
Γιάννης Πατίλης
(Ἀφιέρωμα στὸν Ζήση Σαρίκα, 1/22)
Ζήσης Σαρίκας
Ἕνας ὀξὺς ἐλευθεριακὸς παρατηρητὴς
τῆς νεοελληνικῆς πραγματικότητας
ΖΗΣΗΣ
ΣΑΡΙΚΑΣ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ παραγωγικούς, ἀφανεῖς καὶ
ἀθόρυβους ἐργάτες τῶν σύγχρονων ἑλληνικῶν γραμμάτων.
Γεννήθηκε τὸ 1953 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ σπούδασε Νεοελληνικὴ
Φιλολογία καὶ Φιλο-σοφία στὸ ΑΠΘ. Στοὺς περισσότερους εἶναι
γνωστὸς ὡς μεταφραστής – καὶ δικαίως, διότι τὸ μεταφραστικό
του ἔργο εἶναι τεράστιο, καὶ ἐλάχιστοι τὸ γνωρίζουν στὸ σύνολό
του. Περιλαμβάνει μεταφράσεις 60 καὶ πλέον βιβλίων, ἀπὸ
τέσσερις γλῶσσες (γερμανικά, ἀγγλικά, γαλλικὰ καὶ ἱσπανικά),
τόσο λογοτεχνικῶν/θεατρικῶν ὅσο καὶ
θεωρητικῶν/φιλοσοφικῶν, μὲ τὸ ὄνομά του καὶ μὲ ψευδώνυμο
(Δημήτρης Ρῆσος). Ἔχει ἐπίσης ὑπάρξει ἐπιμελητὴς/διευθυντὴς
σειρῶν σὲ διάφορα ἐκδοτικά, σὲ φορεῖς τoπικὴς αὐτοδιοίκησης
καὶ στὸ ΑΠΘ. Ἀποκορύφωμα τῆς μεταφραστικῆς του προσφορᾶς
εἶναι ἡ παρουσίαση τῶν Ἁπάντων τοῦ Νίτσε (ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις
Πανοπτικόν) σὲ 16 τόμους.
Ἐκτὸς ἀπὸ μεταφραστὴς εἶναι ὅμως καὶ δημιουργικὸς
συγγραφέας, ὑπὸ διπλῆ μάλιστα ἰδιότητα, λογοτεχνικὴ ὅσο καὶ
δοκιμιογραφική.
Ἐκτὸς ἀπό τὶς πολυπληθεῖς εἰσαγωγὲς σὲ δικές
του μεταφράσεις καὶ ἄρθρα σὲ διάφορα ἔντυπα, ἔχει
παρουσιάσει δύο σημαντικὲς θεωρητικὲς μελέτες (
Μύθοι τῆς τεχνολογίας. Δοκίμια, 1987·
Τὸ ὅραμα τοῦ ὑπεράνθρωπου. Μιὰ ἐρμηνεία τοῦ ἔργου τοῦ Φρήντριχ Νίτσε, «Ἔτσι μίλησε ὁ Ζαρατούστρα», 2014) καὶ τέσσερα πεζογραφικὰ βιβλία (
Ψίχουλα, 1998·
Μακριὰ ἀπὸ τὸν κοσμό, 2008·
Ἀνθρώπινες σκιές, 2013 καὶ
Κυριακὴ ρεπό, 2014) στὴ φόρμα τοῦ λογοτεχνικοῦ ἀφορισμοῦ, τοῦ μικροῦ διηγήματος καὶ τῆς νουβέλας.
Ξεχωριστὸ
ἐνδιαφέρον ἔχει γιὰ τὸ Ἱστολόγιό μας ἡ πεζογραφικὴ δουλειὰ
τοῦ συγγραφέα στὸ εἶδος τοῦ μικροῦ διηγήματος, ὅπως αὐτὴ
καταγράφεται στὰ βιβλία του Ψίχουλα (1998) καὶ Μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο
(2008) ποὺ τὸν κατατάσσει ἀνάμεσα στοὺς καλύτερους
μικροδιηγηματογράφους στὴν γλώσα μας. Μὲ λόγο πυκνό, καθαρὸ
καὶ εὐθύβολο, μέσα σὲ ἐλάχιστες παραγράφους, σ’ ἕνα σύνολο
λέξεων ποὺ κυμαίνεται ἀπὸ τὶς ἑκατὸ (καὶ κάποτε πολὺ
λιγότερες) ἕως τὶς περίπου τριακόσιες, ὁ Σαρίκας
ἀποφενακίζει τὴν νεοελληνικὴ πραγματικότητα —ἑστιάζοντας
ἰδιαίτερα στὸν δημόσιο χῶρο— ὅπως αὐτὴ ἐκτυλίχτηκε στὴν
Μεταπολίτευση ἕως τὴν πρώτη δεκαετία τοῦ νέου αἰώνα.
Ἐκκινώντας ἀπὸ τὸ συγκεκριμμένο βιωμένο περιστατικό, ὁ
συγγραφέας ἀναδεικνύει τὴν κουφότητα, τὴν ἀσυναρτησία, τὴν
κενότητα καὶ ἐπιφανειακότητα ποὺ χαρακτηρίζει τὸν κόσμο τῆς
Μεταπολίτευσης σὲ πολλὲς καὶ ποικίλες πτυχὲς τῆς
ἀνθρωπογεωγραφίας της. Πίσω ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Ζήση Σαρίκα
ζοῦμε συχνὰ τὴν σιωπηλὴ παρουσία τοῦ αὐτόπτη καὶ αὐτήκοου
τρίτου τῆς καθημερινῆς συναναστροφῆς μας στὰ ἀπειράριθμα
σκηνικά της στὴν περίοδο αὐτή. Οἱ χαρακτῆρες του εἶναι
σπαρταριστὰ ζωντανοί: εἶναι οἱ διπλανοί μας ἄνθρωποι, οἱ
δικοί μας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Ἡ ἐξαιρετικὴ ψυχογραφία ποὺ τοὺς
συνοδεύει ὑπογραμμίζει τὴν ματιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει ζήσει
ἐξίσου τὸν λαϊκὸ ἄνθρωπο τοῦ χωριοῦ, τὸν μικροαστικὸ κόσμο τῆς
πόλης ἀλλὰ καὶ τὸν διανοούμενο τοῦ σαλονιοῦ. Αἰσθανόμαστε
πρωτίστως ἕναν παρατηρητὴ ἰδιαίτερα εὐαισθητοποιημένο καὶ
εἰρωνικὰ ἐπικριτικὸ σὲ ἐκεῖνα τὰ κοινωνικὰ στρώματα ποὺ ὑπὸ
τὸ ἔνδυμα μιᾶς ἀνεύρετης τελικὰ κοινωνικῆς ἀλλαγῆς
μεταλλαχθήκανε στὶς παρασιτικὲς ἐλὶτ ποὺ τὶς τελευταῖες
δεκαετίες ὁδήγησαν τὴν χώρα στὸν γκρεμὸ τῆς πτώχευσης καὶ τῆς
ἀντιλαϊκῆς ἐξάρτησης ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ ἐκμεταλλευτικὰ
χρηματοπιστωτικὰ κέντρα.
Σὲ μιὰ τέτοια ἀντι-μυθευτικὴ ματιὰ ἀντιστοιχεῖ καὶ ἕναν
ἀληθινὸς ἀντι-χαρακτήρας, μιὰ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ
ἀνεξάρτητη μὲ τὴν κοινωνικότερη ἀντιατομικιστικὴ
σημασία, ἀντιεξουσιαστικὴ καὶ ἐλευθεριακὴ καὶ ταυτόχρονα
ὑποψιασμένη ἀπέναντι στὸν μυθευτικὸ φενακισμὸ ποὺ καὶ οἱ
ἴδιες αὐτὲς οἱ χειραφετητικὲς ἀξίες μπορεῖ νὰ ὑποστοῦν στὴν
πράξη! Ἀπέναντι στὴν ἐπιθετικὴ χυδαιότητα μιᾶς ἄρριζης
μαζικοποιημένης ἀντικοινωνίας συναντᾶμε, ταυτόχρονα,
στὸ ἔργο τοῦ Σαρίκα κείμενα ποὺ προϋποθέτουν τὸ ἀγαπητικὸ
πλησίασμα πρὸς τὸν κόσμο τῶν ἀνυπεράσπιστων
περιθωριοποιημένων τῆς καθημερινῆς ζωῆς, κείμενα ποὺ
διαθέτουν τὸ σθένος τῆς εὐγένειας νὰ ἀντιμετωπίζουν ὡς
ἰσότιμα στὴν ἀξιοπρέπεια ὄντα τόσο τοὺς καθημερινούς μας
συνοίκους, τὰ ζῶα τῆς πόλης, τὰ οἰκόσιτα, αἰχμάλωτα, ἀδέσποτα
καὶ κρυπτόμενα, ὅσο καὶ αὐτὸν τὸν περιαστικὸ χῶρο, τὴν ἴδια τὴν
φύση, τὴν ποδοπατημένη ἀπὸ τὴν παμφάγα ἀναπτυξιακὴ
ἀπληστία!
Ὅσο
καὶ νὰ μᾶς ἐνοχλεῖ ἡ λέξη διδακτισμός, στὶς ὁλοζώντανες
μινιατοῦρες τοῦ Σαρίκα, ὁ ὅρος ἀποκτᾶ τὴν βαθύτερη καὶ πιὸ
ἀναγκαία σημασία του, ἐν ὄψει ἰδίως μιᾶς ἐκ τῶν ἄνω
καθοδηγούμενης ἀπορρύθμισης τῶν πιὸ ζωτικῶν ἀνθρώπινων
κοινωνικῶν δεσμῶν τὴν ὁποία προωθεῖ καὶ ἐπιβάλλει ἡ νέα
μετάλλαξη τοῦ παγκόσμιου καπιταλιστικοῦ συστήματος τῶν
ἡμερῶν μας. Ἡ ἀντίσταση ποὺ προβάλλει σ’ αὐτὸν καὶ τὶς
συνέπειες του τὸ ἦθος μιᾶς τέτοιας συνείδησης καί διδάσκει καί, μὲ τὴν ὕπαρξή της, παρηγορεῖ καί στηρίζει σὲ στάση κοινωνικὴ καὶ πολιτική, ἀναλόγως ἀντιστασιακή!
Ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα τῆς παρακμῆς αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ
τῶν θεσμῶν του, τὴν παρακμὴ ἀκριβῶς ποὺ στηλιτεύουν τὰ κείμενα
τοῦ Ζήση Σαρίκα, ὑπῆρξε καὶ ἡ τύχη ποὺ ἐπιφυλάχθηκε πρὶν ἀπὸ
μερικὰ χρόνια στὸ ἴδιο τὸ ἔργο τοῦ συγγραφέα κατὰ τὴν εἰσήγηση
τῆς ὑποψηφιότητας του ὡς μέλους στὴν Ἑταιρεία Συγγραφέων, τὴν
ὑπογεγραμμένη ἀπὸ ὀκτὼ ἄλλα ἐνεργὰ μέλη της: ἡ ὑποψηφιότητα
ἀπορρίφθηκε πανηγυρικῶς ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Γενικῆς Συνέλευσης!
Δυστυχῶς ὄχι ἀπὸ γνώση καὶ ἄποψη πάνω στὸ ἔργο της, ἔτσι ὅπως θὰ
εἶχε ἴσως κάποιο νόημα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν σχεδὸν πλήρη καὶ παχυλὴ
ἄγνοιά του. Ἕνα εὐφυὲς ΔΣ ἔσωσε τὴν ἑπόμενη χρονιὰ τὰ προσχήματα
τοῦ ἱστορικοῦ σωματείου, ἀναγνωρίζοντας ἐμμέσως τὴν ἀστοχη
‘κρίση’ του, μὲ τὴν ἀπονομὴ τοῦ μεγάλου του βραβείου «Διδώ
Σωτηρίου» στὸν συγγραφέα τὸν ἀπορριφθέντα ἀπὸ τὴν Γενικὴ του
Συνέλευση!
Σ’
ἕνα λογοτεχνικὸ εἶδος, ὅπως τὸ μικρὸ διήγημα καὶ τὸ
μικροδιήγημα, ὅπου, εἴτε ὡς ἑλληνικὴ εἴτε ὡς παγκόσμια
σταθερά, πλεονάζει ἡ ψυχογραφία τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου μὲ τὶς
πολυποίκιλες τροπικότητές της, ἄλλες θεματολογίες ποὺ
άποσκοποῦν νὰ ἐκθέσουν παθογένειες τῆς κοινωνικῆς ζωῆς μὲ τὰ
πολιτικὰ αἰτήματα τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ πολίτη ἢ τῆς
ἀντίστασης στὸν ἐπιχειρούμενο ἐξανδραποδισμό του ἀπὸ
ἀδιαφανῆ καὶ ἀνεξέλεγκτα κέντρα ἐκμμετάλευσης καὶ
χειραγώγησής του, ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς, μειοψηφοῦν.
Γι’ αὐτὸ τὸ Ἱστολόγιο, στῆν δεκαπενταετία τῆς ὕπαρξής
του, βρῆκε πολύτιμο καταφύγιο σὲ κείμενα ἢ μικρὰ ἀφιερώματα
σὲ δημιουργοὺς πού, ἐλαυνόμενοι ἀπὸ τὸ μίσος τοῦ καναπέ,
ἔδωσαν στὰ λογοτεχνικὰ μικροκείμενά τους προτεραιότητα στὸν
ὀξὺ κοινωνικοπολιτικὸ προβληματισμό, κερδίζοντας τὴν
ἀγάπη ὅσων ἀνησυχοῦν γιὰ τὴν τύχη τόσο τῶν λαϊκῶν ὅσο καὶ τῶν
προσωπικῶν ἐλευθεριῶν, ἀναζητώντας τὴν ἀκηδεμόνευτη σκέψη
καὶ ἔκφραση ποὺ συνήθως τὶς συνοδεύουν. Ἔτσι ἀναζήτησε καὶ
πρόβαλε ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ παράδειγμα φωνὲς έλευθεριακῶν
συνειδήσεων ὅπως τοῦ Περικλῆ Κοροβέση, τοῦ Τζίμη Πανούση, τοῦ Τέο Ρόμβου,
ἐνῶ, μὲ τὴν βοήθεια ἐξαιρετικῶν μεταφραστῶν καὶ ἐπιμελητῶν,
συγκρότησε, ἀπὸ τὴν διεθνῆ παραγωγή, ἀφιερώματα μὲ θέμα τὴν Ἀναρχικὴ Λογοτεχνία καὶ τὸ κοινωνικὸ Κουβανικὸ Διήγημα.
Ἀπὸ τὶς φωνὲς αὐτὲς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπει καὶ ἐκείνη τοῦ
Ζήση Σαρίκα. Ὁλοκληρώντας τὸν κύριο διαδικτυακὸ ἱστολογικό
τους κύκλο, οἱ Ἱστορίες Μπονζάϊ νιώθουν ἰδιαίτερη χαρὰ
καὶ τιμὴ νὰ τὴν παρουσιάσουν στοὺς φίλους ἀναγνῶστες τους μὲ μιὰ
ἐκτενῆ ἀνθολογία ἀπὸ τὸ ἔργο του!
Νέα Σμύρνη, 22.12.2025

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.
Γιάννης Πατίλης.
Γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1947, ἀπὸ γονεῖς καταγόμενους ἀπὸ τὸ
χωριὸ Περίστα τῆς ὀρεινῆς Ναυπακτίας. Ἔζησε τὰ παιδικά του
χρόνια στὸν Κολωνὸ καὶ τὴν ἐφηβεία του στὰ Πατήσια. Σπούδασε
Νομικὰ καὶ Νεοελληνικὴ Φιλολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἄθηνῶν.
Ἐργάστηκε ὡς φιλόλογος στὴ Δημόσια Μέση Ἐκπαίδευση.
Δημοσίευσε δέκα συλλογὲς ποιημάτων καὶ τρεῖς
συγκεντρωτικές. Τελευταία ποιητικὴ συλλογή του: Σονέτα μὲ Σημαία Εὐκαιρίας. Ἐγκώμια καὶ ψόγοι ἐκ τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ δημόσιου βίου (Παρασκήνιο, Ἄθήνα, 2022). Τελευταία συγκεντρωτική του Τὸ Σπασμένο εἶναι πιὸ Ἀνθεκτικό ([Ποιήματα 1970-2022], ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 2023). Ἐπιμελήθηκε τὴν ἔκδοση: Ἂγγελου Θ. Σημηριώτη, Τὰ Ποιήματα
[1893-1943], Τόμοι Α’+Β’ (μὲ τὴν Ἔλσα Λιαροπούλου, Πνευματικό
Κέντρο Νέας Ιωνίας Ἀττικῆς, Νέα Ἰωνία, 1995) καὶ δημοσίευσε
πληθώρα ἄρθρων, σχολίων, κριτικῶν καὶ δοκιμίων. Ὑπῆρξε συνιδρυτὴς του περιοδικοῦ Τὸ Δέντρο (1978), συνεκδότης τῶν περιοδικῶν Νῆσος, Μουσικὴ καὶ Ποίηση (1983-85) καὶ Κριτικὴ καὶ Κείμενα (1984-85), καὶ ἐκδότης τοῦ περιοδικοῦ Πλανόδιον
(1986-2012, τχ. 1-52) καὶ τῶν ἐκδόσεών του, ἑνὸς παρεμβατικοῦ
ἐντύπου ἀφιερωμένου στὴν λογοτεχνία, τὸ δοκίμιο, τὴν κριτικὴ
τοῦ βιβλίου καὶ γενικότερα τοῦ πολιτισμοῦ. Τὶς ἐμπειρίες
ἀπὸ τὴν δράση του στὸ χῶρο τῶν λογοτεχνικῶν περιοδικῶν
συγκέντρωσε στὸν τόμο Μικρὸς Τύπος: Τὸ Λογοτεχνικὸ Περιοδικό. Θεωρία καὶ Ἀσκήσεις.
Κείμενα 1978-2013 (ὕψιλον/βιβλία, Ἂθήνα 2013). Τὸ 1996 ὑπῆρξε
καλεσμένος ποιητὴς τοῦ Προγράμματος Ἐλληνικῶν Σπουδῶν τοῦ
Πανεπιστημίου τοῦ Πρίνστον καὶ τὸ 2000 καλεσμένος στὸ 31ο
Διεθνὲς Φεστιβὰλ Ποίησης τοῦ Ρόττερνταμ. Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 2010
ἵδρυσε τὸν ἱστότοπο γιὰ τὸ μικρὸ διήγημα Ἱστορίες Μπονζάϊ,
τὸν ὁποίο συνδιεύθυνε μὲ τὴν εἰκαστικὸ καὶ συγγραφέα Ἡρὼ
Νικοπούλου ἕως τὴν ἀποφασιστικὴ γιὰ τὴν συνέχειά του Στροφή
στὶς 31 Ἰουλίου 2025. Ἀπὸ τὸ 1999 δραστηριοποιεῖται στὰ
λογοτεχνικὰ πράγματα τοῦ Δήμου Νέας Ἰωνίας ὡς μέλος τοῦ Δ.Σ.
τοῦ Ἱδρύματος «Τάκης Σινόπουλος – Σπουδαστήριο
Νεοελληνικῆς Ποίησης», τοῦ ὁποίου συγκρότησε καὶ
ἐπιμελεῖται τὸ Ψηφιακὸ Ἀποθετήριο Περιοδικῶν Πολιτισμοῦ.
Εἶναι ἱδρυτικὸ μέλος τῆς «Ἑταιρείας Συγγραφέων» καὶ τοῦ
«Κύκλου Ποιητῶν». Ἂπό τὸ 2005 ζεῖ στὴ Νέα Σμύρνη μὲ τὴ σύζυγό του
ζωγράφο καὶ συγγραφέα Ἡρώ Νικοπούλου. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2019
δώρισαν μὲ τὴν σύζυγό του στὸ Πανεπιστήμιο Πατρῶν καὶ στὸ Ἐργαστήριο Ἀρχειακῶν Τεκμηρίων καὶ Τύπου (ΕΑΤΤ) τὸ προσωπικό τους ἀρχεῖο, τὸ ἀρχεῖο τοῦ λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ Πλανόδιον
μαζὶ μὲ τὸ ἀρχεῖο του τῶν λογοτεχνικῶν περιοδικῶν τοῦ 20οῦ
αἰ., καθὼς καὶ τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τῆς βιβλιοθήκης τους. Εἶναι
γιὰ λόγους ἀρχῆς ἐναντίον τῶν βραβείων καὶ τῶν τιμητικῶν
διακρίσεων στὸν χῶρο τῶν Τεχνῶν καὶ τοῦ Πολιτισμοῦ καὶ ἔχει
ἀποποιηθεῖ ὅσα ἀντιστοίχως τοῦ ἔγιναν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου