγμα γοητευτικής δημοκρατικότητας και στυλιζαρισμένης αυτοσυγκράτησης του Χάιντ Παρκ, την εγωκεντρική μεγαλομανία των Βερσαλλιών, την νεουορκέζικη ομφαλοσκόπηση του Σέντραλ Παρκ, μέχρι την ερωτική μεταφυσική χαρτογράφηση της ύπαρξης στους κήπους του Ταζ Μαχάλ, ο άνθρωπος επικοινωνεί με τη Φύση και τον εαυτό του μέσα από κήπους. 
Την ώρα που κάποιοι σχεδιάζουν κήπους στο διάστημα και κατασκευάζουν καλλιέργειες με τεχνητό χώμα δίχως ήλιο κι ουρανό σε ουρανοξύστες και αεροδρόμια, ο Γιάννης μας επαναφέρει κάτω από το διαυγή αττικό ουρανό στους κήπους των παιδικών μας χρόνων. Μοσκοβολούν νοσταλγία και σε δύσκολους οικονομικά καιρούς μας δείχνουν τη γέφυρα για το δικό μας μέλλον.


 Δε μπορώ να συμφωνήσω με την άποψη  του άγνωστου κειμενογράφου ότι «Περνούσαμε καλύτερα όταν περνούσαμε χειρότερα». Η Αττική που μεγάλωσαν τα παιδιά μου ήταν ομορφότερη από εκείνη που μεγάλωσα εγώ και τα εγγόνια μου απολαμβάνουν εξ ίσου την επικοινωνία με τη φύση στο αστικό περιβάλλον που τους κληροδοτήσαμε.
Όμως γενικότερα, πιστεύω στη Φύση και όχι στον άνθρωπο. Θυμάμαι ένα ρώσικο παραμύθι που μιλούσε για ένα λαϊκό ήρωα που έσωζε το χωριό από το δάσος, που απειλητικά το έπνιγε. Μετά τις πρώτες πυρκαγιές στην Ηλεία, είδα τη φύση να επανακάμπτει γοργά και με μεγαλύτερη δύναμη, όπου ο άνθρωπος δεν παρενέβη. Δεν ξεχνώ πως η ζούγκλα καταβρόχθισε σε λίγα χρόνια τα περίλαμπρα κτίρια του Ανκόρ ή των Μάγια.
Παγκόσμια ημέρα περιβάλλοντος προχθές (5-6-2015) και είμαι αισιόδοξη για το μέλλον της γης, όχι των ανθρώπων. Ο άνθρωπος είναι αναλώσιμος όσο και οι δεινόσαυροι για τον πλανήτη. Ένας γενικευμένος πυρηνικός πόλεμος ή η υπερθέρμανση θ’ απειλήσει μόνο το μέλλον της ανθρωπότητας, όχι του κόσμου. Αν ο άνθρωπος- που καυχάται ότι είναι λογικός- δε μπορεί να κατανοήσει αυτή την απλή αλήθεια και συνεχίζει να ζει με απληστία, σπαταλώντας ασύστολα κάθε πλουτοπαραγωγική πηγή, αδιαφορώντας για την επιβίωση της πλειοψηφίας των συνανθρώπων του, τότε δεν δικαιούται να συνεχίσει να επιβιώνει σαν είδος σε αυτό τον υπέροχο πλανήτη. Ο κήπος της Εδέμ για μια φορά ακόμη θα μας κλείσει τις πύλες του. Και δεν θα υπάρχει πια έρημος για να εξορισθεί επιβιώνοντας η ανθρωπότητα.

7-6-2015



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου