Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Γλωσσικός τουρισμός και επήλυδες



του Γιάννη Η. Χάρη
από την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

ΓΣχ. Με τα γραφόμενα του κ. Χάρη οπωσδήποτε μαθαίνουμε και αποφεύγουμε  επικοινωνιακές αστοχίες. Ο σαρκασμός του εναντίον του στόμφου και της σπουδαιοφάνειας μας διαπαιδαγωγεί και μας κάνει πιο προσεκτικούς, έστω και αν ένα άρθρο του όπως το παρόν ακολουθεί τον "προοδευτικό συρμό" στα γραφόμενα "περί επήλυδων" :  με τις συμπαθέστατες πλην αβαθείς ανθρωπιστικές κορώνες, που παραλείπουν κάθε αναφορά στην  παραγωγή προσφύγων μέσω πολέμων  και στην "μετακόμισή"  τους στη Δύση, με στόχο την καταβύθιση μισθών και προνοιακών θεσμίσεων....

 ΧΑΡΗΣ : Οταν «ο εκπρόσωπος των εργαζομένων ενεχείρισε επιστολή στη Διεύθυνση», γιατί, βλέπεις, αν την έδινε ή την παρέδιδε, ακόμα ακόμα και επέδιδε, δεν θα στεκόταν στο ύψος των περιστάσεων και κυρίως της Τρισχιλιετούς, τότε φυσικό είναι να έρθει κι άλλος και να διεκδικήσει τα ίδια γλωσσικά μεγαλεία, «ενεχειρίζοντας» τώρα χρήματα: «άφησα στον φίλο μου 20 ευρώ, λέγοντάς του να τα ενεχειρίσει ατόφια [;] στον οδηγό» έγραψε έμπειρος δημοσιογράφος (σκεφτείτε όμως και το σωστό: «να τα εγχειρίσει»!).

Ανάλογα, όταν ο ασθενής δεν μεταφέρεται στο νοσοκομείο αλλά διακομίζεται, φτάνουμε στην «επείγουσα διαμετακόμιση του ασθενούς»· και όταν «τα σκουπίδια περισυνελέγησαν από τα συνεργεία του δήμου», αντί απλώς να μαζευτούν, τότε άλλα συνεργεία, άλλη φορά, μετά την απεργία, «άρχισαν να περισυνελέγουν τα σκουπίδια».
Πικρή η αλήθεια, αλλά αν είναι να το ρίξουμε στη λαθολογία, η συντριπτική, πιστεύω, πλειονότητα λαθών αποτελείται από καλοσιδερωμένα, μεν, ράκη δε, κουρέλια, που τα «περισυνελέγουμε» από τα «παλιότερα», λέει, ελληνικά μας.
Απλώς δεν επισημαίνονται τα λάθη αυτά, απλούστατα επειδή δεν γίνονται αντιληπτά σαν λάθη (ή επειδή εξέχοντες λαθολόγοι επιλέγουν να μην τα σχολιάσουν, για ιδεολογικούς καθαρά λόγους, καθώς ηχούν «λόγια», και πάντως αποκαθιστούν ή διαμορφώνουν ένα πλαίσιο λογιοσύνης): παράδειγμα τα όλο και περισσότερα ρήματα που ξαφνικά συντάσσονται λανθασμένα με γενική: διαφεύγω, μετέρχομαι, αποποιούμαι κτλ.
Γραμματικοσυντακτικά λοιπόν λάθη, και φυσικά λεξιλογικά, εκεί όπου, τουρίστες πια της γλώσσας, περιδιαβάζουμε ανέμελοι τα αχανή γλωσσικά εδάφη, και ό,τι μας γυαλίσει το φοράμε όπως μας έρθει, ακριβώς σαν τους τουρίστες με το τσολιαδίστικο φέσι που αγόρασαν στο Μοναστηράκι. Μόνη διαφορά ότι εκείνοι έχουν συναίσθηση πως παίζουν, εμείς κορδωνόμαστε και βγάζουμε και σέλφι αποπάνω!
Τελευταίο που διάβασα, τίτλος για τα «Πρωτόγνωρα επίπεδα κινδύνου για τα 65,3 εκατομμύρια επήλυδων». Ο λόγος ήταν για το σύνολο των ξεριζωμένων, των εκπατρισμένων κτλ. Επήλυδων; Εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπει κανείς!
Ο έπηλυς, λοιπόν, γενική του επήλυδος, αρχαιοπρεπής, σύμφωνα με όλα τα λεξικά, κι αφού έτσι τον ποθεί η καρδιά μας, είναι ο ξένος-στα-μέρη-μας, ο αλλοδαπός: «οι ντόπιοι τον θεωρούσαν πάντοτε έπηλυ στο χωριό, ξένο σώμα» είναι χαρακτηριστικά το παράδειγμα του Λεξικού Μπαμπινιώτη, που αποδίδει ξεκάθαρα το αρνητικό φορτίο του όρου. Εχει δηλαδή ιδεολογικό πρόσημο ο όρος, κυρίως στους ξενοφοβικούς καιρούς μας, και ανεξάρτητα από τις προθέσεις μας.
Πιο απλά: Επήλυδες είναι αυτοί που ήρθαν, ας πούμε, στον τόπο αυτού που μιλάει, αυτοί που ήρθαν σε ξένο τόπο, όχι αυτοί που πήγαν, που έφυγαν σε ξένο τόπο· είναι οι ξένοι, οι αλλοδαποί, οι ετερόχθονες, οι έποικοι κτλ.
Η διαφορά μοιάζει λεπτή, είναι όμως τεράστια και κεφαλαιώδους σημασίας. Εχει διαφορά αν βλέπουμε ανθρώπους ξένους στον τόπο μας, ή ανθρώπους μακριά απ’ τον τόπο τον δικό τους, που άφησαν τον τόπο τους, και μετακινήθηκαν, αναγκάστηκαν να μετακινηθούν, είτε μέσα στην ίδια τους τη χώρα είτε σε ξένη χώρα, αυτοεξόριστοι, φυγάδες, (οικονομικοί) μετανάστες, (πολιτικοί) πρόσφυγες κ.ο.κ.
Ψιλά γράμματα για μας, ανθρώπινα δράματα για άλλους.

Πάντσερ και ιστορική μνήμη

⌦ «Τα Τάγματα Εφόδου, τα φοβερά και τρομερά SA, τσάκισαν την άμυνα του εχθρού. Οι αετοί της Λουφτβάφφε βομβάρδισαν τα δίχτυα των αντιπάλων και στέφθηκαν νικητές. Τα Βάφεν Ες-Ες ισοπέδωσαν τα πάντα και ανέβηκαν άξια στην κορυφή.
Τα Πάντσερ της Βέρμαχτ έλιωσαν όποιον βρέθηκε στο διάβα τους και πέτυχαν την Τελική Λύση»: έτσι αυτοσχεδίαζα τίτλους που θα περιέγραφαν νίκη της Εθνικής Γερμανίας πριν από δύο ακριβώς χρόνια, με το Μουντιάλ, σχολιάζοντας αυτούς που έγραφαν και ξανάγραφαν για Πάντσερ, νομίζοντας πως είναι κάποιο αθώο παρωνύμιο της Εθνικής Γερμανίας, όπως Λα Φούρια Ρόχα (Κόκκινη Οργή) της Ισπανίας, Σκουάντρα Ατζούρα (Μπλε Ομάδα) της Ιταλίας, ή απλώς περιπαικτικό, όπως οι Γαύροι και οι Βάζελοι στα καθ’ ημάς.
Και αγνοώντας, θέλω να πιστεύω, πως Πάντσερ ήταν τα υπερσύγχρονα γερμανικά τεθωρακισμένα στον Β’ Παγκόσμιο, αυτά που μπήκαν και στη δική μας χώρα, συνώνυμο εντέλει της βαρβαρότητας του πολέμου.
Οι ίδιοι οι Γερμανοί δεν τον χρησιμοποιούν στο ποδόσφαιρο αυτόν τον όρο, που σκαλίζει το εθνικό συλλογικό τους τραύμα. Ούτε είχε εμφανιστεί π.χ. σε πρωτοσέλιδα των μεγάλων ξένων εφημερίδων και ειδησεογραφικών οργανισμών που είχα δει τότε. Σ’ εμάς έδινε κι έπαιρνε, από την κρατική τηλεόραση ώς τις πιο σοβαρές πολιτικές εφημερίδες. Το ίδιο και τώρα, τα Πάντσερ προελαύνουν στα ΜΜΕ.
Δεν ξέρω την έκβαση του Γιούρο, έρχονται και οι Ολυμπιακοί του Ρίο, δεν ξέρω αν τη διατηρήσουμε την πρωτιά αυτή, πρωτιά σε άγνοια, στην καλύτερη περίπτωση, σε ιστορική αμνησία και ιδεολογική ισοπέδωση έτσι κι αλλιώς, εκ των πραγμάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου