Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Εἰ­δύλ­λιο


Του Θανάση Βαλτινού
ΔΕΝ ΗΤΑΝ ἀκριβῶς τοῦ δρό­μου. Ἀ­πὸ κά­που πρέ­πει νὰ τὸ εἶ­χε σκά­σει. Ἦ­ταν κα­θα­ρὴ καὶ ὑ­γι­ής. Τὸ τρί­χω­μά της γυ­ά­λι­ζε — ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ νέ­α δη­λα­δή. Ἑ­νά­μι­ση-δύ­ο χρό­νων;
       Δι­α­σχί­ζον­τας τὴ Βα­σι­λίσ­σης Σο­φί­ας, ἀ­πὸ Πλου­τάρ­χου πρὸς Ρι­ζά­ρη, μὲ πῆ­ρε ἀ­πὸ πί­σω. Ἦ­ταν χα­ρού­με­νη. Μὲ προ­σπερ­νοῦ­σε, μὲ τὴν οὐ­ρὰ ὀρ­θω­μέ­νη, προ­χώ­ρα­γε τρέ­χον­τας, ξα­να­γύ­ρι­ζε κον­τά μου. Χα­ρού­με­νη. Μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε ἔ­τσι ἕ­ως τὴ Βα­σι­λέ­ως Κων­σταν­τί­νου. Τὴν πε­ρά­σα­με μα­ζί. Μπή­κα­με στὴν Ἀν­τή­νο­ρος. Ἔ­φυ­γε πά­λι μπρο­στά. Πάν­τα τρέ­χον­τας, πάν­τα μὲ τὴν οὐ­ρὰ ψη­λά. Δι­α­δή­λω­νε μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τὴν εὐ­φρο­σύ­νη της. Εὐ­φρο­σύ­νη ποὺ ζοῦ­σε, ποὺ ξα­να­γύ­ρι­ζε πί­σω καὶ μὲ κοί­τα­ζε στὰ μά­τια, ποὺ μὲ ἐμ­πι­στευ­ό­ταν.
       Στὴν Ἀ­στυ­δά­μαν­τος στα­μά­τη­σα. Ἔ­βγα­λα τὰ κλει­διά μου. Εἶ­χε φτά­σει ἡ ὥ­ρα. Ἐ­κεί­νη ἔ­πα­ψε νὰ τρέ­χει. Ἀ­κί­νη­τη. Ἦ­ταν μιὰ πρώ­τη ρα­γι­σμα­τιὰ ἀμ­φι­βο­λί­ας. Εἶ­χα ψη­λὰ ἕ­να με­γά­λο μπαλ­κό­νι, αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Νὰ τὴν κά­νω τί; Ἔ­βα­λα τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν τὴν κοι­τά­ξω. Συμ­πε­ρι­φο­ρὰ δει­λοῦ. Δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Τὸ μά­τι μου τὴν ἀ­να­ζή­τη­σε ἀ­πὸ μό­νο του. Πάν­τα ἀ­σά­λευ­τη, μὲ μιὰν ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια στὴν ἀ­κι­νη­σί­α της, μὲ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ποὺ τὴν ἔ­κλει­να ἔ­ξω.
ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ και απώτερη πηγή :  Περ. Ἐν­τευ­κτή­ριο, τχ. 98, 8-10/2012


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου