Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Θα το Μετανιώσεις (2002)



Μια ταινία της Κατερίνας Ευαγγελάτου

(Παίζεται στη "Μεσοποταμία", Πλάτωνος 13, Μοσχάτο,αυτή την Κυριακή)
Ολοι περιμεναν το Μαρακι να γινει μια λαμπρη επιστημονας. Τελευταια στιγμη ομως το Μαρακι τους διαψευδει. Αρνειται να δωσει εξετασεις για να μπει στο Πανεπιστημιο και επιλεγει να πουλαει παστα φλωρες. Δεν εχει θυμωσει καθολου με την μοιρα. Απεναντιας η Μαρια ειναι τοσο αισιοδοξη και ετοιμη να κοντραριστει με την καθημερινη αδικια οπου και αν εμφανιστει… 
Προκειται για την ιστορια μιας γυναικας που παραμενει σε μια επαρχιακη πολη, κανοντας κατι φαινομενικα υποδεεστερο των δυνατοτητων της, παρα το οτι ολοι της αναγνωριζουν το ταλεντο και την πυγμη, που θα της εξασφαλιζαν την πραγματοποιηση των μεγαλων εφηβικων της ονειρων. Παραλληλα παρακολουθουμε την ιστορια των δυο αδελφων της, της μαμας τους και μερικων ακομα ανθρωπων, που σχετιζονται αμεσα μαζι τους. 


Ολα οσα συμβαινουν, οφειλονται στο οτι η πρωταγωνιστρια, το Μαρακι, δινει παντα προτεραιοτητα στις ηθικες της υποχρεωσεις και ετσι γινεται, θελοντας και αθελα της, ο πυλωνας, στον οποιο ανεμελα, στηριζονται ολοι οι υπολοιποι. Συγχρονως ομως, ειναι ξεκαθαρο πως δεν θα εφτανε σε μια τετοια θεση εαν η οικογενεια της και οι ανθρωποι του στενου της περιβαλλοντος δεν αποδεικνυονταν τοσο αβουλοι, αδιαφοροι και τεμπεληδες, καθε φορα που βρισκονταν μπροστα σε μια κρισιμη καμπη της ζωης τους. 

Η λυση ερχεται με εναν αταιριαστο ερωτα, που συγκλονιζει αυτον τον πυλωνα, ο οποιος τελικα «πεφτει». 

Ετσι, ολοι οσοι «καθονταν» πανω του, παρασυρονται σε δυσκολες και εφολης της υλης αυτοκριτικες, σε απολογισμους, ομφαλοσκοπησεις, και εν τελει, σε ενεργητικες αποφασεις για τη ζωη τους.
Η ταινια ειναι ενας σχιχτοπλεγμενος καμβας απο στιγμιοτυπα του σημερα και απο φλας-μπακ που κτιζουν τους χαρακτηρες και αποκαλυπτουν εκπλησσοντας. 

Ο θεατης γλυστραει μεσα στην ταινια με τον ανεμελο και γεματο προσδωκια τροπο με τον οποιο θα κατεβαινε μια νεροτσουληθρα. 
Διακρινεται για το λεπτο και φινο χιουμορ και τα αλλεπαλληλα zoom-in στις λεπτομερειες, που τελικα οριζουν τα προσωπα και τις καταστασεις, και αποδιδουν (στις λεπτομερειες), τη βαρυτητα που τους αρμοζει. 

Η ιστορια ειναι απλη και ομως εκπλησσει, χαρη στην εμφαση, που δινεται στη μικροκλιμακα. Το σεναριο δηλαδη, διατηρει συνεχως μια ξεκαθαρη και σαφη αποψη του γενικου στοχου, στον οποιο θελει να καταληξει, αλλα κανει βουτιες και προχωραει, για να φτασει να κοιταζει τα πραγματα απο πολυ κοντα, με τροπο που θυμιζει πολυ, την ψυχραιμη διεισδυτικοτητα των αδελφων Κοεν. 

Τα βαθυστοχαστα εχουν λειανθει και στρογγυλεψει, ετσι ωστε να ερθουν στην πιο ευληπτη, αλλα συγχρονως και πιο ευπεπτη μορφη τους. Εχουν αποβαλλει, η αλλοτε, εχουν λιαν επιμελως συγκαλυψει, καθε τι το πομπωδες, ενω παραλληλα εχουν φροντισει και εχουν καταφερει, να διατηρηθουν σε ενα επιπεδο, σαφως υψηλοτερο απο αυτο που ειναι εν γενει αντιληπτο, ως υπαγομενο στη «ροζ λογοτεχνια». 
Ξεχωριζει για την αμεσοτητα, και την καθαροτητα της, αλλα και για την τελειοθηρια της. 

Εχει κανεις την αισθηση οτι η σκηνοθεσια ακολουθει ενα τεμπο, που θυμιζει τον απαλο, αργο και σταθερο σφυγμο μιας γυναικας που εχει πεσει και κειτεται αναισθητη, οπως ακριβως και η πρωταγωνιστρια. Επισης ειναι πολυ εντυπωσιακο το φως, που κυριαρχει στην ταινια και ευκολα θα ελεγε κανεις, οτι παραπεμπει στην γενικοτερη αισθητικη της τηλεοπτικης εκπομπης Παρασκηνιο, με την οποια η σκηνοθετης και ο φωτογραφος, ειχαν μακροχρονη σχεση! Ολα μοιαζουν σα να εξελισσονται μεσα σε μια ανεπαισθητη αχλυ, τοση, οση χρειαζεται, για να σφιξει κανεις ελαφρα τα βλεφαρα, οπως θα εκανε ενας μυωπικος, που αυτοσυγκεντρωνεται στο στοχο του, αλλα και οπως κανουν και οσοι απο τους ηρωες δισταζαν και τεμπελιαζαν να κοιταξουν με ορθανοιχτα ματια την αληθεια. 
Δεν ειναι καθολου τυχαιο που η ταινια απεσπασε τοσα πολλα βραβεια ηθοποιιας στο φεστιβαλ Θεσσαλονικης. Προκειται για συναρπαστικο καστινγκ, και για διανομη που θα θεωρειτο τουλαχιστον υποδειγματικη για τους φοιτητες, που παρακολουθουν σπουδες κινηματογραφιας, αλλα και παραδειγματικη για ολους τους ενεργους Ελληνες κινηματογραφιστες. Τον μονο ψογο που θα μπορουσε να βρει κανεις (μετα απο παρατεταμενη προσπαθεια να ανακαλυψει καποιο ψογο), θα ηταν, οτι ολοι τους ειναι, αυτο που θα λεγαμε “over qualified” για τη δουλεια, και αυτο, με την εννοια, οτι εχουν ολοι τους διαπρεψει, ερμηνευοντας πολυ πιο περιπλοκους και διφορουμενους ρολους. Παρολαυτα η σκηνοθετης καταφερε να αποσπασει εκεινο το κατι παραπανω, που θα περιμενε κανεις απο ενα τοσο εξοχο γκρουπαζ ηθοποιων. 

Παρακολουθωντας τους, εχει κανεις την εντυπωση, οτι ακουει βιρτουοζους μεγαλης ορχηστρας, που αφηνονται να ερμηνευσουν ασυμπλεκτα, τα αγαπημενα τους κομματια, σε ενα, τοσο χαρουμενο, οσο και σοβαρο, street happening. 

Η Μανια Παπαδημητριου (Βραβειο Α’ γυναικειου ρολου ως Μαρακι) που προερχεται απο το «κιαροσκουρο» του θεατρου ρεπερτοριου, φωτιζει το πανι με μια λαμψη, που πραγματικα ξεπεταγεται απο το συρταρι που κουβαλαει στην ταινια και αιχμαλωτιζει το βλεμμα. Ειναι απιστευτες οι μεταβασεις της, απο το ανημπορο και κωμικο, στο απαιτητικο υφος, του ανθρωπου, που τα ζηταει ολα, η, τιποτα! Επισης, απιστευτοι ειναι και οι χρωματισμοι της φωνης της, που απο το στακατο κωμικο του καρτουν, περνανε με το φυσικοτερο τροπο στο δεσποτικο τονο της καταγγελουσας και διεκδικητριας σαρανταρας! 

Η Υβοννη Μαλτεζου (Βραβειο Β’ γυναικειου ρολου ως Ιουλια, μητερα του Μαρακιου) φαινεται οτι εχει βρει το ταιρι της και στο προσωπο της Κατερινας Ευαγγελακου, αφου στην προηγουμενη ταινια της σκηνοθετιδος («Ιαγουαρος») απεσπασε το Βραβειο Α’ γυναικειου ρολου και τωρα ξαναβραβευεται, για μια ερμηνεια, υποδειγμα σωστου τονου, μετρου και τεχνικης. Ετσι κι αλλιως νομιζω πως η Υβοννη Μαλτεζου, ανηκει στο κλαμπ των ηθοποιων, που θα επρεπε κανεις απλως να σπευδει, με εγρηγορση συλλεκτη, να την δει, οπου και οποτε, εμφανιζεται. 

Ο Χρηστος Στεργιογλου (βραβειο Α΄ ανδρικου ρολου στο διεθνες τμημα του φεστιβαλ) κανει μια εκπληκτικη εμφανιση, οπως και η Ρανια Οικονομιδου (καθαριστρια που λατρευει τον φραπε), η Ρενα Κιτσοπουλου (Ανθουλα) και η Διωνη Κουρτακη (Λενα) που φτανει να γινεται ξεκαρδιστικη, με τον υποχθονια κωμικο τροπο, με τον οποιο, την περισσοτερη ωρα που εμφανιζεται στην οθονη, κλαιει! 

Η Ιωαννα Τσιριγκουλη (Ποπη, η κομμωτρια) ερμηνευει οτι πιο «καθαροαιμα Αλμοδοβαρικο» εχει εμφανιστει μεχρι σημερα στο Ελληνικο σινεμα. Με το ρολο της αυτο «κινδυνευουμε» να τη χασουμε, μια και δεν θα ηταν διολου απιθανο να της προσφερθει μεταγραφη στην Ισπανια! 

Αλλα, επαναλαμβανω, οτι και ολοι οι υπολοιποι ηθοποιοι, μεχρι και τη μικροτερη συμμετοχη, ειναι υπεροχοι, και για καθενα απο αυτους θα μπορουσε να εντοπισει κανεις κατι το εξαιρετικο, αφου ειναι οντως εξαιρετικοι. 

Θα ηθελα μονο να επιστησω την προσοχη, οσων αναζητουν τη λεπτοτητα και τον εξευγενισμο, στις ερμηνειες των μικρων ρολων, στα δυο αουτσαιντερ της ταινιας, τους οποιους θεωρω αουτσαιντερ, με μονο κριτηριο το οτι δεν ειναι ηθοποιοι, αλλα σκηνοθετες : τον Χρηστο Δημα (Χρηστος Δαβετας το γκαρσονι στο ζαχαροπλαστειο) και τον Γιωργο Μπακολα (Σπυροπουλος, ο δημοτικος συμβουλος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου