Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

Ιωάννα Καρυστιάνη: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Η Ιωάννα Καρυστιάνη γεννήθηκε στα Χανιά το 1952 από Μικρασιάτες γονείς. Σπούδασε νομικά. Δούλεψε ως σκιτσογράφος στον Ριζοσπάστη, στα περιοδικά Τέταρτο, Ένα, Εικόνες και σε ξένες εφημερίδες. Εξέδωσε τα βιβλία Με γκρι και γκρίζο, σκίτσα (Αίολος, 1985) και Ένα σκίτσο στο τσεπάκι, σκίτσα (Αίολος, 1987), κι έπειτα έκανε την εμφάνισή της στη λογοτεχνία με τη συλλογή διηγημάτων Η κυρία Κατάκη (Καστα¬νιώτης, 1995). Ακολούθησαν τα έργα: Μικρά Αγγλία, μυθιστόρημα (Καστανιώτης, 1997), Κουστούμι στο χώμα, μυθιστόρημα (Καστανιώ¬της, 2000), O άγιος της μοναξιάς, μυθιστόρημα (Kαστανιώτης, 2003), Σουέλ, μυθιστόρημα (Καστανιώτης, 2006), Τα σακιά, μυθιστόρημα (Κα¬στανιώτης, 2010), Καιρός σκεπτικός, διηγήματα (Καστανιώτης, 2011), Το φαράγγι (Καστανιώτης, 2015). Έχει επίσης συνεργαστεί στο σενάριο της ταινίας Ψυχή βαθιά του Παντελή Βούλγαρη (Καστανιώτης, 2009) και έχει γράψει τα σενάρια των ταινιών Nύφες (Kαστανιώτης, 2004), Μικρά Αγγλία και Το τελευταίο σημείωμα του ίδιου σκηνοθέτη. Το μυθιστόρημά της Χίλιες ανάσες, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, είναι η αφορμή για τη συζήτησή μας.

Κάθε μυθιστόρημά σας είναι διαφορετικό από το προηγούμενο. Πώς ξεκινά η προετοιμασία για να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Νομίζω πως οι περισσότεροι συγγραφείς ξεκινούν το επόμενο βιβλίο τους όταν έχουν μια διαφορετική κεντρική ιδέα και επιθυμία για δοκιμασία σε διαφορετική πλοκή και διαφορετικούς χαρακτήρες. Ωστόσο, σχεδόν πάντα διακρίνονται καθαρά ή ανιχνεύονται πολλά κοινά με τα προηγούμενα βιβλία επειδή η ματιά στη ζωή, την τέχνη και τη γλώσσα εξελίσσεται ίσως, αλλά δεν αλλάζει ριζικά από το ένα γραπτό στο άλλο. Ξεκινώ ένα επόμενο βιβλίο με τα ερωτήματα που αμφισβητούν τον στόχο τους, την πιθανή αιτία του, και προέρχονται από πάμπολλες σημειώσεις, αντικρουόμενες ιδέες, σκόρπιες παραγράφους. Γράφω και διαγράφω ώσπου να κολλήσω στο θέμα, να μην μπορώ να εγκαταλείψω τους ήρωες, να μη θέλω να βγω από τη λογοτεχνική ατμόσφαιρα, να μην προσπαθώ να αποφύγω τον εαυτό μου, να μην το προσπαθώ πια.
Πόσο χρόνο κάνετε για να το γράψετε; Τι πρέπει να αποφύγει ο συγγραφέας για να κερδίσει τον αναγνώστη;
Δεν μπαίνουν προθεσμίες από τον Θανάση Καστανιώτη, ούτε στέκει δικό μου απαράβατο χρονοδιάγραμμα. Μόνον το ίδιο το βιβλίο έχει λόγο για το χρονικό διάστημα που απαιτεί το θέμα και η επεξεργασία του. Μεγάλο, π.χ. τρία χρόνια, ή μικρό, π.χ. μόλις έναν χρόνο, έχει πίσω του κάμποσα ντοσιέ με μισογραμμένα χαρτιά από πολύ περισσότερα χρόνια πίσω, μικροϊστορίες και σκέψεις που προκύπτουν από αυτές, στίχους και σκίτσα, υλικό έρευνας. Κάποτε έρχεται η ώρα τους. Εάν αντέχουν μέσα μου, καλώς. Αλλιώς, πάνε στον κάδο της ανακύκλωσης.
Στο μυθιστόρημα Χίλιες ανάσες, αναφέρεστε στην εξαφάνιση του Στέλιου στην παράκτια περιοχή της νήσου Κουκούτσι, όπου κατοικούσε. Ποιος είναι ο λόγος της εξαφάνισής του;
Η απώλεια καθεαυτή είναι πιο ισχυρή από όσα ενδέχεται να κρύβει ή να φανερώνει. Κάθε περιστατικό ή λεπτομέρεια που σχετίζεται μ’ αυτή παράγει νέα ή αναζωπυρώνει παλιά συναισθήματα, αλλά πάνω απ’ όλα μετράει ο χαμός. Η Πηγή έχασε τον άνθρωπό της. Ωστόσο, η «εξαφάνιση» του Στέλιου λειτούργησε εντέλει και ως «εμφανιστήριο» άδηλων και αποσιωπημένων.
Το σήμερα στον τόπο μας και παντού δεν είναι πραγματοποιημένο όνειρο κανενός που πίστεψε σε ιδέες της προκοπής.
Μετά την ανακάλυψη του νεκρού, αρχίζει η πλοκή του μυθιστορήματος. Τι μπορεί να κρυφτεί πίσω από μια απώλεια ενός μέλους της οικογένειας;
Ο θάνατος ως οριστικό γεγονός είναι μοχλός απολογισμών, ανακεφαλαιώσεων, αναστοχασμών, συσχετίσεων και νοηματοδότησης κενών. Κάποιες φορές, ο αγαπημένος νεκρός γίνεται ο εθελοντής που ελευθερώνει κλειστούς δρόμους για την κυκλοφορία του βίου παρακάτω.
Γιατί η Πηγή δυσκολεύεται να διαχειριστεί τον βίαιο θάνατο του άντρα της;
Δεν μπορώ τις εκφράσεις «διαχείριση θανάτου», «διαχείριση πένθους». Η λέξη «διαχείριση» ταιριάζει σε λογιστές, σε εκκαθαριστές επιχειρήσεων, σε διαχειριστές πολυκατοικιών που βγάζουν λογαριασμούς κοινοχρήστων. Ο θάνατος πάει με σπαραγμό, με εφιάλτες, με άρνηση, γιατί δεν αντέχεται, ποτέ.
Γιατί επιλέξατε το νησί Κουκούτσι, αλλά και ευρύτερα την περιοχή της Σύρου ως χώρο που διαδραματίζεται το μυθιστόρημα;
Δεν υπάρχει νησί Κουκούτσι, ούτε έχει πολλά πάρε-δώσε με συγκεκριμένα νησιά. Επινόησα έναν τόπο και την αίσθηση ζωής κάπου που όλα μοιάζουν ρεαλιστικά, κι ας μην είναι. Ως βάση χρησιμοποίησα γνώσεις, βιώματα και προβληματισμούς για μικρές ξεμοναχιασμένες κοινωνίες που τη βγάζουν όπως μπορούν, ερήμην κέντρων αποφάσεων. Είναι μία επισήμανση για όσα και όσους υπάρχουν σαν να μην υπάρχουν. Μια από τις ηρωίδες του βιβλίου, απλή γυναίκα όπως οι περισσότεροι χαρακτήρες, λέει πως στη ζωή άλλοι θα έπρεπε να είναι περιζήτητοι. Για μένα μετράει πολύ το σιγανό, το μακρινό και το ελάχιστο. Άλλωστε, από Κουκούτσια, άλλο τίποτα…
Κάποιες φορές, ο αγαπημένος νεκρός γίνεται ο εθελοντής που ελευθερώνει κλειστούς δρόμους για την κυκλοφορία του βίου παρακάτω.
Μέσα από την ιστορία της Πηγής, μας ταξιδεύετε στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση. Πραγματοποιήθηκαν τα όνειρα των νέων εκείνης της εποχής για τους ίδιους αλλά και για τη χώρα μας;
Δεν είχαν όλοι οι νέοι εκείνης της εποχής τα ίδια όνειρα, πάντως είχαν όνειρα. Σίγουρα, όχι για ξεσάλωμα ή απατηλά μεγαλεία αρχικά και ξένα υπερταμεία μετά. Το σήμερα στον τόπο μας και παντού δεν είναι πραγματοποιημένο όνειρο κανενός που πίστεψε σε ιδέες της προκοπής. Ποιος, πού, πότε ονειρεύτηκε να έχουν τον πρώτο λόγο για τις ζωές των ανθρώπων οι αγορές; Ποιος τις βλέπει με αγαλλίαση να παίρνουν σβάρνα τη λαϊκή κυριαρχία, τις ατομικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα; Η απληστία τους παράγει υπερχρέωση λαών, φορολογικούς παραδείσους, πολέμους, προσφυγιά, ανεργία, φακελώματα και αυγά του φιδιού. Τα πολύ τελευταία χρόνια τα κλώσησαν και να οι εθνικιστές, ο ρατσισμός, τα νεοναζιστικά μορφώματα παντού, σκέτος εφιάλτης. Η μοιραία ευρωπαϊκή ηγεσία τα έκανε ρόιδο και στρουθοκαμηλίζει αντί να βαρέσει συναγερμό.
Κάθε νέο βιβλίο σας και μια καινούργια θεματική. Πώς τα καταφέρνετε και ανανεώνεστε ως συγγραφέας;
Σιγά που ανανεώνομαι! Επιμένω να γράφω για αφανείς της κάθε εποχής, γι’ αυτούς που έχουν νιώσει το νόημα του πόνου. Βρήκα έναν δρόμο και δεν τον αφήνω, ακόμη κι αν δε βγάζει πουθενά. Τον συνεχίζω, μόνο και μόνο για να τον περπατώ.
Ποιο βιβλίο που διαβάσατε τελευταία σάς έκανε εντύπωση;
Τους δυο τόμους του Παντελή Μπουκάλα για το δημοτικό τραγούδι. Άθλος.
Τι σας έχουν μάθει οι γονείς σας που το τηρείτε μέχρι σήμερα;
Δεν πάμε σε ξένο τόπο με άδεια χέρια. Δεν ξεκόβουμε από τον αληθινά δικό μας κόσμο. Δεν ξεσπάμε σε αθώους επειδή δεν κοτάμε ή δεν ήρθε η ώρα να λογαριαστούμε με τους φταίχτες. Ό,τι και να γίνει, το γιασεμί θα μοσχοβολάει.

Χίλιες ανάσες
Ιωάννα Καρυστιάνη
Εκδόσεις Καστανιώτη
320 σελ.
ISBN 978-960-03-6450-7
Τιμή €18,00

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου