Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Άντης Ροδίτης : Κάτι γίνεται τελευταία με την ποίηση




Κάτι γίνεται τελευταία με την ποίηση ή κάτι πάει να γίνει, που έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν γίνεται, μ’ αρκεί που πάει να γίνει. Μεγάλη υπόθεση να μπαίνει ο κόσμος σε φάση που κάτι πάει να γίνει με την ποίηση. 

Μπορεί κιόλας νά ’χει να κάμει με μια βαλτή «μέρα της ποίησης», που μωρουδίζει στα σπάργανα, χωρίς να βρίσκει τα πόδια της. Μέχρι που κάποιοι, πάνω στη βράση της, ψώνισαν στο λιμάνι κι ένα κοντέϊνερ τίγκα σε poetry slam πυροτεχνήματα.

Μα, πάλι, μια «φωνή εκ βαθέων», όπως θα έλεγε ο κυρ-Αλέξανδρος, αναβαίνει, αναρριχάται, χορδίζει τους αέρηδες, χαιρετά το αχανές, ικετεύει το άπειρον, παιδική μεν και άκακος, μοιρολογά μα και φοβερίζει, λαχταρά κι απαιτεί, τι άλλο, «την επάνοδον του έαρος».


Η Στέλλα έδωσε σημεία ζωής από την κρύπτη της, ανακάτεψε ανάλαφρα την ιστορία του κόσμου, ρωτώντας αν θα κερδηθεί το στοίχημα· στου Κυριάκου «μ’ αφαιρεμένη περόνη» τα ποιήματα παραχώρησαν οι ιθύνοντες, οι «Που κάτω από το ράσο τους Ακόνιζαν τσεκούρι», άδεια παραμονής, έστω για παραπλάνηση· ένας Στέλιος, με στίχους που φαίνονταν να έγραψε ο κανείς, έριξε ξανά στο μηδέν τον Πολύφημο.

Από τον νότο, κοντά στη θάλασσα, φωτιά από σπλάχνα χύνεται «θειάφι στ’ ακροδάχτυλα», μια φωνή καίγεται «να μπει μέσα στο ποίημα», να φωνάξει ως τα πέρατα, να βρέξει νεροποντή και καταιγίδα το παράπονο παντού στον κόσμο.

Στίχοι που θυμίζουν, γράφει ο Θόδωρος, κάτι «βαριές» (πολύ βαριές) που είχαν οι μάστορες για να κάνουν τον βράχο κομμάτια, αλλά με τέχνη, ώστε με λίγο πελέκημα εν συνεχεία, να τις κάνουν κατάλληλες να στοιχειώσουν σπίτι.

Ανέστιοι πλέον ψάχνουμε να στοιχειώσουμε νέα σπίτια. Έναν τέτοιο ογκόλιθο σύντριψε με τη «βαριά» του ο Όμηρος, στρώνοντας στα πόδια του Έλληνα έτοιμο υλικό, που αξιώθηκε στο τέλος να στεφθεί  κορώνα την Ακρόπολη.



          Σισύφεια η φωνή μου

          Ξυπνητήρι ο ήχος της πέτρας της

Σε ερώτων παράθυρα Ρήγαινα



          Να μετρά Πηνελόπη παράφορη ίσκιους

          Παντέρημη…

          Ιδρωμένη στ’ απάνω και σερνάμενη κάτω

          Και κουρέλια τα ρούχα της

          Ξεφυλλίζει εικόνες βαθιά στο κρανίο

          Να τρομάζει ο καιρός ν’ αποσύρεται

          Ψιθυρίζει τις λέξεις μη χάσει τον ήχο

          Να λυγίσει την πέτρα της

Κήποι ν’ ανοίξουν σκοτεινοί…

Να βγουν ξανά τα εωθινά

Να λάμψουν τα τραγούδια τους

Σε παράθυρα οι έρωτες να πάρουν ευλογία

Με αγγέλους να σηκώνουν τον βράχο

Απ’ του τόπου το στήθος

Να ηχήσουν τα πετρώματα

Να αστράφτουνε τα στρώματα ώριμων ορυκτών

Με τα ωκύποδα, τους κότινους

Τους οβολούς, τα τάλαντα

Έπαθλα γλώσσας σε παρασάγγες αείφωτης



Επειδή η φωνή ιστορία

Επειδή ιστορία το ποίημα και κρύπτη

Για όσα η ιστορία ψηλοτάκουνη Άνασσα

Προσπερνά



          Ιστορία το ποίημα και κρύπτη και φωνή, «φωνή φωνών κατάφορτη» κηρυγμένη σ’ αφάνεια, γυρεύει ρακένδυτη σ’ ερημοκκλήσια τη σκέπη της. Λαγουδερή και ωκύποδη στ’ ανήφορα, ασκημένη καλά μέσα στ’ όνειρο, ιχνηλάτισσα, κυνηγημενη και κυνηγάρισσα. Ποια είναι αυτή η φωνή, η επικηρυγμένη  από τους γύφτους, τους πληρωμένους, τους μαστροπούς και δικούς μας ιθύνοντες;

          Ποια είναι η φωνή που μυρίζει σπλάχνα καμένα, ποιοι φοβούνται τον καπνό του ποιήματος, που παραπέμπει σ’ άλλον αναθρώσκοντα, που βαραίνει εγκυμονούσα και δεν βρίσκει πανδοχείο για το βρέφος;  Ποια είναι η φωνή που

                   Τα βόλια πού ’βρισκε στη σάρκα της

                   Τα σκούπιζε καλά

                   Ένα προς ένα τά ’βαζε στο τέλος της κραυγής της

                   Κι απ’ τον λαιμό της τράβαγε τις ίνες των σχοινιών

Που λογάριασαν να τελειώσουν τη ζωή της;



Κάτω από το πάτωμα, από τα άπατα πηγάδια της Ιστορίας, που ανάλαφρα ανακατεύεται μέχρι να δούμε αν θα κερδηθεί το στοίχημα, βγαίνει η φωνή: Αποφάσισα τι θα κάμω με τον εαυτό μου. Αν δεν θέλετε να πολεμήσετε, είναι καλύτερα να φύγετε από το δωμάτιο. Ζωντανός δεν πέφτω στα χέρια σας. Αν θα βγω, θα βγω πυροβολώντας.

Ποιος δεν σε θαύμασε «όταν με το κεφάλι κομμένο μέσα στον δίσκο, έριξες μια δυνατή φτυσιά μέσα στα μούτρα του μαλάκα του Ηρώδη»; Όταν το μελισσουργό και μονοσάνταλο, ιερομόναχο κρανίο σου έγινε σκήτη του Μαχαιρά και φρέαρ κάλλους αβασίλευτου;  



Το σώμα σου σκεφτόμουνα

Να λάμπει μες στο δυόσμο

Να κόβει πεντασύλλαβα (ε-λευ-θε-ρί-α)

Και να μετρά τον κόσμο

Το γοερό το βρέφος σου

Να σπαρταρά στο αίμα

Και να σηκώνει το πουλί

Να σχίζει τον αιθέρα

Πόλεις παλιές σε παίρνουνε

Αλέξανδροι σε φέρνουν

Ξύνω τα λέπια της φωνής

Γοργόνες σε γυρεύουν

Κι ο καημός μέσα στο φως

Στον τοίχο αναρριχιέται

Ψελλίζει κάτωχρη η φωνή

Τρέμει κι αναρωτιέται



          Κάτι αλλάζει στις μέρες μας, μα κάτι, πάλι, μένει πάντα το ίδιο. Ο νόμος αφοπλίζει το άδικο, μα το μαχαίρι επιστρέφει στο χέρι του δυνατού. Ο Άγγλος στήνει αγχόνες, εξαφανίζει τα θύματα με ασβέστη σε αδήλωτα μνήματα, εδώ, στην Ινδία ή στην Κένυα, μη μείνει κατάλοιπο, κάρα, χεράκι αγίου ή ήρωα, να  προσκυνούν οι αμαρτωλοί. Λέει τον Ρώσο ναζί ξεχνώντας πόσο η δική του σκέψη κι η γλώσσα του είναι γερμανική. Κι ο  ορθόδοξος Ρώσος πνίγει στο γόνατο το δίκιο του Έλληνα,  προστατεύοντας τη δική του ζωή από του Αμερικανού την απειλή. Έλληνας ποιητής μαχαιρώνει πισώπλατα Έλληνα ποιητή. Κάτι αλλάζει, κάτι αλλάζει, μα κάτι μένει πάντα το ίδιο. Κάτω από το πάτωμα, από τις σκήτες, τις κρύπτες και τα κρησφύγετα θα ηχεί η φωνή: Δεν πέφτω ζωντανός στα χέρια σας, δεν θ’ αφήσω πίσω μου καμιά ελπίδα η μνήμη του αγώνα να χαθεί.

          Ποίημα το ποίημα κρύβεται, ποίημα το ποίημα περπατά, μην  εντοπίσουν τη φωνή καθρέφτες παραμορφωτικοί, τετράποδοι που στέκουν στα δυο τους λογοκριτές και γραμματείς.



                   Πυράγκαθος κι ασφόδελος

                   Πυθία εξορισμένη

                   Ολόσωμη στη σκήτη της

                   Ασώματη στο μένος

Φωνή και ήχου αντίλαλος

Τόπος πουλιών ή Πνύκα

Με φυλακτά κι αρώματα

Και με εν τούτω νίκα

Έρωτα Ακαταμάχητου υπό σκιάν

Και θαύμα

Φωνή και αντιφώνηση

Του ην του νυν του πάντα

Ολόσωμη στα όνειρα

Φυσά από το φρέαρ

Ασώματη γλυκύτατο

Πάντα ετοιμάζει έαρ.



          Το ποίημα δεν πεθαίνει ούτε νικιέται… η φωνή που μάχεται να μπει μέσα στο ποίημα… και πιάνοντας από την αρχή τα πράματα, να τους δώσει το αληθινό τους όνομα, που κοντεύει να ξεχαστεί.



          Όλα τα πιο πάνω, όλοι οι στίχοι και οι φράσεις φτιαγμένες σχεδόν στην ολότητά τους από στίχους, είναι από το βιβλίο Η ΦΩΝΗ, Αρμός 2017, της Πίτσας Γαλάζη, που



Γερνάει και έχει βρέφη όνειρα

                   Που μπουσουλώντας της τραβάνε το φουστάνι

                   Μόλις τα πόδια της πρησμένα τη σηκώνουνε

                   Κι ο μούστος απ’ τα έφηβα μπαίνει και τη μεθάει



                   Κρατάει διπλωμένα στις ρυτίδες της

                  Καλά τα μυστικά της

                   Μόνιμοι γεωγράφοι οι φλεβίτιδες

                   Τον μπούσουλα αρπάζουνε οι ομίχλες

                   Στα γυαλιά της

                   Την υποσκάπτουν πυρετοί

                   Σουβλιές στα κόκαλα

                   Την αποθήκη των εικόνων ξεσκονίζει



                   Βρέφη βυζαίνουν όνειρα τη σάρκα της

                   Και έμβρυα μες στα σπλάχνα της λαχτίζουν

                   Μα η φωνή ευλύγιστη μες στην ευρυχωρία της

                   Κρατά τα ην τα νυν και τα χαμένα

Μεσάνυχτα σηκώνεται με νυχτικιές σ’ ακρόποδα

Σ’ ακτές γυρεύει μυστηρίου

Τα παρθένα





Οι ποιητές είναι οι έξοδοι από την κόλαση. Κόντρα σε δικούς και ξένους, κόντρα στον θάνατο, κόντρα στον εαυτό τους. «Κοντάρια είναι ν’ ανεμίζουνε αγέραστοι τα όνειρα», ως το επί της γης ουράνιο έαρ.



Άντης Ροδίτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου