Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Ἑ­λέ­νη Γού­λα : Ἡ τσάν­τα μου





ΑΑΓΟΡΑΣΑ μιὰ μι­κρή, γκρί­ζα ἰ­τα­λι­κὴ τσάν­τα.
 Ἔ­χει πολ­λὰ τσε­πά­κια, φερ­μου­άρ, θῆ­κες μέ­σα κι ἔ­ξω. Ἀ­κό­μη καὶ χε­ρού­λια ἔ­χει πολ­λά. Δυ­ὸ μι­κρὰ κομ­ψὰ χε­ρά­κια καὶ ἕ­να μα­κρὺ λου­ρὶ μὲ αὐ­ξο­μει­ού­με­νο μῆ­κος, ποὺ μπαί­νει χια­στὶ στὸ στῆ­θος, ὅ­πως τὰ φυ­σε­κλί­κια.
        Χω­ρά­ει τὰ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πα­ραί­τη­τα, ὅ­πως πορ­το­φό­λι, κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο, ἕ­να στυ­λὸ καὶ τὰ γυα­λιά μου. Τὰ κλει­διὰ στρι­μώ­χνον­ται στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ θή­κη ποὺ κλεί­νει μὲ φερ­μου­άρ.
        Ὡ­στό­σο δὲν εἶ­μαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­γο­ρά μου. Μὲ ἐ­νο­χλεῖ τὸ μι­κρό της μέ­γε­θος καὶ τὰ πολ­λὰ φερ­μου­ὰρ ποὺ δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ἀ­νοί­γω καὶ νὰ κλεί­νω. Μπερ­δεύ­ο­μαι ἐ­πί­σης μὲ τὰ πολ­λὰ λου­ρά­κια καὶ τὶς θῆ­κες. Δὲν εἶ­ναι ἕ­να σα­κού­λι νὰ τὰ πε­τά­ξεις ὅ­λα μέ­σα. Κλει­διά, γυα­λιά, μο­λύ­βια, πορ­το­φό­λι, μπου­­κα­λά­κια, ση­μει­ώ­σεις καὶ βι­βλί­α δι­ά­φο­ρα.

        Πα­ρό­λα αὐ­τά, μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ τὴν κοι­τά­ζω, νὰ τὴν πιά­νω, νὰ τὴν κρε­μά­ω στὸν ὦ­μο, νὰ τὴν ἀ­κουμ­πά­ω στὸ τρα­πέ­ζι. Καὶ ἀ­πο­ρῶ μά­λι­στα ποὺ κα­νεὶς ὣς τώ­ρα δὲν τὴν πρό­σε­ξε. Κα­νεὶς δὲν εἶ­πε, ὤ! τί ὡ­ραί­α τσάν­τα!
        Μπο­ρεῖ νὰ φταί­ει, σκέ­φτο­μαι, τὸ γκρί­ζο της χρῶ­μα, ἕ­να γκρί­ζο βα­θὺ σὰν μο­λυ­βί, ἂν καὶ ἡ καρ­τού­λα ποὺ εἶ­χε μα­ζί της, ὅ­ταν τὴν ἀ­γό­ρα­σα, ἔ­γρα­φε μπλάκ. Πα­ρά­ξε­νο βέ­βαι­α, ἀ­φοῦ μπλὰκ θὰ πεῖ μαῦ­ρο, ἐ­νῶ τὸ χρῶ­μα τῆς τσάν­τας μου εἶ­ναι γκρί. Γκρὶ ὅ­πως ὁ χει­μω­νι­ά­τι­κος οὐ­ρα­νός, ὅ­πως τὰ μέ­ταλ­λα στὶς με­γά­λες κα­τα­σκευ­ὲς τῆς πό­λης ποὺ στη­ρί­ζουν ψη­λὰ ὀρ­θο­γώ­νια κτί­ρια. Ἕ­να χρῶ­μα ψυ­χρό, σκοῦ­ρο γκρί­ζο, ὄ­χι μαῦ­ρο.
        Ἡ και­νού­ρια μου τσάν­τα ἔ­χει τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ μιᾶς φη­μι­σμέ­νης ἰ­τα­λι­κῆς ἑ­ται­ρί­ας. Δὲν θέ­λω νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λύ­ψω για­τὶ δὲν μὲ τι­μᾶ ποὺ ἐ­πέ­λε­ξα μιὰ τό­σο γνω­στή, σχε­δὸν κλι­σὲ καὶ πα­σὲ ἰ­τα­λι­κὴ μάρ­κα γιὰ τσάν­τα. Ἀ­πο­ρῶ κι ἐ­γὼ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου γι’ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­λο­γή, ἀλ­λὰ τὸ ἴ­διο ὅ­μως ἀ­πο­ρῶ καὶ γιὰ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ποὺ τῆς δεί­χνω.
        Μό­νο τώ­ρα τε­λευ­ταί­α ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι τὶς πα­ρά­ξε­νες ἀ­να­λο­γί­ες με­τα­ξύ μας. Καὶ ἀ­λή­θεια φο­βᾶ­μαι ὅ­τι τὰ ἀν­τι­φα­τι­κὰ αἰ­σθή­μα­τά μου ἀ­πέ­ναν­τί της ἔ­χουν τὴ βα­θιὰ αἰ­τι­ο­λο­γία τους σ’ αὐ­τὲς τὶς ἀ­να­λο­γί­ες. Για­τὶ κι ἐ­γώ, ὅ­πως οἱ περ­γα­μη­νὲς τῆς τσάν­τας μου, νο­μί­ζω πὼς δι­α­θέ­τω δι­α­πι­στευ­τή­ρια ποι­ό­τη­τας, καλ­λι­ερ­γών­τας μέ­σα μου με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως, φο­βᾶ­μαι πὼς δὲν εἶ­μαι πα­ρὰ μιὰ μπα­νάλ, πα­σέ, βα­ρε­τὴ καὶ χω­ρὶς ξε­κά­θα­ρο χρῶ­μα προ­σω­πι­κό­τη­τα.
        Γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο, λοι­πόν, πι­θα­νὸν μοῦ ἀ­ρέ­σει τό­σο αὐ­τὴ ἡ και­νού­ρια ἄ­βο­λη τσάν­τα μου, ποὺ δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ 

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960), ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007, ἐνώ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου