Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Σκά­φαν­δρο στὸ πα­γω­νὶ ἤ Ἕ­νας βα­θὺς ἄν­θρω­πος

της  Νατάσας Κεσμέτη 


ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ νὰ τὰ σπρώ­ξει πέ­ρα καὶ τὰ θυ­μᾶ­ται κα­τα­λε­πτῶς ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, ὁ Φύ­λα­κας βρί­σκει μιὰ γω­νιὰ καὶ κλαί­ει. Εἶ­ναι βέ­βαι­α Κα­λύ­μνιος. Ἐ­κεῖ κυ­ρί­ως δί­νουν τό­σο σπά­νια ὀ­νό­μα­τα σὰν αὐ­τὸ τοῦ Σκευ­ο­φύ­λα­κα.
       Ὅ­ταν ὁ πό­νος κά­πως ξε­θυ­μά­νει κι ὁ θυ­μὸς κα­τα­λα­γιά­σει ἀρ­κε­τά, ὁ Φύ­λα­κας σκέ­φτε­ται τὸ σῶ­μα τῆς ἀ­γά­πης του, τὸν τρό­πο ποὺ χα­μη­λώ­νει τὰ βλέ­φα­ρα, τὸν ἀρ­γὸ βη­μα­τι­σμό της, τοὺς ἀ­να­στε­ναγ­μούς της, ὅ­ταν τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει βα­θιὰ καὶ μπο­ρεῖ πιὰ νὰ ἀ­να­πνεύ­σει ἐ­λεύ­θε­ρα ὣς τὴν ἑ­πό­με­νη κρί­ση. Οἱ ἀ­να­στε­ναγ­μοί της τὸν βε­βαι­ώ­νουν πὼς εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τός, κι ἡ ψυ­χή του γε­μί­ζει θαυ­μα­σμὸ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τό­σο ἐ­πι­θυ­μη­τός. Ἐ­νῶ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς στραμ­μέ­νος σ’ αὐ­τήν, εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να στραμ­μέ­νος στὸ ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ κα­μά­ρι γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.
       Γιὰ κάμ­πο­σα χρό­νια, καὶ μά­λι­στα τὰ πιὸ κρί­σι­μα, τὸν Φύ­λα­κα τὸν δι­ώ­χνα­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια δι­ώ­χνα­νε τοὺς δι­κούς του, χω­ρὶς νὰ κά­νουν ἐ­ξαί­ρε­ση γι’ αὐ­τόν. Ὅ­λοι στὴν οἰ­κο­γέ­νειά του ἦ­σαν κου­ρα­στι­κοὶ καὶ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τοι ἄν­θρω­ποι. Ὁ Φύ­λα­κας ἔ­κα­νε ὅ,τι περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι του νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ συγ­γε­νεῖς καὶ ξέ­νους ἔ­τσι ποὺ νὰ κα­τα­φέ­ρει τε­λι­κὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὴν κα­τά­στα­ση, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ρί­ξει κα­νέ­να βέ­λο μπρο­στὰ στὰ μά­τια του. Αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν ἤ ἔ­νι­ω­θε γρα­φό­ταν ἀ­μέ­σως στὸ πρό­σωπό του, κι ὅ­σο ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ μιὰν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἔκ­φρα­ση συμ­πά­θειας νὰ φα­νε­ρω­νό­ταν, ὁ κα­θέ­νας εὔ­κο­λα μά­θαι­νε τί πραγ­μα­τι­κὰ πί­στευ­ε. Ὅ­ποι­ες προ­σπά­θει­ες καὶ νὰ ἔ­κα­νε, δὲν κα­τά­φερ­νε πα­ρὰ νὰ γί­νει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­νε­πι­θύ­μη­τος. Ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ τὸν δι­ώ­χνα­νε.

       Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο σπρώ­χτη­κε νὰ ρί­χνει γρή­γο­ρες, κο­φτὲς μα­τι­ές, νὰ μὴν ἑ­στιά­ζει που­θε­νὰ γιὰ πο­λὺ τὸ βλέμ­μα του, νὰ λει­τουρ­γεῖ μὲ δυ­ὸ λό­για τὴν ὅ­ρα­ση σὰν ὄ­σφρη­ση κι ἔ­τσι νὰ μυ­ρί­ζει ἀ­κα­τά­παυ­τα ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας τὰ βλέ­φα­ρα ἤ με­τα­κι­νών­τας τοὺς βολ­βοὺς τῶν μα­τι­ῶν ὅ­πως ρου­θού­νια κά­ποι­ου νυ­χτό­βιου θη­ρευ­τῆ. Ὁ ἴ­διος νι­ώ­θει ἐ­λά­χι­στα προ­στα­τευ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­σχέ­διο σκά­φαν­δρο τῶν βι­α­στι­κῶν βλεμ­μά­των. Στὴ λα­χα­νι­α­σμέ­νη καρ­διά του πα­ρα­μέ­νει ρι­ζω­μέ­νη ἡ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς πο­τὲ δὲν θὰ γί­νει ὅ,τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξαρ­χῆς λα­χτα­ροῦ­σε.
       Ἡ κρί­ση ἔρ­χε­ται καὶ τὸν βρί­σκει τὶς πιὸ ἀ­να­πάν­τε­χες ὧ­ρες, ἂν καὶ κά­ποι­α ἀ­να­κα­τω­σού­ρα στὸ στο­μά­χι ἤ μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη τα­ρα­χὴ στὸ στέρ­νο προ­ει­δο­ποι­εῖ γιὰ τὸν ἐρ­χο­μό της. Πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε κά­που νὰ χω­θεῖ καὶ νὰ κλά­ψει, νὰ σφί­ξει τὶς γρο­θι­ές του, ὥ­σπου τὰ νύ­χια νὰ χω­θοῦν στὶς φοῦ­χτες του, ἐ­νῶ οἱ λυγ­μοὶ τῆς λύσ­σας καὶ τοῦ πό­νου ὀγ­κώ­νον­ται στὸ στῆ­θος του τό­σο ποὺ φο­βᾶ­ται πὼς κά­πως ἔ­τσι θὰ ἔρ­θει τὸ τέ­λος του. Συ­νή­θως ὅ­μως ἡ­συ­χά­ζει καὶ τό­τε ἀ­μέ­σως γο­να­τί­ζει μπρο­στὰ στὴν εἰ­κό­να τῆς ἀ­γά­πης του, ὅ­πως ἄλ­λοι θὰ ἔ­κα­ναν μπρο­στὰ σὲ μιὰ ἱ­ε­ρὴ εἰ­κό­να.
       Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ποὺ τοὺς δι­ώ­χνα­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ, ἀ­φοῦ μὲ ὁ­λο­φά­νε­ρη δυ­σφο­ρί­α τοὺς εἶ­χαν ἀ­νε­χτεῖ γιὰ λί­γο, κά­ποι­οι συγ­γε­νεῖς πρὶν τοὺς ξε­φορ­τω­θοῦν ἄ­φη­σαν τὸν Φύ­λα­κα νὰ ρί­ξει μα­τι­ὲς στὴ βι­βλι­ο­θή­κη τους. Ἐ­κεῖ εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πα­ρα­χω­μέ­νη τὴν Ἀ­φρό­δι­τη. Ἂν καὶ τὸ τέ­λος της τοῦ εἶ­χε προ­ξε­νή­σει τρό­μο, γιὰ λό­γους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει ἔ­γι­νε τὸ κα­τα­φύ­γιό του. Αὐ­τὴ δὲν θὰ τὸν ἔ­δι­ω­χνε πο­τὲ φαν­τα­ζό­ταν – μᾶλ­λον πί­στευ­ε. Δὲν τὴν εἶ­χε πλά­σει ὁ­λό­τε­λα γυ­μνὴ οὔ­τε ἀ­νά­με­σα σὲ πέ­πλα. Ἡ δι­κή του φοροῦ­σε βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα σὲ χρῶ­μα πα­γω­νὶ καὶ ὅ­ταν τοῦ ἄ­νοι­γε τὴν ἀγ­κα­λιά της τοῦ πα­ρά­δι­νε ταυ­τό­χρο­να τὸ κλει­δὶ γιὰ τὸ βα­σί­λει­ο τῶν πα­γω­νι­ῶν.
       Με­γα­λώ­νον­τας ὡ­στό­σο δὲν τὰ πῆ­γε ἄ­σκη­μα μὲ τὴν ζω­ή του. Κι ὅ­ταν γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­γά­πη του, αἰ­σθάν­θη­κε ν’ ἀ­να­κου­φί­ζε­ται γιὰ ὅ­λους τους πα­λιοὺς πό­νους. Τῆς ἔ­κρυ­ψε τὶς κρί­σεις ποὺ κά­πως ἔ­χουν ἀ­ραι­ώ­σει. Ἀ­πὸ μέ­σα του τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ Ἀ­φρο­δί­τη. Θὰ ἦ­ταν σχε­δὸν εὐ­τυ­χὴς ἀλ­λὰ μιὰ ἀ­γω­νί­α τὸν τρώ­ει:
       Ἂν αὐ­τό, ποὺ δὲν τολ­μᾶ κὰν νὰ ὀ­νο­μά­σει ἔ­ρω­τά της, κά­πο­τε τε­λει­ώ­σει;
       Ὅ­σο οἱ ἀ­να­στε­ναγ­μοί της τὸν φα­νε­ρώ­νουν θαυ­μά­σιο στὰ μά­τια του, μπο­ρεῖ νὰ ἐ­λέγ­χει τὸν πα­νι­κό – ἂν ὄ­χι καὶ τὶς κρί­σεις του.
       Ἕ­να μό­νο τῆς ἀ­πα­γό­ρευ­σε ἀ­πό­λυ­τα: νὰ μὴ φο­ρέ­σει πο­τὲ βε­λοῦ­δο καὶ κα­νέ­να χρῶ­μα ποὺ νὰ θυ­μί­ζει ἔ­στω καὶ ἀ­μυ­δρὰ τὸ πα­γω­νί. «Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­μω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ πιὸ ἀ­κρι­βὸ βε­λοῦ­δο!» ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει κι ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­χει ρω­τή­σει για­τί αὐ­τὴ ἡ πα­ρα­ξε­νιά. Ἔ­τσι κι ἄλ­λι­ως δὲν τὸν ἔ­χει γιὰ «ἐ­πι­φα­νεια­κὸ ἄν­θρω­πο», τὸ ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­το. Ἔ­πει­τα τὸ βε­λοῦ­δο δὲν κυ­ρια­ρχεῖ στὶς βι­τρί­νες ἀ­πὸ χρό­νια.
       Ὁ Φύ­λα­κας ἐ­ρευ­νών­τας κα­χύ­πο­πτα μέ­σα ἀ­π’ τὸ σκά­φαν­δρό του γιὰ ση­μά­δια, πα­ρα­κα­λεῖ νὰ μὴν ἔρ­θει πο­τὲ στὴ μό­δα.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ 


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-20012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου