Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Ὄ­ψεις καὶ κα­τό­ψεις ἑ­νὸς νέ­ου οἰ­κή­μα­τος

Της Ηρώς Νικοπούλου

Μι­κρὸ σκα­ρί­φη­μα-ὁ­δοι­πο­ρι­κό

 

 Τὸ πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρώ­τη ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις εἰ­ση­γή­σεις ποὺ ἔ­γι­ναν στὸ κοι­νὸ στὶς 9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015, ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 στὸν χῶ­ρο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴν βρα­διὰ τῆς πα­ρου­σί­α­σης στὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ τῆς 16  Μαρ­τί­ου 2015.]



ΗΤΑΝ ΠΑΝΩ στὴν ἐμ­φά­νι­ση τῆς κρίσης, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κοι­τοῦ­σαν νὰ πε­ρι­κό­ψουν τὶς δα­πά­νες τους καὶ νὰ μὴν κά­νουν νέ­α ἀ­νοίγ­μα­τα· τό­τε ἀ­κρι­βῶς, ποὺ ἀ­πο­φα­σί­σα­με μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη νὰ φτιά­ξου­με ἕ­να και­νούρ­γιο σπί­τι.
       Ἡ κοι­νή μας ἀ­γά­πη καὶ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὴν λο­γο­τε­χνί­α, μᾶς κά­νει νὰ συ­ζη­τᾶ­με μὲ τὶς ὧ­ρες γιὰ κεί­με­να δι­κά μας καὶ ἄλ­λων, γιὰ μορ­φὲς καὶ ρεύ­μα­τα, γιὰ τά­σεις καὶ στά­σεις προ­σώ­πων καὶ ἐν­τύ­πων, συ­χνὰ μὲ τέ­τοι­ο πά­θος ποὺ ἡ Ρω­ξά­νη, ἡ σο­φή μας γά­τα, μπαί­νει στὴ μέ­ση καὶ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­νή­συ­χη προ­σπα­θών­τας νὰ μᾶς μοι­ρά­σει τὰ δί­κια. Ἡ ἀ­γά­πη ὅ­μως γιὰ τὴ μι­κρὴ φόρ­μα ἦ­ταν κοι­νὴ κι εὔ­κο­λα συμ­φω­νή­σα­με στὰ σχέ­δια τοῦ νέ­ου σπι­τιοῦ της. Κά­πως ἔ­τσι, τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2009 στὸ πο­λυ­μορ­φι­κὸ γρα­φεῖ­ο-ἐρ­γα­στή­ριο-ἐν­δι­αί­τη­μα τῆς Νέ­ας Σμύρ­νης καὶ ὥ­ρα ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ γεν­νή­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι.
       Τὸν ἴ­διο πε­ρί­που και­ρό, τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2009 με­τὰ καὶ ἀ­πὸ σχε­τι­κὲς συ­ζη­τή­σεις ποὺ κά­να­με μὲ τὸν συ­νερ­γά­τη καὶ φί­λο, συγ­γρα­φέ­α καὶ με­τα­φρα­στή, Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ ἑ­τοι­μά­σουμε στὸ Πλα­νό­διον δύ­ο ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος· ἕ­να ἀγ­γλό­φω­νου κι ἕ­να ἑλ­λη­νι­κοῦ. Στὸ ὀ­πι­σθό­φυλ­λο τοῦ τεύ­χους 47 δη­μο­σι­εύ­θη­κε σχε­τι­κὴ πρό­σκλη­ση συμ­με­το­χῆς ποὺ ζη­τοῦ­σε μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα μὲ πλο­κὴ ἕ­ως 750 λέ­ξεις. Οἱ πρῶ­τοι κα­νό­νες/ὅ­ροι/ὅ­ρια εἶ­χαν μπεῖ. Οἱ τρεῖς τό­μοι ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν ἀ­πὸ τὸ ἔν­τυ­πο Πλα­νό­διον μὲ τὴν συ­νε­πι­μέ­λεια καὶ τῶν τρι­ῶν, ἄρ­δευ­αν καὶ ταυ­το­χρό­νως προί­κι­ζαν μὲ ὕ­λη, τὸ ἱ­πτά­με­νο ψη­φια­κὸ ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι», ποὺ ἐν τῷ με­τα­ξὺ —προ­λαβαί­νο­ντας τὸ τεῦ­χος τοῦ Ἰ­ου­νί­ου, μὲ τὸ ὁ­ποῖο θὰ ξε­κι­νοῦ­σε ἡ Ἀν­θο­λο­γία— πῆ­ρε μορ­φὴ καὶ ὑ­πό­στα­ση στὸν ἱ­στο­χῶ­ρο τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, δι­α­τη­ρών­τας ὡ­στό­σο ὅ­λα τα τυ­πο­γρα­φι­κὰ με­ρά­κια ποὺ ὑ­πῆρ­χαν καὶ στὸ ἔν­τυ­πο Πλα­νό­διον μέ­χρι κε­ραί­ας ἢ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια μέ­χρι βα­ρεί­ας.
       Τὸ τα­ξί­δι εἶ­χε ἀρ­χί­σει.
Προ­σω­πι­κά, μὲ τὴν μι­κρὴ φόρ­μα ἔ­χω κα­η­μὸ καὶ πάν­τα μὲ ἐ­νέ­πνε­ε καὶ μὲ κα­θο­δη­γοῦ­σε ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Μπόρ­χες ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ γρά­φου­με μυ­θι­στο­ρή­μα­τα/πο­τα­μοὺς τὴν στιγ­μὴ ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με τὰ ἴ­δια στὶς λί­γες σε­λί­δες ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος. Θε­ω­ρῶ πὼς εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς πε­ρι­πλο­κό­τη­τες μὲ λί­γες λέ­ξεις καὶ βρί­σκω ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα τὴν δυ­να­τό­τη­τα τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἐμ­πλο­κῆς τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ποὺ συμ­βαί­νει μό­νο ὅ­ταν ἀ­φή­νε­ται χῶ­ρος καὶ σ΄ αὐ­τόν, δη­λα­δὴ ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι ὅ­λα εἰ­πω­μέ­να καὶ λυ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α.

       Τέσ­σε­ρα χρό­νια τώ­ρα δι­α­βά­ζου­με καὶ ξε­χω­ρί­ζου­με κεί­με­να: καὶ ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα ποὺ μᾶς στέλ­νουν, καὶ ἀ­πο­θη­σαυ­ρί­ζον­τας ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρες συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, καὶ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ —ἔ­στω δειγ­μα­το­λη­πτι­κῶς— ἐ­πι­λέ­γο­ντας ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καὶ τὸν με­σαί­ω­να, φτά­νο­ντας μέ­χρι τοὺς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους καὶ τοὺς δύο τε­λευ­ταί­ους αἰῶ­νες, 19ο καὶ 20ο. Ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ νι­ώ­θω μὲ κά­θε ἐ­πι­λο­γὴ καὶ ἀ­νάρ­τη­ση εἶ­ναι με­γά­λη, γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λό­γους κά­θε φο­ρά. Ἄλ­λο­τε για­τί συ­στή­νου­με στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἕ­ναν ξέ­νο συγ­γρα­φέ­α ἐ­λά­χι­στα γνω­στὸ στὴν Ἑλ­λά­δα, συχνὰ μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα κα­μω­μέ­νο μὲ τὴν πο­λύ­τι­μη συ­νερ­γα­σί­α τῶν φί­λων/με­τα­φρα­στῶν μας πάν­τα ἀ­π’ εὐ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα τοῦ πρω­τό­τυ­που, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα αὐ­τὸ ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τοῦ­τον τὸν και­ρὸ μὲ φι­λο­λο­γι­κὴ ἐμ­βρί­θεια ἀ­πὸ τὸν φί­λο καὶ συ­νερ­γά­τη Συ­με­ὼν Σταμ­που­λοῦ γιὰ τὸν βι­εν­νέ­ζο μι­νια­του­ρί­στα Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ, ἄλ­λο­τε πά­λι, για­τί ἀ­να­κα­λύ­πτου­με στὸ δί­κτυ­ο πὼς ὑ­πάρ­χουν ἤ­δη δρα­μα­το­ποι­η­μέ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα φιλ­μά­κια γιὰ τὰ ἀ­ναρ­τη­μέ­να μας δι­η­γή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­ξι­ο­ποι­οῦ­με κι ἐ­μεῖς ἐμ­πλου­τί­ζον­τας καὶ μὲ αὐτὰ τὴν ὕ­λη μας...
       Ἔ­πει­τα, ὑ­πάρ­χει ἐ­κεί­νη ἡ ξε­χω­ρι­στὴ χα­ρὰ ὅ­ταν ξα­να­να­κα­λύ­πτεις ξε­χα­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς, λη­σμο­νη­μέ­να κεί­με­να ποὺ ὅ­μως δι­α­τη­ροῦν τὰ ἀ­ρώ­μα­τά τους ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα, κι ἀ­ξί­ζουν τὴν προ­σο­χή μας, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὰ πε­ζὰ τῆς κων­σταν­τι­νου­πο­λί­τισ­σας Ἀ­λε­ξάν­δρας Πα­πα­δο­πού­λου ἢ τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Γκρά­βα­λη, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης, ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μὲ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κα­θὼς καὶ μὲ τὴν τω­ρι­νὴ ἔν­τυ­πη Ἀν­θο­λο­γία συμ­με­τέ­χου­με στὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς νέ­ας αὐ­τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας καὶ στὴν δι­α­μόρ­φω­ση τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς της.
       Τώ­ρα, ὅ­σον μὲ ἀ­φο­ρᾶ προ­σω­πι­κά, ἔ­χουν ὑ­πάρ­ξει καὶ πε­ρι­πτώ­σεις πιὸ δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἐμ­πλο­κῆς μου, ὅ­πως συ­νέ­βη μὲ τὴ γνω­στὴ φρά­ση, τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ να­νο­δι­ή­γη­μα, ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ: «Πρὸς πώ­λη­ση: παι­δι­κὰ πα­πού­τσια, ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρε­τα.»
       Στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α μὲ δαι­μό­νι­ζε πάν­τα τὸ σχε­δὸν αὐ­το­νο­ή­τως ὑ­πο­νο­ού­με­νο με­λὸ σκη­νι­κό. Στοι­χη­μά­τι­σα, λοι­πόν, μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου γρά­φο­ντας ἕ­να δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο Τὰ Δῶ­ρα —τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ­τε νὰ βρεῖ­τε ἀ­ναρ­τη­μέ­νο στὸ ἱ­στο­λό­γιο— ποὺ ἔ­χει ἴ­διο θέ­μα ἀλ­λὰ καὶ ἀν­τι­στρα­τεύ­ε­ται καὶ ἀν­τι­στρέ­φει ἐν­τε­λῶς τὸ με­λο­δρα­μα­τι­κὸ τό­νο ποὺ ὑ­πο­βάλ­λει τὸ κεί­με­νο τοῦ Χέ­μιν­γου­εϊ.
       Σί­γου­ρα, ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι δῶ­ρα τοῦ τα­ξι­διοῦ. Καὶ μι­λᾶ­με γιὰ με­γά­λο τα­ξί­δι μὲ πλού­σιο φορ­τί­ο, γι’ αὐ­τὸ καὶ τὸ σπί­τι/κι­βω­τὸς ποὺ προ­σπα­θή­σα­με νὰ φτι­ά­ξου­με μὲ τὸν Γιά­ννη εἶ­ναι ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ εὐ­ρύ­χω­ρο. Ἔ­χει κεν­τρι­κὸ χῶ­ρο ὑ­πο­δο­χῆς τῆς κά­θε νέ­ας ἀ­νάρ­τη­σης, καὶ πολ­λὲς δι­α­κλα­δώ­σεις. Ἀ­ρι­στε­ρὰ βρί­σκον­ται: συ­νεν­τεύ­ξεις συγ­γρα­φέ­ων, οἱ με­τα­φρα­στὲς τῶν 12 γλωσ­σῶν, βιν­τε­ο­σκο­πη­μέ­νες ἀ­να­γνώ­σεις, θε­μα­τι­κὲς καὶ ὑ­φο­λο­γι­κὲς κα­τη­γορι­ο­ποι­ή­σεις τῆς ὕ­λης, κ.ἄ. Δε­ξιά μας συ­ναν­τᾶ­με τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος, κεί­με­να ἀ­να­φο­ρᾶς σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, τὴν με­γά­λη λί­στα τῶν πα­λαι­ῶν καὶ νε­ό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ φι­λο­ξε­νοῦν­ται, καί, στὸ τέ­λος τῆς δε­ξιᾶς στή­λης, τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ἔ­χου­με με­τα­φρά­σει στὰ ἀγ­γλι­κά, ἀ­νοί­γο­ντας μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ ἕ­να μι­κρὸ πα­ρά­θυ­ρο πρὸς τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ζο­γρα­φία γιὰ τὸν ἀγ­γλό­φω­νο ἀ­να­γνώ­στη.
       Γιὰ νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με τὸ μέ­γε­θος τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος μὲ ὅ­ρους τοῦ ἔν­τυ­που κό­σμου, μιὰ ποὺ ἡ δι­κτυα­κὴ εἰ­κό­να συ­νή­θως μᾶς ἐ­ξα­πα­τᾶ, μι­λᾶ­με γιὰ ἕ­να ὑ­λι­κὸ κει­μέ­νων ποὺ θὰ ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε, μέ­χρι σή­με­ρα, μὲ πε­ρί­που 2000 ἐ­κτυ­πω­μέ­νες σε­λί­δες Α4, ἢ μὲ δύ­ο τρο­φαν­τοὺς τό­μους τῶν 1000 σε­λί­δων ἕ­κα­στος, ἢ μὲ ὀ­κτὼ τεύ­χη πε­ρι­ο­δι­κοῦ, ὅ­πως τοῦ Πλα­νό­δι­ου, τῶν 250 σε­λί­δων τὸ κα­θέ­να.
       Μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὸ ὑ­λι­κὸ αὐ­τὸ – στὴν οὐ­σί­α μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α Ἀν­θο­λο­γί­ας, τὴν σκε­φτό­μα­σταν ἀ­πὸ και­ρὸ καὶ μά­λι­στα σὲ ἐ­τή­σια βά­ση, καὶ χαι­ρό­μα­στε ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­τὴ τὴν ἔκ­δο­ση, για­τί εἶ­ναι ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­στρέ­φου­με τὴν δου­λειά μας στὸ κό­σμο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­ερ­χό­μα­στε, στὸν κό­σμο τοῦ ἔν­τυ­που βι­βλί­ου.
       Συ­νε­χί­ζο­ντας ἔ­τσι νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὸ τα­ξί­δι.

                                                                                   Νέ­α Σμύρ­νη 05.01.2015


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἑλ­λη­νι­στὶ ὁ γρί­φος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου