Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Στην Αλκυονίδα : Ο ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ, με την Μάρλεν Ντήτριχ




DER BLAUE ENGEL
Δράμα, Γερμανία, 1930, 106’, Α/Μ

Σκηνοθεσία: JOSEF VON STERNBERG
Σενάριο: HEINRICH MANN από τη νουβέλα του, "Καθηγητής Ούνρατ",
CARL ZUCKMAYER, KARL VOLLMOLLER, ROBERT LIEBMANN
Παραγωγή: ERICH POMMER
Μουσική: FRIEDRICH HOLLAENDER
Ακούγονται τα τραγούδια: «Ich bin die Fesche Lola»
«Kinder, heut’ Abend such’ ich mich was aus»
«Ich bin von kopf bis Fuss auf Liebe eingestellt»
«Nimm dich in Acht vor blonden Frauen»
Φωτογραφία: GUNTHER RITTAU
Πρωταγωνιστούν: MARLENE DIETRICH, EMIL JANNINGS, KURT GERRON, ROSA VALETTI

Η ΥΠΟΘΕΣΗ
Ο καθηγητής Ρατ, εργάζεται σε ένα λύκειο και είναι ο τυπικός, παλαιών αρχών αυστηρός δάσκαλος, που ζει μια άχαρη, μίζερη και άδεια ζωή. Δεν ξέρει τίποτα άλλο από σπίτι-δουλειά. Καταπιέζει τους μαθητές του, που τον τρέμουν, και δεν ζει καμιά χαρά. Όταν ανακαλύπτει ότι μερικοί μαθητές του συχνάζουν σε ένα καμπαρέ, τον «Γαλάζιο άγγελο», αποφασίζει να πάει εκεί, για να τους βρει για να τους πιάσει. Εκεί, όμως βρίσκεται αντιμέτωπος με κάτι που δεν είχε ποτέ φανταστεί: στη σκηνή του καμπαρέ, βγαίνει η σαγηνευτική τραγουδίστρια Λόλα Λόλα, η οποία, με τολμηρή εμφάνιση, τραγουδά για τον έρωτα και την ελεύθερη φύση του. Ο Ρατ, αντί να μαλώσει τους μαθητές του, μπλέκεται στα δίχτυα του έρωτα της νεαρής αυτής πανέμορφης καμπαρετζούς. Μέσα του ξεσπά ένα άσβεστο πάθος για την Λόλα, που δεν σταματά πουθενά. Ο ξεπεσμός του καθηγητή αρχίζει. Η Λόλα τον κάνει κυριολεκτικά ό,τι θέλει και ο Ρατ όλο και περισσότερο βυθίζεται σε αυτό τον κόσμο των ύποπτων νάιτκλαμπ και χάνει το κοινωνικό του στάτους και την αξιοπρέπειά του, για χάρη της περίφημης Λόλα…

Η ΤΑΙΝΙΑ
Μια ταινία πραγματικός μύθος! Η ταινία που δημιούργησε τη σταρ Μάρλεν Ντίτριχ!
Η πανέμορφη Ντίτριχ, τραγουδά το περίφημο «Falling in love again», φορά καπέλο και ζαρτιέρες, και γίνεται το απόλυτο σύμβολο του σεξ, πολύ τολμηρό για την εποχή της, αισθησιακό, προκλητικό και απίστευτα γοητευτικό. Η πρώτη συνεργασία της Ντίτριχ με τον ήδη καταξιωμένο σκηνοθέτη Γιόζεφ Φον Στέρνμπεργκ σε αυτήν εδώ την ταινία ήταν κάτι παραπάνω από εκρηκτική και ξεκίνησε μια σειρά ταινιών μεταξύ τους, που έχτισαν τον μύθο της εκθαμβωτικής βαμπ Μάρλεν Ντίτριχ. Η επιτυχία της ταινίας σε Ευρώπη και Αμερική δικαίωσαν τον Στέρνμπεργκ για την επιλογή του στον γυναικείο πρωταγωνιστικό ρόλο. Συνάμα, ήταν η πρώτη ομιλούσα ταινία που γυρίστηκε στη Γερμανία.
Με τη σκηνοθετική μαεστρία του Στέρνμπεργκ, το αστείρευτο ταλέντο του μεγάλου Γερμανού ηθοποιού, Εμίλ Γιάνινγκς, και τη λάμψη της Μάρλεν Ντίτριχ, η ταινία, που βασίζεται στο καυστικό σατιρικό δράμα του διάσημου Γερμανού συγγραφέα Χάνριχ Μαν, «Ο καθηγηγής Ανρατ», είχε όλο το κατάλληλο έμψυχο υλικό για να γίνει αμέσως κλασική. Ο συνδυασμός του δράματος ενός καταπιεσμένου καθηγητή, του κυνισμού με τον οποίο τον χειρίζεται η βαμπ Λόλα, η αντίθεση του αυστηρού περιβάλλοντος του σχολείου και του βρώμικα αισθησιακού περιβάλλοντος του καμπαρέ, όλα δημιουργούν μια ατμόσφαιρα εκρηκτική, ακραία, μαγευτική… Η τραγική ιστορία συγκινεί ακόμα, η Ντίτριχ δείχνει ακόμα και σήμερα εκθαμβωτική με την έντονη σεξουαλικότητά της να αναβλύζει σε κάθε πλάνο, και ο Στέρνμπεργκ μας δίνει μια από τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου.
Γύρω στο 1928 ο ηθοποιός Εμίλ Γιάνινγκς είχε ζητήσει από τον Στέρνμπεργκ να του σκηνοθετήσει την πρώτη του ομιλούσα ταινία. Αν και ξεκινήσανε μαζί να προετοιμάζονται για μια κινηματογραφική εκδοχή του Ρασπούτιν, τελικά κατέληξαν να γυρίσουν το βιβλίο του Χάινριχ Μαν. Ο Στέρνμπεργκ διάβασε το βιβλίο, προσάρμοσε την ιστορία σε μια δική του εκδοχή με διαφορετικό τέλος σε συμφωνία με τον ίδιο τον Μαν, και προχώρησε στα γυρίσματα. Ανάμεσα σε πολλές υποψήφιες για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Στέρνμπεργκ δεν επέλεξε μια από τις ήδη διάσημες σταρ που είχε στο μυαλό του όπως, Γκλόρια Σβάνσον, Μπριγκίτε Χελμ, Λουίζ Μπρουκς, Λότε Λένια. Όταν είδε την 29χρονη Μάρλεν, ένιωσε ότι είχε βρει την ιδανική Λόλα. Η Μάρλεν στην ταινία τραγουδά χωρίς ταμπού ότι είναι πλασμένη για την αγάπη από την κορφή ως τα νύχια, επιδεικνύει τις γάμπες της, πετά την κυλόττα της, αποτελεί μια εκρηκτική σεξουαλική περσόνα και παράλληλα μια γυναίκα-βαμπ, που χειρίζεται και καταστρέφει τους άντρες. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η ταινία είχε προβλήματα με τη λογοκρισία στην Αμερική, και συγκεκριμένα στην Καλιφόρνια.
Η ταινία απαγορεύτηκε στη ναζιστική Γερμανία το 1933, ωστόσο όλοι ξέρουμε τη λατρεία που έτρεφε ο Χίτλερ για την ταινία και την Ντίτριχ και συχνά έβλεπε την ταινία σε ιδιωτική αίθουσα.
«Ο γαλάζιος άγγελος» γυρίστηκε ταυτόχρονα σε δύο βερσιόν: γερμανική και αγγλική. Η αγγλική κόπια θεωρούταν για χρόνια χαμένη μέχρι που ανακαλύφθηκε σε ένα γερμανικό αρχείο και αποκαταστάθηκε. Και οι δύο εκδοχές θεωρούνται κλασικές.
Ο Φον Στέρνμπεργκ αποκαλεί την ιστορία «την πτώση ενός ερωτευμένου άντρα». Και πράγματι, από τη στιγμή που ο αυταρχικός καθηγητής γνωρίζει την γοητευτική αλλά και επιπόλαια Λόλα, παθιάζεται μαζί της και υπομένει κάθε είδους εξευτελισμό. Η πτώση θα είναι χωρίς επιστροφή. Η Λόλα μαζεύει τους άντρες γύρω της, όπως τα πεταλουδάκια μαζεύονται γύρω από τη φωτιά και καίγονται από αυτήν. Το ίδιο παθαίνει και ο καθηγητής, καθώς κλιμακώνεται η δράση και οι θεατές παρακολουθούν τη συγκινητική του ιστορία, ενώ παρασύρονται από τη σαγηνευτική παρουσία της Μάρλεν-Λόλα, που είναι φτιαγμένη για τον έρωτα. Η συνέχεια επί της οθόνης…


Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΣΤΕΡΝΜΠΕΡΓΚ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΓΓΕΛΟ»:
«Σήμερα ο τίτλος «Ο Γαλάζιος Άγγελος» χρησιμοποιείται σε νάιτ-κλαμπ, μοίρες της αεροπορίας και νέες εκδόσεις κινηματογραφικών έργων. Πριν από την ταινία μου, ο τίτλος αυτός δεν υπήρχε.
Βρέθηκα στο Le Havre στις 12 Αυγούστου του 1929 ύστερα από μια καθόλου ευχάριστη διαμονή δύο χρόνων στο εργοστάσιο του Χόλιγουντ. Τούτη η γερμανική περιπέτεια είχε μια περίεργη αρχή. Είχα πάρει ένα κολακευτικό τηλεγράφημα από τον Εμίλ Γιάνινγκς, με το οποίο μου ζητούσε να τον σκηνοθετήσω στην πρώτη του ομιλούσα ταινία, προσθέτοντας ότι, αν και μπορούσε να διαλέξει όποιον σκηνοθέτη ήθελε, προτιμούσε εμένα. Αυτό με άγγιξε βαθιά, επειδή του είχα πει κάποτε σε ωμή γλώσσα ότι δεν επρόκειτο να κάνω άλλη ταινία μαζί του, έστω κι αν όλοι οι άλλοι χάνονταν κι έμενε αυτός ο τελευταίος ηθοποιός πάνω στη Γη. Ωστόσο, είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια και, όπως λέμε όλοι: «Ό,τι έγινε, έγινε».
Έτσι, λοιπόν, μια ευχάριστη μέρα του Αυγούστου έφθασα με το τρένο στο Βερολίνο και με υποδέχθηκαν ο Εμίλ Γιάνινγκς, ο 'Ερικ Πόμερ και ο Καρλ Βολμέλερ. Ο Γιάνινγκς υποσχέθηκε πως αυτή τη φορά θα ήταν διαφορετικός, και πράγματι ήταν. Ο Πόμερ θα ήταν ο παραγωγός και τον θεωρούσαν πολύ ικανό. Ο Βολμέλερ ήταν ποιητής και την εποχή εκείνη ήταν ο καλύτερος μου φίλος. Θα σκηνοθετούσα τον Γιάνινγκς.
Ύστερα από τις πρώτες φιλικές κουβέντες, ρώτησα ποια ήταν τα σχέδια τους και με πληροφόρησαν ότι η ταινία που θα έκανα ήταν ο Ρασπούτιν. Αρνήθηκα, διότι δεν με ενδιέφερε καθόλου και πρότεινα να επιστρέψω στην Αμερική. Αρνήθηκαν με έντονο ύφος, πρότειναν να ψάξουν για κάτι καλύτερο που θα με ενδιέφερε. Ανάμεσα στα πολλά θέματα και τις ιδέες που μου πρότειναν τις επόμενες εβδομάδες, ένα τράβηξε την προσοχή μου. Μια ιστορία του Χάινριχ Μαν, Καθηγητής Ανράτ, δημοσιευμένη το 1905, σχετικά με έναν καθηγητή που ερωτεύεται και παντρεύεται την τραγουδίστρια ενός καμπαρέ, τη Ρόζα Φρόλιχ, χωρισμένη από τον άντρα της και με παιδί. Παραιτείται από τη θέση του στο σχολείο και στη συνέχεια χρησιμοποιεί τη γυναίκα του ως στήριγμα για να ιδρύσει μια χαρτοπαικτική επιχείρηση. Μέσα σε λίγο χρόνο, παρά τις αποφάσεις μου, η Ρόζα Φρόλιχ θα γινόταν Λόλα-Λόλα, θα άφηνα έξω το παιδί της, θα έδινα στους μαθητές προκλητικές φωτογραφίες της, θα την έκανα άκαρδη και ανήθικη, θα επινοούσα λεπτομέρειες που δεν υπάρχουν στο βιβλίο και, τελικά, θα άλλαζα το ρόλο του καθηγητή για να δώσω την πτώση ενός ερωτευμένου αλά Human Bondage.
Έδωσα το πράσινο φως στο στούντιο να προχωρήσει και ζήτησα να μου δώσουν για συνεργάτη τον πιο ικανό συγγραφέα τους για να καταγράψει τις ιδέες μου. Αυτός ήταν ο Ρόμπερτ Λίμπμαν. Ενδιαφέρθηκα μετά για τον μουσικό και διάλεξα τον Φρίντριχ Χολάντερ να γράψει τα τραγούδια που θα ταίριαζαν στο σχέδιο μου. Το επόμενο βήμα μου ήταν να βρω ένα σχεδιαστή για τα τολμηρά κοστούμια που σκόπευα να δώσω στην πρωταγωνίστρια. Αφού απέρριψα πολλούς, βρήκα τον ταλαντούχο Ούγγρο Βαράντι, τα ερωτικά σχέδια του οποίου πρόσθεσαν πολύ στην ποιότητα της ταινίας.
Μια βραδιά που επισκέφθηκα ένα μικρό θέατρο στο οποίο έπαιζαν δύο ηθοποιοί που ήδη είχα επιλέξει, πρόσεξα μία ηθοποιό, το πρόσωπο της οποίας ήταν αυτό ακριβώς που ήθελα. Αυτή ήταν η Μάρλεν Ντίτριχ. Σχεδόν όλοι έχουν αποδώσει την ανακάλυψη της σ' εμένα. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν είμαι ένας αρχαιολόγος που ανακάλυψα κάποια θαμμένα γυναικεία οστά. Είμαι ένας δάσκαλος που πήρε μια όμορφη γυναίκα, την καθοδήγησε, την εμφάνισε στο κοινό με προσοχή, οργάνωσε τα χαρίσματα της, κάλυψε τις ατέλειες της και την οδήγησε ν' αποκρυσταλλώσει το ρόλο που την έκανε γνωστή. Η ίδια ήταν ένα τέλειο μέσο (medium) που ευφυέστατα απορρόφησε τις οδηγίες μου και παρά τους φόβους της ανταποκρίθηκε στη σύλληψη μου για το γυναικείο αρχέτυπο. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί έκαναν αυτά που τους δίδαξα.
Τα γυρίσματα άρχισαν τον Νοέμβριο και τέλειωσαν τον Δεκέμβριο. Ήταν το 1929, η Γερμανία αδιαίρετη, αν και ο χώρος της ταινίας (σχολείο, καμπαρέ, κτλ.) δεν είναι η Γερμανία, η πραγματικότητα πολύ λίγο μ' ενδιέφερε.
Η ταινία γυρίστηκε στο Βερολίνο, στα τέλη του 1929. Ολοκληρωμένο σενάριο δεν υπήρχε. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι αυτοσχεδιασμός στα πλατό. Η κατασκευή της, όπως και όλες οι δυσκολίες που συνάντησα, αναφέρονται στο βιβλίο μου Fun in a Chinese Laundry, που κυκλοφόρησε το 1966. Ένα πολύ μικρό μέρος των διαλόγων ήταν στα αγγλικά, στο μεγαλύτερο τους μέρος χρησιμοποιήθηκε η ιδιωματική γλώσσα τού Βερολίνου. Γυρίσαμε δύο βερσιόν, αγγλική και γερμανική, τη μία κατόπιν της άλλης. Λίγη έμφαση δόθηκε στους διάλογους, αν και φυσικά είναι καλύτερα όταν οι θεατές καταλαβαίνουν τους διάλογους. Καθώς ήταν η πρώτη ομιλούσα ταινία που γυρίστηκε στη Γερμανία, οι συνθήκες, από άποψη εγγραφής του ήχου, ήταν πριμιτίφ, ενώ δεν υπήρχαν μηχανήματα για ντουμπλάζ και μιξάζ.»

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΜΥΘΟΥ
Όταν μιλάμε για τη Μάρλεν Ντίτριχ ξέρουμε ότι μιλάμε για ένα ξεχωριστό, μυθικό πρόσωπο. Μυθικό, όπως είναι η Γκρέτα Γκάρμπο ή η Μέριλιν Μονρόε. Από τη στιγμή που η Λόλα Λόλα βγήκε στη σκηνή του νυχτερινού κέντρου «Γαλάζιος Άγγελος» κι άρχισε να τραγουδάει το ανεπανάληπτο «Falling in Love Again», η οθόνη απέκτησε μιαν άλλη, μοναδική μορφή. Μια μορφή όπου ο έρωτας και το σεξ έπαιρναν μιαν άλλη υπόσταση, όπου η φαντασία και το όνειρο (όπως μονάχα ένας Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ μπορούσε να τα υλοποιήσει) εισέβαλλαν στη ζωή μας με την επιμονή εκείνη που μόνο οι αληθινοί σουρεαλιστές μπορούσαν να αναγνωρίσουν - το ότι ο Μπουνιουέλ θέλησε να ξαναζωντανέψει το Ο διάβολος είναι γυναίκα, που αρχικά είχε μεταφέρει στην οθόνη ο Στέρνμπεργκ, δεν είναι τυχαίο. Γιατί πίσω από τον πόθο και το μυστήριο που λέγεται γυναίκα υπάρχει μια Μάρλεν Ντίτριχ, όπως υπάρχει μια Λουίζ Μπρουκς, ή μια Τζιν Χάρλοου ή μια Μέριλιν Μονρόε.
Ο Στέρνμπεργκ, σαν ένας σύγχρονος Πυγμαλίωνας, έφτιαξε μια καθαρά κινηματογραφική Ντίτριχ, τοποθετώντας την σ' έναν κόσμο όπου κυριαρχούσε ο ερωτισμός, ο καταπιεσμένος πόθος, η παθιασμένη ποίηση των ρομαντικών, μετατρέποντας τα συνηθισμένα μελοδράματα και τις στερεότυπες ιστορίες κιτς σε έργα υψηλής ποίησης και τέχνης. Μέσα σε πέντε χρόνια και με εφτά συνολικά ταινίες που γύρισε μαζί με τη Γαλάτεια του, Στέρνμπεργκ δημιούργησε το μύθο της Μάρλεν. Μιας Μάρλεν αποκλειστικά δικής του, με την οποία όμως δέθηκε σε τέτοιο σημείο, ώστε ακόμη και σε μια ταινία όπως το Shanghai Gesture δεν μπόρεσε παρά να δώσει στην Τζιν Τίρνεϊ τη μορφή της δικής του Μάρλεν. Κι αυτό γιατί, από τη στιγμή που παραδίνεσαι στη γοητεία της, είναι πια αδύνατο να ξεφύγεις. Είτε ως Λόλα Λόλα είτε ως Σαγκάη Λίλι, είτε ως Κόντσα Περέζ είτε ως Αυτοκράτειρα Αικατερίνη, η Μάρλεν Ντίτριχ παραμένει πάντα η αιώνια γυναίκα, μια γυναίκα διάβολος μαζί και άγγελος, μια γυναίκα σύμβολο, μια γυναίκα πέρα από το μοιραίο όπως το επιζητούσε η φόρμουλα του Χόλιγουντ, ή το αναγκαίο όπως το αντιμετώπιζαν σκηνοθέτες και σεναριογράφοι, μια γυναίκα των ονείρων και της φαντασίας μας, με άλλα λόγια μια ΙΔΑΝΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ.
Νίνος Φένεκ Μικελίδης


ΜΑΡΛΕΝ: Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΒΑΜΠ
Η Λόλα Λόλα  του Γαλάζιου Άγγελου είναι η εκπληκτική εξιδανίκευση του χυδαίου. Αναδύεται μέσα στο άθλιο καμπαρέ, με τις γυναίκες-μέγαιρες, σαν αμαρτωλός διφορούμενος κρίνος, «πλασμένη για την αγάπη από το κεφάλι ως τα πόδια». Η κιλότα της και η μυρωδιά της μετασχηματίζονται από ωμές προκλήσεις σε φετίχ της σύμπτωσης πόθου και αισθητικής. Ο γερμανικός εξπρεσιονισμός διασταυρώνεται με το Χόλιγουντ, και το υπέροχο αυτό υβρίδιο εκπέμπεται, κατακτά θριαμβευτικά την υφήλιο μέσα από τις σαγηνευτικές εικόνες του κινηματογράφου.
Η Λόλα Λόλα είναι κόρη της τρομερής Λούλου του Βέντεκιντ. Αλλά ο Στέρνμπεργκ δεν ενδιαφέρεται για τις κοινωνικές προεκτάσεις της Λούλου, ούτε και του μυθιστορήματος του Χάινριχ Μαν, που διασκεύασε. Η Λόλα Λόλα, ενσάρκωση της αντρικής ερωτικής επιθυμίας, είναι το αιώνιο θηλυκό σαν εικόνα, σαν έμμονη σαγηνευτική εικόνα. Μέσα στο καμπαρέ τη βλέπει ο καθηγητής, τη βλέπουμε κι εμείς μαζί του, ανακαλύπτουμε όλοι με ταραχή τον αισθησιασμό που εκπέμπει η προκλητική στάση της, οι γυμνοί μηροί της, αλλά και η βραχνή φωνή της στα τραγούδια του Φρίντριχ Χόλεντερ. Γι' αυτό δεν τη γνωρίζουμε ποτέ σαν δραματικό πρόσωπο. Στέκει εκεί, μεγαλόπρεπη και απόμακρη, και εκπέμπει σκοτεινή ομορφιά και φυσική θηλυκή δύναμη της σάρκας. Ο άντρας, ο ανέραστος χόμο φάμπερ, αφοσιωμένος στην εργασία και την κοινωνική τάξη, θα ανακαλύψει την έκσταση του υλικού έρωτα και θα καεί σαν κούτσουρο στη μεγάλη πυρά.
Η Μάρλεν της οθόνης είναι ένα εφεύρημα του κινηματογράφου, ένα γοητευτικό φάντασμα του πόθου του Στέρνμπεργκ και του θεατή. Την υποχρέωσε να αδυνατίσει και να βγάλει δυο τραπεζίτες για να πάρουν τα μάγουλα της εκείνο το θείο βαθούλωμα. Κατόπιν έπλασε το πρόσωπο της με φως και σκιά. Ποτέ το φως του ήλιου, πάντα οι μαγικοί προβολείς των στούντιο πάνω στο μελετημένο μακιγιάζ. Η έκφραση ακίνητη σαν λαμπερή μάσκα, τα βλέφαρα βαριά πάνω από ένα βλέμμα μακρινό, χαμένο. Το κορμί αγαλματένιο, αγέρωχο, σε ιερατική σχεδόν στάση. Και το ντύσιμο, σχεδιασμένο από τον Τράβις Μπάντον, εντελώς παράλογο σε σχέση με τις ρεαλιστικές συνθήκες της σκηνής, αλλά και έξω από κάθε μόδα. Από τη μια μαύρες βραδινές τουαλέτες, παγιέτες, λευκά φτερά, όλα υπερβολικά, εκκεντρικά, μπαρόκ. Από την άλλη το αντίθετο: αντρικό ντύσιμο, μαύρο, βραδινό, με ψηλό καπέλο. Έτσι η Μάρλεν γίνεται η γυναίκα-μύθος με διπλή πάντα υπόσταση, διφορούμενη. Μαζί με τη συνταρακτική θηλυκότητα υπάρχει ο υπαινιγμός του ανδρόγυνου. Μαζί με την επίδειξη του αντικειμένου της λατρείας, που είναι οι γυμνές γάμπες και οι μηροί, υπάρχει η απόκρυψη, η αποστέρηση με τα παντελόνια. Από τότε όλες οι ερμηνεύτριες των καμπαρέ, η Γκάρλαντ, η Μινέλι, η Βαρτάν θα φορέσουν αντρικά βραδινά κοστούμια.
Όμως η Ντίτριχ δε «σταμάτησε» στον Στέρνμπεργκ. Άλλοι δημιουργοί, όπως ο Μπορζέιγκι στον Πόθο (1936) και ο Λούμπιτς στον Άγγελο (1937), αποκάλυψαν μιαν άλλη πτυχή της, το χιούμορ και τη ζωντανή κινητικότητα της σύγχρονης γυναίκας, που θα αποτελέσουν βασικές συνισταμένες της μακράς καριέρας της.
Η ίδια δήλωνε ήρεμα: «Τα πόδια μου δεν είναι τόσο όμορφα. Απλά ξέρω τι να κάνω μ' αυτά... Υπάρχει κάποια έλλειψη αξιοπρέπειας στην ιδιότητα του κινηματογραφικού σταρ... Ποτέ δεν έδωσα μεγάλη σοβαρότητα στην καριέρα μου... Ήμουν ηθοποιός. Έκανα τις ταινίες μου. Τέλος».
Στο τέλος, φυσικά, επανέρχεται το ερώτημα για το μυστικό της καθολικής γοητείας της. Ίσως μια απάντηση περιέχεται στον αφορισμό του Κένεθ Τάιρναν:
«Έχει σεξουαλισμό, αλλά όχι σταθερό γένος. Η ανδρικότητά της αρέσει στις γυναίκες και η σεξουαλικότητα της στους άνδρες...»
Γιάννης Μπακογιαννόπουλος

ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ
Η Μαρλέν Ντίτριχ, Λόλα στον Γαλάζιο Αγγελο
Εάν ο Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ δεν ανακάλυπτε τη Μάρλεν Ντίτριχ, στα τέλη της δεκαετίας του '20 στη Γερμανία, κι αν δεν αποφάσιζε να της δώσει το ρόλο της Λόλα Λόλα στον Γαλάζιο Άγγελο (αρχικά είχε στο μυαλό του την ήδη καταξιωμένη σταρ Μπριγκίτε Χελμ), τότε, πολύ πιθανόν να μην μπορούσε ποτέ να εκφραστεί έτσι όπως ήθελε, και ενδεχομένως εμείς να μην ανακαλύπταμε ποτέ την ασημένια της ομορφιά, τη φωσφορίζουσα λάμψη, το σαγηνευτικό της βλέμμα, τη μοναδική της παρουσία. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι πριν τον Γαλάζιο Άγγελο η Ντίτριχ είχε παίξει σε δεκαεπτά ταινίες. Όταν ο φον Στέρνμπεργκ την επέλεξε, η ηθοποιός δεν ήταν πλέον νέα (είκοσι εννιά χρονών) και είχε ήδη αποκτήσει μια οχτάχρονη πείρα δίπλα σε σοβαρούς, καταξιωμένους σκηνοθέτες της χώρας της. Τον Βίλεμ Ντίτερλε, τον Γιόζεφ Μέι, τον Γκέορκ Γιάκομπι. Επαγγελματίες, εργατικοί σκαπανείς του εγχώριου κινηματογράφου, οι οποίοι, ωστόσο, δεν είχαν καταφέρει να δουν επάνω της, μέσα της, αυτό που εκείνος είδε. Αυτό που θα την έκανε σταρ. Η σχέση της μαζί του, έτσι όπως φαίνεται μέσα από τα τόσα που έχουν γραφτεί για το ντουέτο, ήταν μια σχέση αγάπης - μίσους. Γεμάτη αντιθέσεις, εντάσεις, τσακωμούς μα και λατρεία. Η πιο δημιουργική περίοδος της Ντίτριχ, παραμένει εκείνη δίπλα στον φον Στέρνμπεργκ. Ο Γαλάζιος Άγγελος ήταν η αφετηρία. Η ταινία βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Χάινριχ Μαν Ο καθηγητής Ούνρατ (γραμμένο το 1904): Ένας πουριτανός μεσήλικας καθηγητής γνωρίζεται με μια καμπαρετζού, η οποία σιγά σιγά τον παρασύρει κοντά της. Τον σαγηνεύει, τον παντρεύεται, τον φέρνει στο σημείο να χάσει όλα όσα έχει κερδίσει, να απαρνηθεί όλα όσα έχει πιστέψει, τον οδηγεί στην απόγνωση και εν τέλει στο θάνατο. Ο χαρακτήρας του καθηγητή, πρόσωπο πέρα για πέρα τραγικό, είναι η «σάρκα» και τα «οστά» του μυθιστορήματος. Όμως ο φον Στέρνμπεργκ προσέγγισε την κινηματογραφική του διασκευή διαφορετικά. Διέταξε τους σεναριογράφους του να κάνουν μια ουσιαστική μετατροπή. Για κείνον, η σάρκα αλλά και η ψυχή του έργου ήταν η «βαμπ» γυναίκα της νύχτας. Ήθελε να την παρουσιάσει μια λάγνα, ανίκητη βασίλισσα του σεξ. Και χάρη στην Ντίτριχ τα κατάφερε.
Μετά την ταινία -τη μοναδική που γύρισε στη Γερμανία- ο φον Στέρνμπεργκ επέστρεψε στην Αμερική. Αυτή τη φορά, όμως, πήρε μαζί του την Ντίτριχ για να την ξανασκηνοθετήσει σε έξι ακόμα ταινίες. Τις καλύτερες τους. Η πρώτη μετά τον Άγγελο ήταν το Μαρόκο, με την Ντίτριχ δίπλα στον Γκάρι Κούπερ. Ο φον Στέρνμπεργκ, μάλιστα, δεν επέτρεψε τη διανομή τον Αγγέλου στην Αμερική πριν το κοινό αποδεχθεί την Ντίτριχ δίπλα στον αμερικανό σταρ. Το Μαρόκο έγινε μεγάλη επιτυχία και, ένα χρόνο αργότερα, ο Γαλάζιος Άγγελος μεγαλύτερη.
Είναι απίστευτο, αλλά ακόμα και σήμερα, εξήντα επτά χρόνια μετά την παραγωγή της ταινίας, η Ντίτριχ παραμένει ερεθιστική. Όχι μόνο για τους νοσταλγούς της αξέχαστης νιότης τους, αλλά, θέλω να πιστεύω, και για τους νεότερους θεατές που την ανακαλύπτουν (όπως ο υπογράφων). Οι σκηνές μέσα στο κλαμπ Γαλάζιος Άγγελος, και συγκεκριμένα εκείνες στο καμαρίνι της, φέρνουν τον θεατή στη θέση των μαθητών που, πίσω από το παραβάν, κάνουν μπανιστήρι. Βλέποντας την ταινία ξανά για τη συγγραφή αυτού του κειμένου, σκέφτηκα ότι δε θα ήταν άσχημο να βρισκόμουν εγώ (για λίγο βέβαια) στη θέση του φουκαρά καθηγητή. Προσέξτε πώς η Ντίτριχ φτιάχνει το καλσόν της, πώς φορμάρει τις καλτσοδέτες, πώς μετατοπίζει τις γάμπες, πώς λυγίζει τη μέση της για να σηκώσει (τάχα μου) κάτι. Κι όταν έρχεται η στιγμή του «Ich bin von Kopf bis Fuss aug Liebe Einestellt», του περίφημου τραγουδιού της, γνωστού και ως «Falling in Love Again», ένιωσα πια εντελώς παραδομένος. Στα γυρίσματα, παρακολουθώντας την Ντίτριχ να κάνει τα πιπεράτα νούμερα της, ο Γιάνινγκς ζήλευε. «Αυτή είναι δική μου ταινία», είπε στον Μαν. Κι εκείνος, που είχε επίσης μια διαφορετική καλλιτέχνιδα για το ρόλο της Λόλα αρχικά στο μυαλό του (την Τρούντε Χέστερμπεργκ, σόου γούμαν των καμπαρέ του Βερολίνου), του ψιθύρισε στο αυτί δείχνοντας τη λυγερή ξανθιά: «Κύριε Γιάνινγκς, η επιτυχία αυτής της ταινίας βρίσκεται στους γυμνούς γοφούς της κυρίας Ντίτριχ».
Σκεπτόμενοι όμως ότι σε όλες αυτές τις σκηνές υποκρίνεται, πραγματικά θαυμάζουμε -όποτε βλέπουμε την ταινία- αυτό το φαινόμενο της 7ης τέχνης: μια από τις σημαντικότερες ηθοποιούς του ομιλούντος κινηματογράφου.
Γιάννης Ζουμπουλάκης
ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΣΤΕΡΝΜΠΕΡΓΚ
Ο Στέρνμπεργκ ήταν σπουδαίος σκηνοθέτης, σεναριογράφος και διευθυντής φωτογραφίας. Εβραϊκής καταγωγής, γεννήθηκε στη Βιέννη το 1894 και πέθανε στη Καλιφόρνια το 1969. Εργάστηκε διαδοχικά ως βοηθός, σεναριογράφος και διευθυντής παραγωγής πριν σκηνοθετήσει την πρώτη του ταινία. Στυλίστας της αφήγησης, με εξπρεσιονιστικό και έντονα ερωτικό ύφος, συνέδεσε το όνομά του με τη γυναίκα φετίχ του Χόλιγουντ, Μάρλεν Ντίτριχ, της οποίας υπήρξε "πυγμαλίων" στον αμερικανικό κινηματογράφο.
Σημαντικότερες ταινίες του ήταν «Το Λυκόφως της δόξας» (1928), «Ο μοιραίος χείμμαρος» (1928), «Ο γαλάζιος άγγελος» (1930), «Μαρόκο» (1930), «Κατάσκοπος Χ27» (1931), «Σαγκάη Εξπρές» (1932), «Η τραγική τσαρίνα» (1934), «Ο διάβολος είναι γυναίκα» (1935), «Έγκλημα και τιμωρία» (1935), «Αυτοκρατορικό ρομάντζο» (1936), «Η φωνή του αίματος» (1939), «Αμαρτωλές αγάπες» (1941), «Μακάο» (1952), «Ο θρύλος του Αναχατάν» (1953).

ΜΑΡΛΕΝ ΝΤΙΤΡΙΧ
Η Μαρία Μαγκνταλένε Ντίτριχ γεννήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1901 και μεγάλωσε σύμφωνα με την αυστηρή καθοδήγηση της συντηρητικής μητέρας της. Ήθελε να γίνει μουσικός αλλά ένας τραυματισμός στο αριστερό της χέρι ανέτρεψε τα αρχικά σχέδιά της αναγκάζοντάς την να διακόψει τις σπουδές της. Ετσι αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Ως το 1927 η Ντίτριχ ερμήνευε μικρούς ρόλους στο θέατρο και συμμετείχε σε πολλές βουβές ταινίες.
Τον Αύγουστο του 1929 ο σκηνοθέτης του Χόλιγουντ Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ βρέθηκε στο Βερολίνο για τα γυρίσματα μιας ταινίας, γνώρισε την Ντίτριχ και έτσι γεννήθηκε μία από τις πιο πετυχημένες συνεργασίες του κινηματογράφου. Γύρισαν μαζί την ταινία «Γαλάζιος άγγελος» και έτσι ξεκίνησε η παγκόσμια καριέρα της. Η Ντίτριχ και ο φον Στέρνμπεργκ συνεργάστηκαν μαζί σε συνολικά 6 ταινίες: «Μαρόκο» («Morocco», 1930), «Η ατιμασμένη» («Dishonored» 1931), «Σανγκάη εξπρές» («Shanghai Express», 1932), «Ξανθή Αφροδίτη» («Blond Venus», 1932), «Τραγική τσαρίνα» («Scarlet Empress», 1934). Στο «Μαρόκο», φορώντας φράκο και ημίψηλο καπέλο, ανέδειξε με μοναδικό τρόπο τη θηλυκότητα μέσα από το ανδρικό στυλ που ταυτίστηκε για πάντα με το όνομά της. Δύο δεκαετίες αργότερα ο Kenneth Tynan έγραφε γι' αυτήν: «Ο ανδρισμός της αγγίζει τις γυναίκες και η σεξουαλικότητά της τους άνδρες».
Το 1936 η Μαρλένε ήταν η πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιός του κόσμου. Το 1939 αλλάζοντας την υπηκοότητά της σε αμερικανική αποδοκιμάστηκε από τον γερμανικό λαό και ο Τύπος τής αφιέρωνε πρωτοσέλιδα με τίτλο: «Ντίτριχ: προδότρια της πατρίδας». Στη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου η Μάρλεν συμμετείχε στον αγώνα κατά του ναζιστικού κινήματος. Ο ίδιος ο Χίτλερ την θαύμαζε απεριόριστα. Συνεργάτες του προσπάθησαν μάλιστα κατόπιν εντολής του να την δελεάσουν και να την φέρουν πίσω στη Γερμανία. Εκείνη αρνήθηκε και τιμήθηκε αργότερα για την προσφορά της με το μετάλλιο της ελευθερίας.
Το 1947 στέφθηκε από τα περιοδικά ως η «γιαγιά με τη μεγαλύτερη αίγλη στον κόσμο», αποκτώντας το πρώτο από τα τέσσερα εγγόνια της. Το 1950 συνεργάστηκε με τον Αλφρεντ Χίτσκοκ στην ταινία «Ο δολοφόνος έρχεται κάθε βράδυ» («Stage Flight»). Το 1951 η Ντίτριχ ηχογράφησε για λογαριασμό της Columbia στη Νέα Υόρκη τον πρώτο της δίσκο με τίτλο Marlene Dietrich Overseas. Το 1960 ρίσκαρε την επιστροφή της στη Γερμανία και παρ' όλη την κατακραυγή που της επεφυλάχθη ­ δεν της συγχώρεσαν ποτέ την αλλαγή της υπηκοότητας ­ εκείνη επέμεινε και κέρδισε πίσω την αγάπη τους.
Το 1978 η Ντίτριχ εμφανίστηκε για τελευταία φορά στην ταινία του Ντέιβιντ Χέμινγκ «Ζιγκολό» («Just a gigolo»), με τον David Bowie. Το 1982 επέτρεψε στον Μαξιμίλιαν Σελ να ηχογραφήσει την τελευταία της συνέντευξη διάρκειας 18 ωρών. Ο Σελ χρησιμοποίησε αποσπάσματα της συνέντευξης στο αριστουργηματικό ντοκυμαντέρ με τίτλο «Marlene: Α feature» που γνώρισε το 1984 τεράστια επιτυχία παγκοσμίως.

Στις 6 Μαΐου 1992 η Μαρλένε Ντίτριχ άφησε την τελευταία της πνοή στο διαμέρισμά της στο Παρίσι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου